Στην Ολομέλεια της Βουλής τοποθετήθηκε η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, Κατερίνα Σπυριδάκη, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης με θέμα την εφαρμογή του ευρωπαϊκού κανονισμού για τη διασυνοριακή ανταλλαγή δικαιολογητικών και την αρχή «μόνον άπαξ», ασκώντας ουσιαστική πολιτική και θεσμική κριτική για τον τρόπο με τον οποίο η Κυβέρνηση διαχειρίζεται την ψηφιακή μετάβαση, την προστασία των προσωπικών δεδομένων, τη διαλειτουργικότητα των δημόσιων συστημάτων, αλλά και τη λειτουργία της ΕΥΠ μετά το σκάνδαλο των υποκλοπών.
Από την αρχή της ομιλίας της, η κα Σπυριδάκη έθεσε το βασικό πολιτικό ερώτημα που, όπως τόνισε, συνοδεύει κάθε μορφή ψηφιακής μετάβασης: αν η τεχνολογία χρησιμοποιείται πραγματικά για να υπηρετήσει τον πολίτη ή αν μετατρέπεται σε έναν νέο μηχανισμό αδιαφάνειας και συγκέντρωσης εξουσίας. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε:
«Στην παλιά γραφειοκρατία ο πολίτης ήξερε σε ποιο γκισέ θα ταλαιπωρηθεί. Στη νέα ψηφιακή διοίκηση μπορεί να μην ξέρει καν ποιο σύστημα επεξεργάζεται τα στοιχεία του, ποιος τα βλέπει, ποιος τα διασταυρώνει και ποιος τελικά αποφασίζει με βάση αυτά».
Συνεχίζοντας, η Βουλευτής Λασιθίου συνέδεσε άμεσα τη συζήτηση με το χάος που –όπως ανέφερε– έχει δημιουργηθεί στην ελληνική περιφέρεια από τη διασύνδεση Κτηματολογίου και ΟΠΕΚΕΠΕ, επισημαίνοντας ότι η ψηφιοποίηση χωρίς σωστό σχεδιασμό μετατρέπεται σε μηχανισμό τιμωρίας αντί εξυπηρέτησης του πολίτη. Δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις επιπτώσεις για την ύπαιθρο και τον αγροτικό κόσμο, τόνισε:
«Ενώ πανηγυρίζουμε για μεταρρυθμίσεις, η ελληνική περιφέρεια και η ύπαιθρος ζουν το απόλυτο μπάχαλο. Η διασύνδεση Κτηματολογίου και ΟΠΕΚΕΠΕ κατέληξε ένας τυφλός τιμωρητικός μηχανισμός λόγω ασύμβατων συστημάτων και του διαβόητου κωδικού 54350 και χιλιάδες παραγωγοί βλέπουν τον κόπο μιας ζωής να κλειδώνεται στις οθόνες. Το κράτος τούς στερεί αναίτια τη βασική ενίσχυση, την Κάρτα Αγρότη, επειδή το ίδιο το δημόσιο καθυστερεί χρόνια να ξεκαθαρίσει τους δασικούς χάρτες και τις δικές του εκκρεμότητες».
Μάλιστα, ανέδειξε ότι αντί το κράτος να αναλάβει την ευθύνη για τις δικές του αστοχίες, επιλέγει να μετακυλίει το κόστος στους ίδιους τους παραγωγούς:
«Αντί το κράτος να απολογηθεί, αντιμετωπίζει τον άνθρωπο της παραγωγής ως ένοχο μέχρι αποδείξεως του εναντίον».
Στο ίδιο πλαίσιο, η κα Σπυριδάκη κατήγγειλε ότι τα μέτρα που προωθούνται αποτελούν ουσιαστικά παραδοχή αποτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής:
«Τα πρόχειρα ημίμετρα τεκμήρια τετραετίας είναι μια ομολογία της αποτυχίας σας. Δεν διορθώνετε το λάθος, απλώς το μεταθέτετε. Μεταθέτετε, μάλλον, το χάος οδηγώντας την ύπαιθρο σε οικονομική ασφυξία. Η ψηφιοποίηση δεν είναι εργαλείο εξόντωσης, είναι εργαλείο χρηστής διοίκησης».
Αναφερόμενη ειδικά στο Λασίθι και συνολικά στην ελληνική περιφέρεια, υπογράμμισε ότι οι τοπικές κοινωνίες δεν βιώνουν την ψηφιακή μετάβαση ως εκσυγχρονισμό αλλά ως μία νέα μορφή αβεβαιότητας και διοικητικής πίεσης:
«Δεν είδαμε τίποτα μέχρι τώρα σε διασταυρώσεις ΟΠΕΚΕΠΕ και Κτηματολογίου. Δεν είδαμε τίποτα που να εξυπηρετεί τον πολίτη. Μόνο λόγια. Ναι, στα χαρτιά όλα βαίνουν καλώς, γιατί κάπως πρέπει να δικαιολογούνται και τα κονδύλια που έχουν εκταμιευθεί».
Συνεχίζοντας την ομιλία της, η κα Σπυριδάκη ξεκαθάρισε ότι το πραγματικό ζητούμενο της ψηφιακής μετάβασης δεν είναι η απλή αντικατάσταση του φυσικού γκισέ από μια οθόνη, αλλά η ουσιαστική αλλαγή της σχέσης κράτους και πολίτη:
«Το ζητούμενο δεν είναι πώς θα μεταβούμε από έναν μηχανισμό του καθεστώτος του γκισέ, σε μία ουρά στο καθεστώς της οθόνης και στην ψηφιοποίηση της ίδιας της γραφειοκρατίας. Το πραγματικό ζητούμενο είναι να αλλάξει ουσιωδώς η σχέση κράτους και πολίτη στο πλαίσιο αυστηρών κανόνων και διαφάνειας».
Αναγνώρισε ότι η αρχή «μόνον άπαξ» κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, επισημαίνοντας ότι σε ένα σύγχρονο κράτος ο πολίτης δεν μπορεί να υποχρεώνεται να προσκομίζει συνεχώς τα ίδια δικαιολογητικά:
«Ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος χρειάζεται γρήγορες υπηρεσίες, χρειάζεται συστήματα που επικοινωνούν μεταξύ τους και κυρίως, χρειάζεται ένα δημόσιο που δεν καλεί τον πολίτη να προσκομίσει ξανά και ξανά στοιχεία που ο ίδιος έχει καταθέσει και που είναι σε γνώση της διοίκησης».
Ωστόσο, στάθηκε ιδιαίτερα στους κινδύνους που δημιουργούνται από την υπερσυγκέντρωση προσωπικών δεδομένων και τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων χωρίς επαρκείς εγγυήσεις ελέγχου και διαφάνειας. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Όταν το κράτος διασυνδέει μητρώα και πληροφοριακά συστήματα, οφείλει να απαντά σε απλές ερωτήσεις. Ποιος βλέπει τα δεδομένα; Με ποιο σκοπό; Για πόσο χρόνο; Για ποιόν έλεγχο; Τι γίνεται αν υπάρξουν λάθη, τυχόν καταχρήσεις ή διαρροές;».
Στο ίδιο πλαίσιο, εξέφρασε σοβαρούς προβληματισμούς για τις ρυθμίσεις σχετικά με την ψηφιακή ταυτότητα και το gov.gr wallet, υπογραμμίζοντας ότι η ταυτότητα δεν αποτελεί ένα απλό διοικητικό έγγραφο αλλά τον πυρήνα της σχέσης πολίτη και κράτους:
«Η ταυτότητα δεν είναι ένα απλό δημόσιο έγγραφο. Είναι ο πυρήνας της παρουσίας του πολίτη έναντι του κράτους και των συναλλαγών. Επομένως, όταν υπάρχει η δυνατότητα πρόσβασης επαλήθευσης και άντλησης στοιχείων, είναι λογικό ότι πρέπει να υπάρχουν αυστηρά εχέγγυα ελέγχου και αξιοπιστίας».
Παράλληλα, έθεσε συγκεκριμένα ερωτήματα που –όπως τόνισε– παραμένουν αναπάντητα:
«Θα υπάρχει ενημέρωση του πολίτη σε πραγματικό χρόνο για τη χρήση των στοιχείων του; Θα υπάρχει πλήρες αρχείο καταγραφής προσβάσιμο; Θα απαγορεύεται η αποθήκευση και η χρήση πέραν από τον λόγο για τον οποίο έγινε η άντληση; Αυτά δεν απαντώνται καθαρά».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη χρήση τεχνητής νοημοσύνης στις δημόσιες υπηρεσίες, επισημαίνοντας ότι ένα λάθος σε μια ιδιωτική εφαρμογή είναι ενόχληση, ενώ σε μια δημόσια υπηρεσία μπορεί να σημαίνει απώλεια δικαιωμάτων και άδικη ταλαιπωρία για τον πολίτη:
«Ένα λάθος στη δημόσια υπηρεσία μπορεί να σημαίνει λάθος πληροφόρηση, άδικη ταλαιπωρία με συνέπειες κατά την άντληση των δικαιωμάτων του πολίτη. Γι’ αυτό η αυστηρή εποπτεία και ο έλεγχος είναι αναμφίβολες προϋποθέσεις».
Στο τελευταίο μέρος της παρέμβασής της, η κα Σπυριδάκη στάθηκε ιδιαίτερα στο άρθρο 35 του νομοσχεδίου, το οποίο χαρακτήρισε «αγκάθι» της συνολικής ρύθμισης, συνδέοντάς το άμεσα με τη λειτουργία της ΕΥΠ μετά το σκάνδαλο των υποκλοπών. Όπως τόνισε:
«Δεν είναι το μέγεθος ενός άρθρου που δείχνει τη σημασία του, αλλά οι συνέπειές του. Και εδώ οι συνέπειες δεν έχουν εξηγηθεί επαρκώς».
Κατηγόρησε μάλιστα την Κυβέρνηση ότι δημιουργεί έναν μηχανισμό θεσμικής επιρροής και υπερσυγκέντρωσης εξουσίας μέσα στην ίδια την ΕΥΠ:
«Έρχεστε ξεδιάντροπα και δημιουργείτε έναν μηχανισμό θεσμικής επιρροής μέσα στην ίδια την ΕΥΠ, την ώρα που νομιμοποιείται και νομοθετείται η προφανής υπερσυγκέντρωση προσωπικών δεδομένων και η διαλειτουργικότητα των συστημάτων, ένας κλειστός πυρήνας στελεχών με ισχυρή επιρροή, ένα κράτος εν κράτει».
Και κατέληξε με μία ιδιαίτερα αιχμηρή αναφορά στη διάταξη του άρθρου 35, υιοθετώντας τον χαρακτηρισμό του Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ, Δημήτρη Μάντζου:
«Άσχετη, ύποπτη και ένοχη, όπως πολύ σωστά τη χαρακτήρισε ο Κοινοβουλευτικός μας Εκπρόσωπος Δημήτρης Μάντζος, είναι αυτή η διάταξη που κάνει το επιτελικό κράτος να λειτουργεί ως μηχανή εξυπηρέτησης με κομματικό πρόσημο».
Κλείνοντας την ομιλία της, η κα Σπυριδάκη ξεκαθάρισε τη θέση του ΠΑΣΟΚ απέναντι στην ψηφιακή μετάβαση:«Ψηφιακό κράτος θέλουμε, ψηφιακό χάος δεν θέλουμε. Η εμπιστοσύνη δεν κερδίζεται με λόγια ούτε με λογικές του “διαίρει και βασίλευε”. Χτίζεται με κανόνες και με κανόνες που γίνονται σεβαστοί».






