Ομιλία Δημήτρη Μάντζου στη Βουλή κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Ο προϋπολογισμός των κρατικών εσόδων και δαπανών και βεβαίως ο απολογισμός -τι έγινε ως σήμερα, σε σχέση με τις προγραμματικές δηλώσεις και κυρίως με τις ανάγκες της κοινωνίας- έχουν βαθύ πολιτικό νόημα. Και έτσι πρέπει να συζητιούνται.
Ο φετινός πρώτος προϋπολογισμός της παρούσας κυβέρνησης αλλά πέμπτος κατά σειράν με την υπογραφή της ΝΔ εντάσσεται αρμονικά στη χορεία των τεσσάρων προηγουμένων.
Η Κυβέρνηση ΝΔ παραμένει συνεπής σε ένα άδικο και στρεβλό οικονομικό μοντέλο.
Σε ένα άδικο και ετεροβαρές φορολογικό σύστημα. Που επιμένει να επενδύει στην υπεραπόδοση των έμμεσων φόρων, σε προφανή δυσαναλογία προς την άμεση προοδευτική φορολογία. Μοντέλο που αναπαράγει ανισότητες και αρκείται σε ατελέσφορες παρεμβάσεις για την καταπολέμηση της μεγάλης φοροαποφυγής.
Αρνείται την ανάγκη που επισημαίνουμε για μείωση της έμμεσης φορολογίας σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, και τη δίκαιη κατανομή των άμεσων φορολογικών βαρών, με προοδευτικούς συντελεστές και διευρυμένη φορολογική βάση κερδών και πλούτου.
Αυτό που επιδιώκουμε είναι ένα σταθερό, διαφανές και σύγχρονο φορολογικό σύστημα που θα εξασφαλίζει με δίκαιο και βιώσιμο τρόπο πόρους για το κοινωνικό κράτος. Μια Πολιτεία που θα αντιμετωπίζει την κρίση ακρίβειας που πλήττει καθημερινά την κοινωνία, σε συνδυασμό με το ιδιωτικό χρέος, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ρύθμιση της αγοράς.
Εφαρμοσμένη κοινωνική δικαιοσύνη, μακριά από τη φιλοσοφία των trickle down economics, που απέτυχαν διεθνώς.
Για να γίνει η οικονομία πιο ανθεκτική στις επόμενες κρίσεις, να επιταχυνθεί η πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη και πιο συνεκτική, με δίκτυ προστασίας για τους ευάλωτους.
Υπάρχει κατά συνέπεια άλλος δρόμος προς τη δίκαιη ανάπτυξη και τη συλλογική ευημερία, με λιγότερες ανισότητες.
Με εμπέδωση των θεσμών διαφάνειας και λογοδοσίας.
Με ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών και των ανεξάρτητων αρχών.
Με αύξηση -και όχι μείωση- της χρηματοδότησης στην εκπαίδευση. Με επενδύσεις στην έρευνα και καινοτομία. Με ενίσχυση της χρηματοδότησης στο δημόσιο σύστημα υγείας. Με αύξηση -και όχι μείωση- των προγραμμάτων προστασίας φυσικού περιβάλλοντος. Με δίκαιη μετάβαση σε συνθήκες ενεργειακής δημοκρατίας. Με έμφαση στην ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη.
Δυστυχώς, όμως, αυτός ο προϋπολογισμός είναι ένας προϋπολογισμός κοινωνικά άδικος και με άγνοια κινδύνου εν όψει των εξελίξεων, δεν είναι ένας προϋπολογισμός που εμπνέει ασφάλεια και εμπιστοσύνη στους πολίτες. Ότι θα θεραπευθεί το διευρυνόμενο έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο. Ότι η ανάπτυξη δεν θα στηρίζεται στο real estate και δεν θα χρειάζεται τη golden visa -που η Πορτογαλία, με τη Λισαβώνα δεύτερη μετά την Αθήνα στην αύξηση των τιμών ακινήτων, ήδη αναστέλλει. Ότι η χώρα θα μπορέσει να αξιοποιήσει τις νέες ευκαιρίες απέναντι στις προκλήσεις, παρούσες και μέλλουσες.
Ιδίως όταν αυτή η Κυβέρνηση έχει επιδείξει τέτοια προβληματική διαχείριση στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και το ΕΣΠΑ, στο μεγαλύτερο χρηματοδοτικό πακέτο της ιστορίας -σε συνδυασμό με τη χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων μετά την πανδημία.
Ένας αντιαναπτυξιακός προϋπολογισμός, που, πράγματι, δείχνει ότι η πολυπόθητη έξοδος από τη δημοσιονομική αυστηρή εποπτεία και η ανάκτηση πιστοληπτικής ικανότητας δεν είναι από μόνες τους αρκετές για τον εξορθολογισμό των δημόσιων οικονομικών σε κρίσιμα πεδία δημόσιας πολιτικής.
Και μάλιστα σε μια χώρα που φιλοδοξεί να επιστρέψει ως πυλώνας σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.
Μια χώρα που θέλει να ανταποκριθεί με επιτυχία στους νέους ρόλους που αναλαμβάνει διεθνώς.
Με ανοικτούς διαύλους με την Τουρκία, τις συμφωνίες σε επίπεδο χαμηλής πολιτικής και κυρίως τον πολιτικό διάλογο με την Άγκυρα, με φόντο τη μόνη διαφορά, της οριοθέτησης ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Με διαρκή την προσπάθεια οικοδόμησης εμπιστοσύνης σε στρατιωτικό επίπεδο. Και ριζωμένη την πεποίθηση για υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας από τον αναθεωρητισμό. Με δεσμευτικό μακροπρόθεσμο σχεδιασμό ενίσχυσης αποτρεπτικής ισχύος.
Με την καθοριστικής αξίας παρουσία μας στον διεθνή διάλογο για την οριστική, βιώσιμη και δίκαιη επίλυση του κυπριακού ζητήματος, που δεν πρέπει να αποσυνδεθεί από τον ελληνοτουρκικό διάλογο.
Με την αποφασιστική, δυνητικά εγγυητική, πρωτοβουλία της Ελλάδας για την ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων, με ενδυνάμωση του κράτους δικαίου και σεβασμό των δικαιωμάτων των μειονοτήτων.
Με την προσήλωση της χώρας στις αρχές του διεθνούς δικαίου και του ανθρωπισμού, ενάντια στην τρομοκρατία.
Παντού, από την τραγωδία της Γάζας έως το δράμα στην Ουκρανία και τις ένοπλες συγκρούσεις στον Καύκασο. Με μια πραγματική πολιτική αρχών, που δεν τελεί υπό όρους.
Μια χώρα στο επίκεντρο της διεθνούς γεωπολιτικής. Εκεί όπου η κλασική διπλωματία θα ξαναβρίσκει νέα νοήματα και πεδία: οικονομία, ενέργεια, πολιτισμός, αθλητισμός, κλίμα και φυσικό περιβάλλον.
Μια τέτοια, πραγματικά πολύμορφη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική απαιτεί, πράγματι, υποστήριξη.
Οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε τα λειτουργικά ζητήματα που μπορούν να δημιουργηθούν με υποστελεχωμένες και υποχρηματοδοτούμενες διπλωματικές υπηρεσίες. Την ανάγκη άμεσης προσαρμογής στα νέα ψηφιακά δεδομένα.
Με ελλείψεις διοικητικού προσωπικού αλλά και τεχνικής υποδομής, σε πρεσβείες και προξενικές αρχές. Τους πολλαπλασιαστές της Ελλάδας που πρέπει να είναι παντού. Κρίσιμα για την άσκηση σύγχρονης μεταναστευτικής πολιτικής, στο πλαίσιο διακρατικών συμφωνιών για εργαζομένους, ιδίως στον πρωτογενή τομέα.
Με έναν οργανισμό και με πόρους που θα συναρτώται με το στρατηγικό και επιχειρησιακό σχέδιο του ΥΠΕΞ. Θα προάγει τη δημόσια διπλωματία.
Οφείλουμε να εξασφαλίσουμε τους πόρους εκείνους που θα διευκολύνουν τη σύνδεση των απόδημων Ελλήνων με την πατρίδα τους. Οι συμπατριώτες μας στο εξωτερικό δεν είναι μόνο ψηφοφόροι. Είναι κοινωνοί μιας πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς, μιας κοινής εθνικής εικονογραφίας. Με κυρίαρχο το στοιχείο της γλώσσας και του πολιτισμού.
Αλλά πόσο αισιόδοξοι μπορούμε να είμαστε όταν η εθνική οικονομική πολιτική δείχνει να αγνοεί τα ελληνόφωνα σχολεία του εξωτερικού; Όπως δείχνει το αβέβαιο μέλλον του Σχολείου «Αριστοτέλης» στο Μόναχο ή η έλλειψη διδακτικού προσωπικού στα τμήματα ελληνικής γλώσσας στη Γερμανία και αλλού.
Τι μήνυμα στέλνει η Βουλή όταν ακόμη και η αρμόδια Επιτροπή Ελληνισμού της Διασποράς παραμένει ακέφαλη και ανενεργή;
Όταν το Συμβούλιο Αποδήμου Ελληνισμού, παραμένει σε ύπνωση, παρά τη συνταγματική του κατοχύρωση.
Από μόνο του, λοιπόν, το δικαίωμα ψήφου δεν αναπληρώνει την αμφίδρομη και ισότιμη σχέση διασποράς και εθνικού κέντρου. Ούτε η κυοφορούμενη επιστολική ψήφος, που πρέπει να τύχει διακομματικής επεξεργασίας, με έμφαση στις θεσμικές εγγυήσεις και τις αναγκαίες τεχνικές διασφαλίσεις, ώστε η συμμετοχή να εναρμονίζεται με τη μυστικότητα της ψήφου.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αρκείται σε χαμηλές προσδοκίες.
Οφείλει να διεκδικεί ενεργητικά τον ρόλο που της αναλογεί και μπορεί να διαδραματίσει.
Με σχέδιο, γνώση και συναντίληψη.
Μακριά από τον εθνολαϊκισμό, τον μηδενισμό και τις εύκολες αναγνώσεις της ιστορίας.
Με προσήλωση στο αληθινό εθνικό συμφέρον. Το μετρήσιμο, το πραγματικό, όχι το κατά φαντασίαν.
Με τον γνήσιο πατριωτισμό της ευθύνης.
Με οδηγό την ιστορία και όχι τη συγκυρία.
Με μια δυναμική, πολύμορφη, πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική.
Μια χώρα που θα αξιοποιεί τις μεγάλες ευκαιρίες.
Εξωστρεφής, παρούσα στις διεθνείς εξελίξεις, ανθεκτική σε κάθε κρίση.
Μια Ελλάδα με πλεόνασμα διεθνούς αξιοπιστίας.






