Κύριε Πρόεδρε,
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η Εθνική Αντίσταση, προετοιμασμένη ψυχικά και ιδεολογικά τόσο από την αντιδικτατορική πάλη του ελληνικού Λαού ενάντια στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου όσο και από τον πατριωτικό πόλεμο απέναντι στην απρόκλητη επίθεση του φασισμού-ναζισμού των Ιταλών και των Γερμανών κατά της πατρίδας μας, είναι από εκείνα τα φωτεινά σημεία που έχει να παρουσιάσει η νεότερη ελληνική ιστορία.
Η αντίσταση του Λαού μας στα χρόνια της κατοχής υπήρξε καθολική και ισάξια του 1821 και ένα από τα δυναμικότερα εθνικά κινήματα αντίστασης στην Ευρώπη.
Στις 25 Νοεμβρίου του 1942, γράφηκε μια από τις ενδοξότερες σελίδες της ελληνικής εθνικής αντίστασης.
Προϊόν σύμπνοιας, ομόνοιας και συνεργασίας όλων των αντιστασιακών οργανώσεων που δρούσαν στην κατεχόμενη Ελλάδα.
Από τη μια ο Άρης Βελουχιώτης και το ΕΑΜ, από την άλλη ο ΕΔΕΣ του Ναπολέοντα Ζέρβα, αλλά κι αγγλικές ομάδες σαμποτέρ υπό τους Μάγερς και Γούντχαουζ ανέλαβαν να αποκόψουν τις δυνάμεις κατοχής στην κυρίως Ελλάδα, πλήττοντας τη γέφυρα του Γοργοπόταμου έξω από τη Λαμία, ένα καίριο συγκοινωνιακό κόμβο που συνέδεε τη νότια Ελλάδα με την υπόλοιπη.
Η – για μία και μόνη φορά για την ελληνική αντίσταση ενότητα – έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα και η ζημιά για τους Γερμανούς ήταν ανυπολόγιστη μετά το σαμποτάζ που έκανε τάχιστα το γύρο του κόσμου.
Χρειάστηκαν βέβαια άλλα 40 χρόνια, και ενώ διαμεσολάβησε ο τραγικός μεταπελευθερωτικός διωγμός της αντίστασης, μέχρι να αναγνωριστεί η Εθνική Αντίσταση το 1982, με την ψήφιση του σχετικού Νόμου.
Διότι ήταν αυτή η σημαντική απόφαση του Ανδρέα Παπανδρέου, που τοποθέτησε τον αγώνα του ελληνικού λαού εναντίων των κατακτητών στην σωστή του θέση στην ιστορία και αποκατέστησε ηθικά όλους τους αγωνιστές και αγωνίστριες της Εθνικής Αντίστασης που μέχρι τότε αντιμετωπίζονταν ως «μιάσματα».
Όμως, ίσως το πιο σημαντικό αυτής της απόφασης Παπανδρέου είναι ότι δημιούργησε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για υπέρβαση του εθνικού διχασμού, που είχε προκληθεί λόγω του εμφυλίου και που οι πρακτικές της Δεξιάς, διατηρούσαν και καλλιεργούσαν τεχνηέντως για δεκαετίες ολόκληρες.
Έτσι, απομονωμένες φωνές μπήκαν στο περιθώριο.
Γιατί η συμφιλίωση, δεν ήταν αίτημα των ηττημένων.
Ήταν αίτημα όλου του Λαού, που χρειάστηκε 40 χρόνια για να γίνει πραγματικότητα.
Και είναι κατάκτηση του πολιτικού συστήματος ότι ο νόμος αυτός ίσχυσε από το 1982 και συνεχίζει. Και δεν επαληθεύτηκε η τότε προτροπή του αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, που αποχώρησε από τη Βουλή των Ελλήνων κατά την ημέρα της ψηφοφορίας, ο οποίος απείλησε ότι όταν θα ήταν κυβέρνηση, τότε θα καταργούσε τον σχετικό νόμο.
Ήμουν παρών από τα έδρανα εκεί ως ασκούμενος δικηγόρος, από τα άνω δυτικά θεωρεία, κύριε Πρόεδρε και ήταν πράγματι ένα σοκ στην ελληνική Βουλή όταν και η κυβέρνηση, οι κυβερνητικοί Βουλευτές και η Αντιπολίτευση τότε, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος όρθιοι χειροκροτούσαν αυτή την ενωτική πρωτοβουλία της τότε κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και υπήρξε μια αντίδραση και μια αντίθεση αρνητική.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Σήμερα άλλα 40 χρόνια μετά, όλα αυτά φαντάζουν απίστευτα μακρινά.
Δεν είναι.
Γιατί οι γενιές που τα έζησαν με όλη τη σκληρότητά τους είναι ακόμα εδώ.
Και όλοι έχουμε μια ιερή υποχρέωση.
Να αποτρέψουμε την επανάληψη των λαθών του παρελθόντος.
Να μη ξαναζήσουμε κανέναν διχασμό.
Να μην επιτρέψουμε ξανά τον διαχωρισμό των Ελλήνων σε «καλούς» και «κακούς».
Να θυμόμαστε το δίστιχο από την Ιλιάδα του Ομήρου: «Αφρήτωρ αθέμιστος ανέστιός έστιν εκείνος,
ος πολέμου έραται επιδημίου, οκρυόεντος».
Δηλαδή, αυτός που χαίρεται όταν ξεσπάει φριχτός εμφύλιος πόλεμος είναι άνθρωπος δίχως σόι, δίχως νόμους, δίχως σπιτικό.
Ένα δίδαγμα που πρέπει να θυμόμαστε, αναλογιζόμενοι τις ιστορικές ευθύνες και τη βαριά κληρονομιά που κουβαλάμε.
Ένα δίδαγμα για το πώς και γιατί η ενότητα προϋποθέτει υπευθυνότητα, τόλμη και αρετή.
Και, βεβαίως, έχοντας πάντα ως γνώμονα το χρέος να σεβόμαστε την ελευθερία της πατρίδας, αγωνιζόμενοι για την δημοκρατία και την κοινωνική πρόοδο.
Ως επίλογο, επαναλαμβάνω την έκφραση της τελευταίας πρότασης της τότε εισήγησης του Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, «εγώ ως Έλληνας αισθάνομαι υπερήφανος».
Σας ευχαριστώ.






