Στην Ολομέλεια της Βουλής τοποθετήθηκε η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής και Ειδική Εισηγήτρια, Κατερίνα Σπυριδάκη, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για την κύρωση της σύμβασης παραχώρησης των κρατικών λαχείων, θέτοντας στο επίκεντρο κρίσιμα ζητήματα θεσμών, διαφάνειας και διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας.
Η ομιλία της ξεκίνησε με μια σαφή επιλογή: να μην απομονώσει τη συζήτηση του νομοσχεδίου από την πραγματικότητα που διαμορφώνεται στη χώρα σε επίπεδο θεσμών και δημοκρατίας. Επέλεξε να θέσει εξαρχής το ζήτημα της λειτουργίας του κράτους δικαίου, συνδέοντας τη συζήτηση με τις εξελίξεις στην υπόθεση των υποκλοπών, η οποία –όπως τόνισε– δεν αποτελεί μια δευτερεύουσα υπόθεση, αλλά ένα ζήτημα που αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας.
Αναφερόμενη στην απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στο κλείσιμο της υπόθεσης χωρίς ουσιαστική διερεύνηση κρίσιμων πτυχών, η κα Σπυριδάκη ανέδειξε τον κίνδυνο θεσμικής οπισθοδρόμησης και την αίσθηση συγκάλυψης που δημιουργείται στην κοινωνία. Όπως χαρακτηριστικά τόνισε στην ομιλία της: «Δεν μπορώ να σταθώ σήμερα σε αυτό το νομοσχέδιο σαν να μην συμβαίνει τίποτα… στη χώρα εξελίσσεται κάτι πολύ πιο σοβαρό, μια βαθιά θεσμική κρίση».
Συνεχίζοντας την ανάλυσή της για το ίδιο θέμα, εξήγησε ότι δεν πρόκειται για μια απλή νομική εξέλιξη, αλλά για μια πολιτική επιλογή με βαρύ αποτύπωμα, σημειώνοντας: «Μιλάμε για κανονική συγκάλυψη… για το κλείσιμο μιας υπόθεσης που αγγίζει την καρδιά της δημοκρατίας».
Επιμένοντας στη σημασία της διαλεύκανσης της υπόθεσης, έθεσε ευθέως το ερώτημα που συμπυκνώνει την πολιτική της κριτική: «Ποιος φοβάται την αλήθεια;».
Παράλληλα, εξήγησε ότι η υπόθεση δεν αφορά μόνο την πολιτική αντιπαράθεση, αλλά θεμελιώδη δικαιώματα και τη λειτουργία του κράτους δικαίου, τονίζοντας: «Μιλάμε για παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων… για πλήγμα στο κράτος δικαίου».
Και προχώρησε ακόμη περισσότερο, αποδίδοντας σαφή πολιτική ευθύνη στην κυβέρνηση: «Ο Πρωθυπουργός δεν μπορεί να κρύβεται… αυτή η υπόθεση είναι το κέντρο της λειτουργίας του κράτους».
Αφού ανέδειξε το ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο, η κα Σπυριδάκη πέρασε στο ίδιο το νομοσχέδιο, εξηγώντας ότι δεν πρόκειται για μια τυπική διαδικασία κύρωσης, αλλά για μια επιλογή με μακροπρόθεσμες συνέπειες. Όπως σημείωσε: «Δεν πρόκειται για μία απλή τεχνική ρύθμιση… είναι μία επιλογή με σαφές οικονομικό, θεσμικό και κοινωνικό αποτύπωμα».
Δίνοντας έμφαση στη σημασία της σύμβασης για τη διαχείριση των δημόσιων πόρων, υπογράμμισε ότι: «Καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο το Δημόσιο διαχειρίζεται μια σημαντική πηγή εσόδων».
Στη συνέχεια, η κα Σπυριδάκη στάθηκε στο κεντρικό ερώτημα που διαπερνά ολόκληρη τη σύμβαση και το οποίο –όπως ανέδειξε– παρέμεινε ουσιαστικά αναπάντητο καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης. Το ερώτημα αυτό αφορά το κατά πόσο το Δημόσιο διασφάλισε το μέγιστο δυνατό οικονομικό όφελος από την παραχώρηση ενός κερδοφόρου τομέα ή αν, αντίθετα, αποδέχθηκε ένα τίμημα κατώτερο των πραγματικών δυνατοτήτων της αγοράς, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση και χωρίς σαφή αποτίμηση. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Στο βασικότερο ερώτημα δεν δόθηκε καμία ουσιαστική απάντηση».
Αναλύοντας τα οικονομικά δεδομένα της σύμβασης, παρουσίασε συγκριτικά στοιχεία που αποτυπώνουν τη σημαντική μείωση των εσόδων για το Δημόσιο: «Από 190 εκατομμύρια πάμε στα 80… και από 50 εκατομμύρια ελάχιστο πάμε στα 20».
Εξηγώντας γιατί αυτό αποτελεί κρίσιμο σημείο της κριτικής της, έθεσε ένα σαφές και τεκμηριωμένο ερώτημα: «Πώς γίνεται μία αγορά να μειώνεται 30% και το Δημόσιο να αποδέχεται μείωση εσόδων πάνω από 50%;».
Στο ίδιο πλαίσιο, ανέδειξε την απουσία τεκμηρίωσης, τονίζοντας: «Πού είναι η ανεξάρτητη αποτίμηση που αποδεικνύει την πραγματική αξία;».
Επεκτείνοντας την ανάλυσή της, εξήγησε ότι η αγορά των λαχείων δεν αποτελεί έναν αδύναμο ή περιθωριακό τομέα, αλλά έναν οργανωμένο χώρο με ισχυρή παρουσία: «Μιλάμε για έναν οργανωμένο χώρο με ισχυρή παρουσία και όμως το Δημόσιο αποδέχεται λιγότερα».
Συνδέοντας τα παραπάνω με τη δημοσιονομική πολιτική, έθεσε ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα: «Πώς δημιουργείται δημοσιονομικός χώρος όταν το κράτος συμφωνεί να εισπράξει λιγότερα;».
Αναφερόμενη στη διαδικασία του διαγωνισμού, εξήγησε ότι η απουσία ουσιαστικού ανταγωνισμού επηρεάζει καθοριστικά το αποτέλεσμα, επισημαίνοντας: «Όταν καταλήγουμε σε έναν παίκτη, δεν υπάρχει διαπραγμάτευση – υπάρχει αποδοχή».
Και συμπλήρωσε με έμφαση: «Πώς διασφαλίστηκε ότι το Δημόσιο πήρε το καλύτερο δυνατό τίμημα;».
Στη συνέχεια, η κα Σπυριδάκη στάθηκε στη διάκριση μεταξύ νομιμότητας και συμφέροντος, εξηγώντας ότι: «Η διαδικασία μπορεί να είναι νόμιμη το ερώτημα όμως είναι άλλο. Το ερώτημα είναι αν είναι η πιο συμφέρουσα. Το ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο ήταν σαφές, ελέγχει τη νομιμότητα της διαδικασίας, αλλά όχι την ουσία της σύμβασης, όχι το ύψος του τιμήματος, όχι αν το Δημόσιο εξασφάλισε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Αυτό είναι το πολιτικό ερώτημα, γιατί μια σύμβαση μπορεί να είναι απολύτως νόμιμη και ταυτόχρονα όχι η πιο κερδοφόρα για το Δημόσιο. Σε αυτό δεν πήραμε απάντηση».
Αναφερόμενη στον ρόλο του Υπερταμείου, ανέλυσε τη θεσμική διάσταση του ζητήματος, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για έναν μηχανισμό που λειτουργεί χωρίς επαρκή λογοδοσία προς τη Βουλή: «Κύριε Υπουργέ, εδώ δεν μιλάμε για έναν δευτερεύοντα φορέα. Μιλάμε για τον φορέα που διαχειρίστηκε τη διαδικασία, που καθόρισε τους όρους, που εισηγήθηκε τη σύμβαση. Και όμως η στάση του είναι τουλάχιστον προβληματική. Είναι ένας φορέας που δεν ακούει, δεν απαντάει. Ακόμα και όταν έρχεται, όπως εχθές που εμφανίστηκε, απαντά επιλεκτικά, αποφεύγοντας τα κρίσιμα ερωτήματα.».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε η κα Σπυριδάκη στο ζήτημα της πρόσβασης της Βουλής σε κρίσιμα στοιχεία της σύμβασης και συγκεκριμένα στην ανεξάρτητη αποτίμηση, την οποία χαρακτήρισε κομβικό εργαλείο για την αξιολόγηση του τιμήματος. Όπως εξήγησε, απευθύνθηκε ευθέως στον Υπουργό, ζητώντας μια σαφή απάντηση για το αν έχει λάβει τέτοια αποτίμηση και αν προτίθεται να τη θέσει υπόψη του Κοινοβουλίου. Ωστόσο, όπως ανέφερε, η απάντηση που δόθηκε δεν ήταν ουσιαστική, αλλά παρέπεμπε σε διαδικαστικές δυνατότητες και περιορισμούς. Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε: «Σας ρώτησα ευθέως, κύριε Υπουργέ, εσάς προσωπικά αν έχετε λάβει ανεξάρτητη αποτίμηση. Θα την κοινοποιήσετε στη Βουλή;».
Αναδεικνύοντας τη στάση της Κυβέρνησης, υπογράμμισε ότι η απάντηση που έλαβε ουσιαστικά άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην δοθούν κρίσιμα στοιχεία στη Βουλή, κάτι που –όπως τόνισε– συνιστά σοβαρό πλήγμα στη διαφάνεια και στον κοινοβουλευτικό έλεγχο: «Η απάντηση που λάβαμε ήταν ότι μπορούμε να κάνουμε αίτημα κατάθεσης εγγράφων και ό,τι επιτρέπεται θα κατατεθεί».
Στο σημείο αυτό έθεσε ευθέως το πολιτικό και θεσμικό ερώτημα που προκύπτει: «Τι είναι αυτό που δεν επιτρέπει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο;».
Εξηγώντας τη βαρύτητα του ζητήματος, τόνισε ότι δεν πρόκειται για μια απλή διοικητική διαδικασία, αλλά για τη διαχείριση δημόσιας περιουσίας και συμβάσεων εκατομμυρίων ευρώ, όπου η πλήρης ενημέρωση της Βουλής είναι αυτονόητη προϋπόθεση δημοκρατικής λειτουργίας: «Μιλάμε για τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας… για μια σύμβαση εκατομμυρίων ευρώ και έρχεστε και μας λέτε ότι κάποια στοιχεία μπορεί και να μην επιτρέπεται να δοθούν!».
Και έθεσε το ερώτημα που αποτυπώνει τη θεσμική διάσταση της κριτικής της: «Σε ποια δημοκρατία συμβαίνει αυτό; Σε ποιο κοινοβούλιο η Βουλή δεν έχει την πλήρη εικόνα για τέτοιες συμβάσεις;».
Παράλληλα, υπενθύμισε ότι το ΠΑΣΟΚ είχε ήδη αναλάβει σχετική πρωτοβουλία για την ενίσχυση της λογοδοσίας, ζητώντας την παρουσία του Υπερταμείου στη Βουλή, προκειμένου να απαντήσει σε κρίσιμα ερωτήματα, επισημαίνοντας ότι η πρωτοβουλία αυτή δεν έγινε αποδεκτή: «Το ΠΑΣΟΚ ήταν εκείνο που είχε ζητήσει να έρθει το Υπερταμείο στη Βουλή… και ο Πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών αρνήθηκε».
Αναδεικνύοντας το πολιτικό συμπέρασμα αυτής της στάσης, τόνισε ότι δεν πρόκειται για αδυναμία, αλλά για συνειδητή επιλογή: «Άρα εδώ δεν μιλάμε για αδυναμία, μιλάμε για επιλογή… επιλογή να λειτουργεί το Υπερταμείο χωρίς λογοδοσία, επιλογή να μένει η Βουλή στο σκοτάδι».
Κλείνοντας το συγκεκριμένο σκέλος της παρέμβασής της, υπογράμμισε τη βαθιά θεσμική διάσταση του ζητήματος, επισημαίνοντας ότι: «Αυτό δεν είναι απλώς πρόβλημα, είναι βαθιά θεσμικό ζήτημα… όταν ο μηχανισμός που διαχειρίζεται τη δημόσια περιουσία λειτουργεί χωρίς έλεγχο, μιλάμε για στρέβλωση της ίδιας της δημοκρατικής διαδικασίας».
Στο κοινωνικό σκέλος, ανέδειξε την απουσία ουσιαστικού απολογισμού για τη διάθεση των πόρων: «Δεν υπάρχει σαφής εικόνα για το πού πήγαν τα χρήματα και ποιο είναι το κοινωνικό τους αποτύπωμα».
Παράλληλα, ανέδειξε την απουσία πρόβλεψης για ένα από τα πιο κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα που συνδέονται με τα τυχερά παιχνίδια: «Η σύμβαση δεν προβλέπει καμία ουσιαστική δικλείδα προστασίας».
Συνδέοντας το ζήτημα με τα πραγματικά δεδομένα, υπογράμμισε την έκταση του προβλήματος του παράνομου τζόγου: «900.000 πολίτες και περίπου 2 δισεκατομμύρια ευρώ εκτός ελέγχου».
Και έθεσε το ερώτημα που αναδεικνύει την απουσία στρατηγικής: «Πού είναι η στρατηγική αντιμετώπισης;».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη ρήτρα αποζημίωσης σε περίπτωση που το Δημόσιο αλλάξει στο μέλλον τη φορολογία ή το ρυθμιστικό πλαίσιο με τρόπο που να επηρεάζεται ο παραχωρησιούχος, εξηγώντας ότι δημιουργεί σοβαρούς περιορισμούς για το μέλλον: «Δεσμεύετε και τις επόμενες κυβερνήσεις… περιορίζετε τη δυνατότητα του κράτους να ασκήσει πολιτική».
Και ανέδειξε την ουσία της επιλογής: «Μεταφέρετε το ρίσκο από τον ιδιώτη στον φορολογούμενο».
Κλείνοντας την ομιλία της, η κα Σπυριδάκη αποτύπωσε με σαφήνεια τη βασική πολιτική διαφορά: «Μόνο που εδώ δεν μιλάμε για μια παρτίδα. Μιλάμε για ένα παιχνίδι που φαίνεται να είναι προδιαγεγραμμένο ως προς τους όρους, ως προς το αποτέλεσμα, ως προς το ποιος κερδίζει και ποιος χάνει. Και όταν η πολιτική μετατρέπεται σε τέτοιο παιχνίδι, η τύχη δεν είναι πια ουδέτερη έννοια, είναι επιλογή. Και αυτή η επιλογή έχει ευθύνη. Εμείς δεν πιστεύουμε σε μια επιλογή που αφήνει τα πράγματα στην τύχη. Πιστεύουμε σε μια πολιτική που σχεδιάζει, που διεκδικεί, που προστατεύει το δημόσιο συμφέρον. Γιατί το κράτος δεν παίζει, το κράτος οφείλει να εγγυάται. Και αυτό, κυρίες και κύριοι, είναι η διαφορά η δική σας με τη δική μας».






