Ομιλία Στέφανου Παραστατίδη, Βουλευτή Κιλκίς και Τομεάρχη Παιδείας ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, στην Ολομέλεια σχετικά με το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Πολιτισμού
Το σημερινό νομοσχέδιο αφορά την άυλη πολιτιστική μας κληρονομιά.
Τη ζωντανή μας κληρονομιά.
Δηλαδή την κατανόηση ότι ο πολιτισμός παράγει νόημα.
κι όχι μόνο κάποια τελικά προϊόντα.
Στη σημερινή εποχή, οι άνθρωποι μετακινούνται, κινούνται σε πολλαπλάσιο βαθμό, “on the move”.
Τα ήθη, τα έθιμα οι παραδόσεις τους ταξιδεύουν ακόμη και χωρίς αυτούς,
στον θαυμαστό ανοιχτό διασυνδεδεμένο κόσμο του διαδικτύου.
Ενός κόσμου που δημιουργεί μία νέα ορατότητα,
ένα καινούργιο πλαίσιο του διαμοιρασμού,
που πλάθει εκ νέου το πολιτιστικό – πολιτισμικό φορτίο κάθε λαού.
Έτσι, η πολιτιστική κληρονομιά ενός λαού παύει να είναι απομονωμένη, παύει να είναι η μοναδική ή η κύρια επιλογή.
Μπαίνει σε σύγκριση, εντάσσεται στον διεθνή ανταγωνισμό, αξιολογείται.
Με κίνδυνο να χαθεί.
Με δυνατότητα να γίνει κυρίαρχη.
Όπως επίσης, να βρεθεί σε μία νέα ισορροπία.
Η ένταση των διαπολιτισμικών επαφών,
η αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος,
τα μεταναστευτικά κύματα που προκύπτουν από τις ένοπλες συγκρούσεις,
αλλάζουν τα δεδομένα.
Στηνδε Ελλάδα, μία χώρα με ισχυρή τουριστική βιομηχανία, η πολιτιστική ώσμωση γίνεται ακόμη πιο έντονη.
Αυτή, όμως η ώσμωση, δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί με φοβικότητα.
Αλλά με περηφάνεια και εξωστρέφεια για τον πλούσιο ελληνικό πολιτισμό.
Για παράδειγμα, το θέμα της υποχρεωτικής ελληνικής μουσικής που έχει απασχολήσει τον κόσμο από τη μέρα που ήρθε το νομοσχέδιο σε διαβούλευση.
Σε όλες τις άλλες χώρες, η υποχρεωτικότητα στις ποσοστώσεις μετάδοσης τραγουδιών στην εθνική γλώσσα αφορά τους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς.
Εσείς, εδώ, ακολουθείτε αντίθετη πορεία.
Θεσπίζετε κίνητρα για τους ραδιοφωνικούς σταθμούς
και παράλληλα θεσπίζετε την υποχρεωτικότητα στη δημόσια εκτέλεση ελληνόφωνων τραγουδιών σε πολύ συγκεκριμένους χώρους,
Όπως ξενοδοχεία, εμπορικά κέντρα, καζίνο, ΜΜΜ, αερολιμένες.
Μα τι φιλελευθερισμός είναι αυτός, κύριοι της Νέας Δημοκρατίας; Δεν καταλαβαίνετε τη διαφορά μεταξύ της εύλογης ρυθμιστικής παρέμβασης σε μία δημόσια συχνότητα και της παράλογης εντός ενός ιδιωτικού χώρου;
Πολιτική μας ευθύνη είναι η κατοχύρωση της ελευθερίας της Τέχνης, χωρίς αστερίσκους,
χωρίς ν’ αφήνουν χώρο σε ένα κράτος που θέλει να έχει το ρόλο λογοκριτή.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν νοείται το κράτος να επιδοκιμάζει νομοθετικά ένα είδος μουσικής και να αποδοκιμάζει έμμεσα άλλα.
Η μουσική εκφράζει την ατομική επιλογή του καθενός.
Είναι σαν να λέει το κράτος τι βιβλία θα διαβάζουμε ή τι ρούχα θα φοράμε.
Δεν νοείται το κράτος να προσπαθεί να δείξει ποιες ατομικές επιλογές συνθέτουν μια καλή ζωή και ποιες μια κακή ζωή.
Ο ελληνικός άϋλος πολιτισμός μετέχει του παγκόσμιου, και το αντίστροφο.
Εδώ υπάρχει μια βασική συνθήκη αλληλεπίδρασης, ώσμωσης, αλληλοπεριχώρησης.
Όταν χτίζουμε πολιτιστικά τείχη γύρω μας, φτωχαίνουμε και οι ίδιοι.
Η βασική συνθήκη της καλλιτεχνικής-πολιτιστικής δημιουργίας είναι η ανοιχτότητα, όχι το κλειστό και οι αποκλεισμοί.
Εμείς πιστεύουμε στους Έλληνες δημιουργούς και καλλιτέχνες και δεν το κάνουμε με όρους συντεχνίας και δεν τους κατηγορούμε για αυτό.
Οι άνθρωποι αυτοί έχουν κάθε δίκιο να ανησυχούν, πέρασαν εξαιρετικά δύσκολα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Όμως η προωθούμενη ρύθμιση δεν τους προσφέρει κάτι από αυτή τη σκοπιά. Αντιθέτως, τους αφαιρεί το πιο σημαντικό στοιχείο της καλλιτεχνικής τους ιδιοπροσωπίας: ότι τους ακούει κανείς από επιλογή, και όχι από εξαναγκασμό. Υποβαθμίζοντας και τους ίδιους και το προϊόν τους.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η άυλη πολιτιστική μας κληρονομιά είναι ένας ανανεώσιμος πόρος της πατρίδας μας.
Είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά και αναδημιουργείται.
Είναι ο πιο ενδιαφέρον τρόπος να προβάλεις μια εθνική ταυτότητα που πάλλεται, αλλάζει και μετασχηματίζεται,
εισπράττοντας κι ενσωματώνοντας τις δονήσεις της σύγχρονης εποχής.
Είναι μια ανάγνωση του πλούτου της εθνικής μας ταυτότητας, μακριά από περιοριστικά και ξενοφοβικά πρότυπα.
Μακριά από τα πρότυπα που συνήθως επικαλούνται οι ακροδεξιοί και οι φασίζουσες ή φασιστικές αντιλήψεις, αυτές που θεωρούν την Ελλάδα μια χώρα παγωμένη ή καλύτερα μια παγωμένη εικόνα στο χρόνο.
Δεν είναι ένας πεπερασμένος λοιπόν πόρος που πρέπει να προστατεύσεις.
Είναι κάτι που πρέπει να διαφυλάξεις και να υποστηρίξεις.
Και το βασικό ερώτημα είναι το πώς.
Ενώ η προστασία των μνημείων είναι έργο των ειδικών, των αρχαιολόγων των ιστορικών,
η άυλη πολιτιστική κληρονομιά είναι υπόθεση όλων μας.
Είναι υπόθεση της κάθε κοινότητας, του λαού, να την διαφυλάξει – κι όχι να την προστατεύσει.
Να την διαφυλάξει αναπαράγοντάς την και ανοίγοντάς την στα σύγχρονα δεδομένα,
ώστε να παραμένει επίκαιρη και να συνεχίζει να εφοδιάζει με νόημα τις κοινότητες των Ελλήνων .
Γι’ αυτό και η διαχείριση της ζωντανής παράδοσης, της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς, φέρνει και μια αλλαγή παραδείγματος.
Δεν υπάρχει άυλη πολιτιστική κληρονομιά με κεντρική διαχείριση από το κράτος.
Κλειδί είναι η συμμετοχική προσέγγιση, η ενδυνάμωση των ίδιων των κοινοτήτων και η ουσιαστική διαβούλευση μαζί τους.
Χωρίς επιβολή.
Και το δεύτερο κλειδί σε αυτή την αλλαγή παραδείγματος είναι η διατομεακή προσέγγιση.
Απαιτούνται ευρύτερες συνεργασίες ανάμεσα στο κράτος, την κοινωνία πολιτών και των ιδιωτικό τομέα.
Σε αυτό το ευαίσθητο οικοσύστημα της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς, έρχεστε τώρα και τοποθετείτε μια 19μελή (!) αμειβόμενη επιτροπή η οποία θα γνωμοδοτεί σε εσάς κυρία υπουργέ, επί αιτημάτων εμπλουτισμού του εθνικού ευρετηρίου άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς με νέα στοιχεία.
Για τη δημιουργία της, επικαλείστε τη σύμβαση της UNESCO.
Η UNESCO λέει ότι κάθε χώρα πρέπει να έχει ένα ή περισσότερα “designated bodies” για την άυλη πολιτιστική κληρονομιά. Εμείς ήδη έχουμε διεύθυνση στο υπουργείο.
Υπήρχε ήδη μια άμισθη επιστημονική επιτροπή που επικουρούσε την μονάδα του υπουργείου και συνεδρίαζε 2 φορές τον χρόνο.
Τώρα, τις αρμοδιότητες της επιστημονικής επιτροπής αναλαμβάνει το Συμβούλιο και αποκτά και μερικές ακόμα πιο ουσιαστικές.
Απονευρώνετε έτσι – για άλλη μια φορά – τον δημόσιο τομέα, αφαιρώντας το ουσιαστικό κομμάτι μιας δουλειάς, που δίνει νόημα στην επαγγελματική καθημερινότητα, των ανθρώπων που έστησαν το μητρώο της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς στη χώρα μας.
Τα μέλη της επιτροπής πιθανώς θα αλλάξουν από τον/την επόμενη υπουργό.
Έτσι, δεν διατηρείται η θεσμική μνήμη του υπουργείου.
Έτσι, δεν διασφαλίζεται η θεσμική συνέχεια της χώρας.
Κλείνω λέγοντας ότι το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα του εικοστού πρώτου αιώνα προέρχεται όλο και περισσότερο από άυλα περιουσιακά στοιχεία που είναι δύσκολο να αντιγραφούν.
Οι ζωντανές μας ιστορίες φέρουν ενσωματωμένες τις γνώσεις για την αγροκαλλιέργεια, την ιατρική ή την καθημερινή επιβίωση των κοινωνιών μας.
Κι αυτό απαιτεί στρατηγικό σχέδιο και ευρύτερες συνεννοήσεις.
Ακόμη κι αν είναι επίπονες. Ή βραδέως αποτελεσματικές.
Είναι όμως ανθεκτικές και βιώσιμες στο χρόνο.






