Σε Ανακοινώσεις

Κοινή ανακοίνωση του βουλευτή Αργολίδας και Υπεύθυνου του Κοινοβουλευτικού Τομέα Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, Ανδρέα Πουλά και του Τομεάρχη Κλιματικής Κρίσης και Ανθεκτικότητας, Μιχάλη Χάλαρη

Οι δύο πρόσφατες αναρτήσεις του Υπουργού Επικρατείας για τη δασοπροστασία και την Πολιτική Προστασία επιχειρούν να παρουσιαστούν ως τεχνοκρατική απάντηση στην κριτική που ασκείται στην κυβέρνηση. Στην πραγματικότητα, όμως, επιβεβαιώνουν κάτι πολύ σημαντικό. Η κυβέρνηση, έστω και καθυστερημένα, αναγκάζεται να συζητήσει με όρους που το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής έχει ήδη θέσει στον δημόσιο διάλογο.

Η Πολιτική Προστασία δεν αξιολογείται με ένα μόνο μέγεθος ούτε με αποσπασματικές συγκρίσεις καμένων εκτάσεων. Αξιολογείται με ένα συνεκτικό σύστημα δεικτών που αποτυπώνουν την πρόληψη, την επιχειρησιακή ετοιμότητα, τον χρόνο πρώτης απόκρισης, την προστασία της ανθρώπινης ζωής, τη διαθεσιμότητα των μέσων, την αποτελεσματικότητα των έργων πρόληψης, την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων και τη λογοδοσία μετά από κάθε μεγάλη κρίση.

Αυτά που σήμερα η κυβέρνηση παρουσιάζει ως «KPIs», το ΠΑΣΟΚ τα έχει ήδη θέσει ως αναγκαίο πλαίσιο αξιολόγησης ενός σύγχρονου μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας.

Η διαφορά, όμως, είναι ουσιώδης.

Το ΠΑΣΟΚ ζητά δείκτες για να υπάρχει έλεγχος. Η κυβέρνηση τους χρησιμοποιεί επιλεκτικά για να τεκμηριώσει τη δική της αποτίμηση της πολιτικής της.

Το ΠΑΣΟΚ ζητά πολυετή, συγκρίσιμα και επιστημονικά τεκμηριωμένα δεδομένα. Η κυβέρνηση προβάλλει κάθε φορά εκείνα τα στοιχεία που ενισχύουν το αφήγημά της.

Το ΠΑΣΟΚ ζητά ανεξάρτητη αξιολόγηση της πρόληψης, της ετοιμότητας και των έργων. Η κυβέρνηση αξιολογεί κατά κανόνα η ίδια τις επιδόσεις της και στη συνέχεια επικαλείται τη δική της αξιολόγηση ως απόδειξη επιτυχίας.

Ιδίως στο ζήτημα του AntiNero, η επιχειρηματολογία του Υπουργού Επικρατείας επιχειρεί να μετατρέψει μια αναγκαία δημόσια πολιτική πρόληψης σε επικοινωνιακό τρόπαιο.

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η διαχείριση της καύσιμης ύλης, οι καθαρισμοί, οι δασικοί δρόμοι, οι αντιπυρικές ζώνες και η προστασία των ζωνών μίξης δάσους και οικισμού αποτελούν απαραίτητα εργαλεία πρόληψης.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν έγιναν τα σωστά έργα στα σωστά σημεία και στον σωστό χρόνο.

Ολοκληρώθηκαν εγκαίρως και πριν από την έναρξη της κρίσιμης αντιπυρικής περιόδου;

Συνδέθηκαν με τα επιχειρησιακά σχέδια του Πυροσβεστικού Σώματος, της Δασικής Υπηρεσίας, των Περιφερειών και των Δήμων;

Υπήρχε πλήρης γεωχωρική αποτύπωση των παρεμβάσεων;

Υπήρχαν εξαρχής προκαθορισμένοι και μετρήσιμοι δείκτες αποτελεσματικότητας;

Αξιολογήθηκε η απόδοση των έργων στις περιοχές που στη συνέχεια δοκιμάστηκαν από πραγματικές πυρκαγιές;

Δημοσιοποιήθηκαν τα αποτελέσματα αυτής της αξιολόγησης;

Χωρίς τεκμηριωμένες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, η διαπίστωση ότι «το AntiNero δουλεύει» δεν συνιστά από μόνη της επιστημονικό συμπέρασμα. Παραμένει κυβερνητικός ισχυρισμός που πρέπει να επιβεβαιωθεί από δεδομένα.

Αντίστοιχη προσοχή απαιτείται όταν η μείωση του ποσοστού του «καθαρού δάσους» επί των συνολικών καμένων εκτάσεων χρησιμοποιείται ως βασικός δείκτης επιτυχίας. Ο συγκεκριμένος δείκτης μπορεί να έχει αναλυτική αξία, αλλά είναι μεθοδολογικά ανεπαρκής όταν εξετάζεται απομονωμένα.

Στην Ελλάδα σημαντικό μέρος των καμένων εκτάσεων αφορά θαμνώδη, μεσογειακή, μεταβατική δασώδη και άλλη φυσική βλάστηση. Οι εκτάσεις αυτές έχουν οικολογική αξία, συμμετέχουν στη δυναμική και στη συμπεριφορά της πυρκαγιάς και ενδιαφέρουν άμεσα την Πολιτική Προστασία.

Όταν απομονώνεται μόνο η κατηγορία του «αμιγούς» ή «καθαρού» δάσους και δεν συνεκτιμάται το σύνολο της φυσικής βλάστησης, η εικόνα είναι αναγκαστικά ελλιπής. Η επιστημονική αποτίμηση απαιτεί κοινή μεθοδολογία, πλήρη δεδομένα και συγκρίσιμες χρονοσειρές και όχι επιλογή της μεταβλητής που κάθε φορά παράγει την ευνοϊκότερη πολιτική εικόνα.

Το ίδιο κριτήριο τεκμηρίωσης πρέπει να εφαρμόζεται και στο πρόγραμμα ΑΙΓΙΣ. Η κυβέρνηση δικαιούται να αναδεικνύει την πρόοδο των προμηθειών και των έργων. Δεν δικαιούται, όμως, να θεωρεί αυτονόητη την αιτιώδη σύνδεση ανάμεσα σε μια εξαγγελθείσα ή ακόμη και συμβασιοποιημένη επένδυση και στη βελτίωση ενός επιχειρησιακού αποτελέσματος.

Μια τέτοια σύνδεση απαιτεί πραγματικά επιχειρησιακά δεδομένα, ανάλυση των περιοχών όπου εφαρμόστηκαν συγκεκριμένες παρεμβάσεις, συνεκτίμηση των πυρομετεωρολογικών συνθηκών, αποτίμηση του χρόνου πρώτης απόκρισης και καταγραφή της πραγματικής και όχι της ονομαστικής διαθεσιμότητας των μέσων.

Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να συγχέουμε τις προμήθειες που ανακοινώνονται με τις δυνατότητες που είναι πράγματι διαθέσιμες στο πεδίο.

Η ίδια απαίτηση ακρίβειας και λογοδοσίας ισχύει όταν περνάμε από τους δείκτες στις προμήθειες και από τις εξαγγελίες στα χρηματοδοτικά εργαλεία. Και εδώ η δεύτερη ανάρτηση του Υπουργού Επικρατείας δημιουργεί μια σύγχυση που πρέπει να αποσαφηνιστεί.

Άλλο είναι η προμήθεια επτά νέων πυροσβεστικών αεροσκαφών DHC-515 και άλλο η αναβάθμιση και ο εκσυγχρονισμός των επτά υφιστάμενων Canadair CL-415.

Η σύμβαση για την προμήθεια των επτά νέων DHC-515 αποτελεί αυτοτελές πρόγραμμα. Κατά την κύρωσή της από τη Βουλή, η συνολική δαπάνη εκτιμήθηκε σε περίπου 361 εκατ. ευρώ. Από τα επτά αεροσκάφη, τα δύο συνδέονται με τον ευρωπαϊκό μηχανισμό rescEU και χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκούς πόρους, ενώ για τα υπόλοιπα πέντε είχε προβλεφθεί συνδυασμός χρηματοδοτικών πηγών, μεταξύ των οποίων το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και άλλοι ευρωπαϊκοί ή εθνικοί πόροι.

Πρόκειται, όμως, για διαφορετικό φυσικό αντικείμενο από το έργο αναβάθμισης των επτά υφιστάμενων CL-415.

Το συγκεκριμένο έργο αναβάθμισης είχε ενταχθεί αυτοτελώς στο Ταμείο Ανάκαμψης, στο πλαίσιο της δράσης για τον εκσυγχρονισμό των εναέριων μέσων Πολιτικής Προστασίας, με συνολικό προϋπολογισμό 43 εκατ. ευρώ.

Επομένως, όταν συζητούμε για τα ορόσημα του Ταμείου Ανάκαμψης, οφείλουμε να συγκρίνουμε όμοια πράγματα.

Η αγορά των νέων DHC-515 δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να εξαφανίζεται από τη συζήτηση η τύχη του διαφορετικού έργου που αφορούσε την αναβάθμιση των υφιστάμενων CL-415.

Το αρχικό ευρωπαϊκό ορόσημο για τα εναέρια μέσα Πολιτικής Προστασίας περιλάμβανε ρητά την αναβάθμιση των επτά CL-415 και την παράδοση έντεκα αμφίβιων πυροσβεστικών αεροσκαφών τύπου Air Tractor, μαζί με άλλα εναέρια μέσα. Με τις διαδοχικές αναθεωρήσεις το περιεχόμενο του οροσήμου μεταβλήθηκε σημαντικά και στην τελική του μορφή περιορίστηκε στην παράδοση πέντε ελικοπτέρων διαφορετικών χρήσεων.

Αυτό είναι το πραγματικό ζήτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί με τη φράση ότι «η απένταξη δεν σημαίνει ακύρωση».

Πράγματι, μια απένταξη από το Ταμείο Ανάκαμψης δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι ένα έργο ακυρώνεται και το ΠΑΣΟΚ δεν έχει κανέναν λόγο να υποστηρίξει κάτι τέτοιο.

Σημαίνει, όμως, ότι το έργο δεν υλοποιήθηκε με το αρχικό χρηματοδοτικό εργαλείο, με το αρχικό χρονοδιάγραμμα και υπό το συγκεκριμένο ευρωπαϊκό ορόσημο για το οποίο η χώρα είχε δεσμευθεί.

Στην περίπτωση των επτά CL-415, το έργο που είχε ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης με προϋπολογισμό 43 εκατ. ευρώ συνεχίζεται σήμερα με διαφορετική χρηματοδοτική βάση, μέσω δανείου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων στο πλαίσιο του προγράμματος ΑΙΓΙΣ, με χρονικό ορίζοντα ολοκλήρωσης έως το 2030.

Το έργο συνεπώς δεν ακυρώθηκε. Άλλαξε, όμως, το χρηματοδοτικό πλαίσιο και μετατοπίστηκε ο χρόνος κατά τον οποίο η συγκεκριμένη επιχειρησιακή δυνατότητα θα είναι πλήρως διαθέσιμη.

Και αυτή ακριβώς είναι η ουσία της συζήτησης.

Το Ταμείο Ανάκαμψης δεν δημιουργήθηκε απλώς για να καταγράφονται έργα σε πίνακες. Δημιουργήθηκε για να επιταχύνει κρίσιμες επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις μέσα σε αυστηρό χρονικό πλαίσιο.

Όταν ένα έργο μεταφέρεται σε άλλο χρηματοδοτικό εργαλείο και ολοκληρώνεται χρόνια αργότερα, μπορεί να συνεχίζει να είναι χρήσιμο και αναγκαίο. Δεν μπορεί, όμως, η μεταφορά του να παρουσιάζεται ταυτόχρονα ως απόδειξη επιτυχούς υλοποίησης του αρχικού σχεδιασμού του Ταμείου Ανάκαμψης.

Ανάλογη συζήτηση πρέπει να γίνει και για τις υπόλοιπες παρεμβάσεις της Πολιτικής Προστασίας που μεταβλήθηκαν, περιορίστηκαν ή μεταφέρθηκαν από τον αρχικό σχεδιασμό σε διαφορετικά χρηματοδοτικά εργαλεία.

Το ΠΑΣΟΚ δεν ισχυρίζεται ότι κάθε αλλαγή χρηματοδότησης ισοδυναμεί με ακύρωση ενός έργου.

Υποστηρίζει κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο.

Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει ποια έργα είχαν αρχικά ενταχθεί, ποια ορόσημα ανέλαβε να εκπληρώσει, ποια από αυτά υλοποιήθηκαν εντός του συμφωνημένου χρόνου, ποια μεταφέρθηκαν σε άλλες πηγές χρηματοδότησης, ποιο είναι το πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος και, κυρίως, πότε οι αντίστοιχες δυνατότητες θα είναι πραγματικά διαθέσιμες στην Πολιτική Προστασία.

Γιατί στην Πολιτική Προστασία υπάρχει μία κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στη διοικητική και στην επιχειρησιακή πραγματικότητα.

Ένα έργο μπορεί να είναι σχεδιασμένο.

Μπορεί να έχει εξαγγελθεί.

Μπορεί να έχει ενταχθεί.

Μπορεί ακόμη και να έχει συμβασιοποιηθεί.

Δεν αποτελεί, όμως, επιχειρησιακή δυνατότητα μέχρι να παραδοθεί, να στελεχωθεί, να ενταχθεί στον σχεδιασμό και να μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά όταν χρειαστεί.

Όταν λοιπόν η κυβέρνηση παρουσιάζει την αλλαγή χρηματοδοτικού σχήματος ως μια απλή «ευρωπαϊκή κανονικότητα», παρακάμπτει το ουσιώδες ερώτημα. Ήταν οι κρίσιμες επιχειρησιακές δυνατότητες διαθέσιμες στον χρόνο για τον οποίο είχε δεσμευθεί η χώρα και όταν πραγματικά τις χρειαζόταν;

Αυτό στην Πολιτική Προστασία δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια. Είναι ζήτημα ασφάλειας, ετοιμότητας και λογοδοσίας.

Η κυβέρνηση επικαλείται ορθώς την προστασία της ανθρώπινης ζωής ως κορυφαίο κριτήριο επιτυχίας. Και ασφαλώς πρέπει να είναι.

Το 112 είναι ένα κρίσιμο εργαλείο και έχει συμβάλει καθοριστικά στην έγκαιρη προειδοποίηση και στην οργανωμένη απομάκρυνση πολιτών. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαταστήσει την πρόληψη, τα τοπικά σχέδια οργανωμένης απομάκρυνσης, την ιδιαίτερη μέριμνα για τις ευάλωτες ομάδες, τις ασφαλείς οδούς διαφυγής, την ανθεκτικότητα των οικισμών και τον ολοκληρωμένο σχεδιασμό στις ζώνες μίξης δάσους και κατοικίας.

Η επιτυχία δεν μπορεί να εξαντλείται στην έγκαιρη εκκένωση μιας περιοχής όταν η πυρκαγιά την απειλεί. Επιτυχία είναι και να έχει μειωθεί ο κίνδυνος τόσο, ώστε όσο το δυνατόν λιγότερες φορές να καθίσταται αναγκαίο οι πολίτες να εγκαταλείπουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους.

Η Πολιτική Προστασία δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο ως αποτελεσματικός μηχανισμός αντίδρασης. Πρέπει να αποτελεί ολοκληρωμένο σύστημα πρόληψης, ετοιμότητας, έγκαιρης προειδοποίησης, συντονισμού, απόκρισης, αποκατάστασης και θεσμικής μάθησης.

Γι’ αυτό η κυβερνητική μετατόπιση προς τη γλώσσα των δεικτών είναι ενδιαφέρουσα και ταυτόχρονα αποκαλυπτική.

Δείχνει ότι δεν αρκούν πλέον οι επικοινωνιακές εικόνες, οι αριθμοί των μέσων που ανακοινώνονται και οι αποσπασματικές συγκρίσεις κάθε αντιπυρικής περιόδου.

Η κυβέρνηση αναγκάζεται να μπει στο πεδίο όπου το ΠΑΣΟΚ έχει ήδη ανοίξει τη συζήτηση, στο πεδίο της επιστημονικής τεκμηρίωσης, των συγκρίσιμων δεδομένων, των μετρήσιμων αποτελεσμάτων και της θεσμικής λογοδοσίας.

Οι δείκτες, όμως, δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο μιας κυβερνητικής ανάρτησης. Είναι εργαλεία ελέγχου.

Αν η κυβέρνηση πιστεύει πραγματικά στους δείκτες, ας δημοσιοποιήσει συστηματικά τον χρόνο πρώτης απόκρισης ανά κατηγορία συμβάντος και περιοχή.

Ας παρουσιάσει πόσες πυρκαγιές περιορίστηκαν στο αρχικό τους στάδιο και υπό ποιες πυρομετεωρολογικές και επιχειρησιακές συνθήκες.

Ας δημοσιοποιήσει την πραγματική ημερήσια διαθεσιμότητα των εναέριων και επίγειων μέσων και όχι μόνο τον συνολικό αριθμό τους.

Ας δημοσιοποιήσει τα γεωχωρικά δεδομένα των παρεμβάσεων του AntiNero, τις περιοχές παρέμβασης, το κόστος, τα χρονοδιαγράμματα και την πρόοδο ολοκλήρωσης και παραλαβής των έργων.

Ας παρουσιάσει ανεξάρτητη αξιολόγηση για το πού τα έργα πρόληψης αποδείχθηκαν αποτελεσματικά και πού χρειάζονται διαφορετικές ή πρόσθετες παρεμβάσεις.

Ας δώσει πλήρη και ενιαίο απολογισμό των έργων Πολιτικής Προστασίας του Ταμείου Ανάκαμψης που ολοκληρώθηκαν, τροποποιήθηκαν, αφαιρέθηκαν από τα αρχικά ορόσημα ή μεταφέρθηκαν σε άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία.

Και ας εξηγήσει με μετρήσιμους όρους γιατί, παρά τις σημαντικές επενδύσεις που έχουν γίνει και τα μεγάλα ποσά που ανακοινώνονται, περιοχές της χώρας εξακολουθούν να δοκιμάζονται επανειλημμένα από καταστροφικές πυρκαγιές.

Η σοβαρή Πολιτική Προστασία δεν χρειάζεται κυβερνητικό αυτοθαυμασμό. Χρειάζεται δημοκρατικό έλεγχο.

Η χώρα δεν έχει ανάγκη από επιλεκτικές στατιστικές που παρουσιάζονται ως επιστημονική τεκμηρίωση όταν εξυπηρετούν ένα κυβερνητικό αφήγημα.

Έχει ανάγκη από πραγματική αξιολόγηση με ενιαία και συγκρίσιμη μεθοδολογία, δημόσια δεδομένα, προκαθορισμένους δείκτες και ανεξάρτητη κρίση.

Χαιρετίζουμε το γεγονός ότι ο Υπουργός Επικρατείας υιοθετεί, έστω και καθυστερημένα, τη συζήτηση για τους δείκτες, την πρόληψη, την αξιολόγηση και την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα.

Του υπενθυμίζουμε, όμως, κάτι απλό.

Δεν αρκεί να υιοθετεί κανείς τη γλώσσα της λογοδοσίας.

Πρέπει να αποδέχεται και τον έλεγχο που αυτή συνεπάγεται.

Γιατί οι δείκτες δεν υπάρχουν για να επιβεβαιώνουν την κυβέρνηση. Υπάρχουν για να επιτρέπουν στην κοινωνία να την αξιολογεί.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

ΠΑΣΟΚ - Κίνημα Αλλαγής
Επισκόπηση Πολιτικής Απορρήτου

Το Κίνημα Αλλαγής εγγυάται τον σεβασμό του ιδιωτικού απορρήτου των μελών του, καθώς και την προστασία των προσωπικών τους δεδομένων, είτε αυτά τηρούνται διαδικτυακά είτε στις εγκαταστάσεις του. Για το λόγο αυτό, στο πλαίσιο του ισχύοντος εθνικού και ενωσιακού νομικού πλαισίου που διέπει την προστασία των προσωπικών δεδομένων, ιδίως του Γενικού Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Προστασία Δεδομένων 2016/679 (εφ’ εξής «ΓΚΠΔ»), το Κίνημα Αλλαγής γνωστοποιεί την παρούσα νόμιμη και διαφανή πολιτική προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με σκοπό να παρέχει στα φυσικά πρόσωπα («υποκείμενα των δεδομένων») επαρκή ενημέρωση για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία συλλέγει και επεξεργάζεται κατά την παροχή των υπηρεσιών του προς το κοινό. Με την παρούσα πολιτική καθορίζονται οι βασικές αρχές και οι κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους το Κίνημα Αλλαγής συλλέγει, επεξεργάζεται και αποθηκεύει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται από την εθνική και ενωσιακή νομοθεσία.