«Οι Έλληνες του εξωτερικού έφυγαν από τη χώρα, αλλά δεν εγκατέλειψαν τη χώρα: παραμένουν η φωνή και η παρουσία μας στο παγκόσμιο χωριό», είπε η Βουλευτής Λακωνίας του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Νάγια Γρηγοράκου στην Ολομέλεια της Βουλής, κατά τη συζήτηση νομοσχεδίου του Υπουργείου Εσωτερικών με τίτλο: «Άρση περιορισμών για την εγγραφή στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους εκλογέων εξωτερικού».
Η βουλευτής Λακωνίας άσκησε κριτική στην Κυβέρνηση, τονίζοντας πως επί της ουσίας αντιφάσκει όταν από τη μία ευαγγελίζεται πως αναζητά συναινέσεις και από την άλλη φέρνει το σοβαρό θέμα της ψήφου των αποδήμων, λίγες μόνο εβδομάδες μετά τις εκλογές, χωρίς ουσιαστική και ευρεία συζήτηση με τα κόμματα, χωρίς ουσιαστικό διάλογο.
«Με αυτή σας τη στάση αναδεικνύονται οι ποιοτικές διαφορές που έχουμε στα ζητήματα Δημοκρατίας. Γιατί το ΠΑΣΟΚ δεν παίζει και δεν έπαιξε ποτέ επικοινωνιακά, ποτέ συγκυριακά με το θέμα της ψήφου των αποδήμων», συμπλήρωσε χαρακτηριστικά. Παράλληλα, υπενθύμισε πως το ΠΑΣΟΚ με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 έφερε το θέμα των εκλογέων του εξωτερικού στο δημόσιο διάλογο, το 2019 βοήθησε με τη θετική του στάση να περάσει ο πρώτος νόμος, ενώ το 2021 επέμενε να υπάρχει προσμέτρηση της ψήφου των αποδήμων στο συνολικό εκλογικό αποτέλεσμα, προτείνοντας και την πρόβλεψη για συμμετοχή εκπροσώπου των αποδήμων σε μία από τις τρεις πρώτες θέσεις του ψηφοδελτίου επικρατείας.
«Το κομβικό θέμα της ψήφου των αποδήμων βρίσκεται στον πυρήνα της ταυτότητας και των αξιών της προοδευτικής παράταξης», επεσήμανε η Νάγια Γρηγοράκου, σημειώνοντας την ανάγκη απογραφής των εκλογέων του εξωτερικού προκειμένου να έχουμε σαφή εικόνα για τα χαρακτηριστικά και ανάγκες του συγκεκριμένου εκλογικού σώματος.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας:
Ευχαριστώ κ. Πρόεδρε
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Στέκομαι σήμερα εδώ, στο βήμα της Βουλής, επειδή οι πολίτες της Λακωνίας με τίμησαν με την ψήφο τους.
Τους ευχαριστώ από καρδιάς.
Αντιλαμβάνομαι τη μεγάλη ευθύνη και δεσμεύομαι να είμαι παρούσα, διεκδικώντας όσα τους αξίζουν.
Δίνοντας φωνή στις αγωνίες και στα αιτήματα τους, πάντα με ειλικρίνεια, θάρρος και σοβαρότητα.
Αισθάνομαι βαθιά συγκίνηση που η πρώτη μου ομιλία στη Βουλή συμπίπτει με την ημέρα Αποκατάστασης της Δημοκρατίας μας.
Και λυπάμαι βαθιά που η σημερινή μέρα «πνίγεται» μέσα στους καπνούς των πυρκαγιών που απειλούν την ευημερία μας και καταστρέφουν το μέλλον μας.
Η σκέψη μας βρίσκεται κοντά σε όσους αγωνίζονται στα μέτωπα της φωτιάς.
Παρόλα αυτά, γιορτάζουμε 49 χρόνια Δημοκρατίας.
Μια γιορτή, όμως, που επιβάλλει να συνειδητοποιούμε κάθε στιγμή την ευθύνη.
Γιατί, σε μια εποχή γεμάτη προκλήσεις και πρωτόγνωρες κρίσεις δεν μπορούμε να θεωρούμε δεδομένο πως η Δημοκρατία μας θα προχωρά αλώβητη και χωρίς τριγμούς.
Εξάλλου, η Ιστορία μαρτυρά πως σε εποχές φόβου, ανασφάλειας και αβεβαιότητας οι κοινωνίες οδηγούνται συχνά σε καταστροφικές και ακραίες επιλογές.
Κοιτώντας, σήμερα, τη μεγάλη εικόνα βλέπουμε, στην πλειοψηφία των κοινοβουλίων της Ευρώπης ακροδεξιά κόμματα, με άκρως συντηρητική ατζέντα, να επιχειρούν με τη ρητορική τους την επιστροφή στα χρόνια των εθνικών εγωισμών, κλείνοντας συστηματικά τα μάτια στον καινούργιο κόσμο που έρχεται με ταχύτητα μέσα από τις νέες επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις.
Αυτή η πραγματικότητα επιβάλλει να είμαστε σε εγρήγορση.
Η Δημοκρατία δεν είναι ούτε αυτονόητη, ούτε ζήτημα καλών ή κακών προθέσεων των κυβερνώντων.
Απαιτεί, ισχυρούς θεσμούς.
Θεσμούς, που θα περιορίζουν την παντοδυναμία της πλειοψηφίας και ταυτόχρονα θα εγγυώνται τα δικαιώματα της μειοψηφίας και των μειονοτήτων όταν αυτά περιορίζονται ή απειλούνται.
Απαιτεί, διάλογο και συμμετοχή.
Και σε αυτό το πλαίσιο, μπορούμε να πούμε πως το συζητούμενο νομοσχέδιο έρχεται να βελτιώσει την ποιότητα της Δημοκρατίας μας, διευκολύνοντας το δικαίωμα συμμετοχής στις εκλογές για όλους τους Έλληνες πολίτες, όπου κι αν βρίσκονται χωρίς περιορισμούς και άδικους «κόφτες».
Και αυτή τη διευκόλυνση την ζητούσαν επιτακτικά και οι χιλιάδες Λάκωνες απόδημοι που βρίσκονται μακριά, αλλά με τη σκέψη τους πάντα στην πατρίδα.
Όμως εδώ έχουμε ένα παράδοξο.
Γιατί ξέρετε, κυρίες και κύριοι της Κυβέρνησης, δεν πείθετε για τις προθέσεις σας όταν από τη μία ευαγγελίζεστε πως αναζητάτε και θέλετε συναινέσεις και από την άλλη φέρνετε ένα τόσο σοβαρό θέμα, με σαφείς συνταγματικές προεκτάσεις, λίγες μόνο εβδομάδες μετά τις εκλογές, χωρίς ουσιαστική και ευρεία συζήτηση με τα κόμματα, χωρίς ουσιαστικό διάλογο.
Αναρωτιέμαι.
Από που προέρχεται η τόση βιασύνη;
Δεν έχουμε ακόμη προλάβει να αξιολογήσουμε τα δεδομένα των πρόσφατων εκλογών σχετικά με την ψήφο των αποδήμων!
Τί πήγε λάθος και τί έγινε σωστά;
Μοιάζει να μην ενδιαφέρεστε πραγματικά.
Και το λέω αυτό γιατί η διαδικασία που υιοθετήσατε δεν επιτρέπει καν μια σε βάθος συζήτηση για το σημαντικό θέμα της απογραφής των εκλογέων του εξωτερικού.
Πόσοι είναι;
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά όσων αφορούν οι σχετικές διατάξεις;
Δεν πρέπει να ακούσουμε τις σκέψεις και τα προβλήματά τους για να τους απευθυνθούμε αποτελεσματικά;
Πόσοι έφυγαν σχεδόν κυνηγημένοι στη διάρκεια της κρίσης από τη χώρα και πόσοι πριν από αυτή;
Πόσοι θέλουν να επιστρέψουν;
Ποια είναι τελικά η σύνθεση αυτού του εκλογικού σώματος;
Και βέβαια με αυτή σας τη στάση αναδεικνύονται οι ποιοτικές διαφορές που έχουμε στα ζητήματα Δημοκρατίας.
Γιατί το ΠΑΣΟΚ δεν παίζει και δεν έπαιξε ποτέ επικοινωνιακά, ποτέ συγκυριακά με το θέμα της ψήφου των αποδήμων.
Αντίθετα, ήταν το ΠΑΣΟΚ που με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 άνοιξε δρόμο, φέρνοντας το θέμα των εκλογέων του εξωτερικού στο δημόσιο διάλογο.
Ήταν το ΠΑΣΟΚ που το 2019 βοήθησε με τη θετική του στάση να περάσει ο πρώτος νόμος.
Ήταν το ΠΑΣΟΚ που το 2021 επέμενε να υπάρχει προσμέτρηση της ψήφου των αποδήμων στο συνολικό εκλογικό αποτέλεσμα.
Και ήταν με δική μας πρωτοβουλία που προστέθηκε η πρόβλεψη για συμμετοχή εκπροσώπου των αποδήμων σε μία από τις τρεις πρώτες θέσεις του ψηφοδελτίου επικρατείας.
Και είναι ακριβώς αυτά που αναδεικνύουν πως το κομβικό θέμα της ψήφου των αποδήμων βρίσκεται στον πυρήνα της ταυτότητας και των αξιών της προοδευτικής παράταξης.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.
Ανήκω σε μια γενιά που ήρθε με σκληρό τρόπο αντιμέτωπη με την οικονομική κρίση, αναζητώντας δουλειά σε μια λεηλατημένη αγορά εργασίας.
Πολλοί ήταν συνομήλικοι μου που αναγκάστηκαν να φύγουν από τη χώρα.
Όμως, ας μην μπερδευόμαστε: απλώς έφυγαν από τη χώρα.
Δεν εγκατέλειψαν τη χώρα.
Και αυτό συνεπάγεται πως παραμένουν η φωνή και η παρουσία της χώρας μας στο παγκόσμιο χωριό.
Και αυτό ακριβώς μας υποχρεώνει να κρατάμε το κανάλι επικοινωνίας με τον Ελληνισμό της Διασποράς πάντα ανοικτό.
Να επιδιώκουμε διαρκώς τη σύνδεση και να διευκολύνουμε με κάθε τρόπο τη συμμετοχή τους στα κοινά του τόπου.
Σας ευχαριστώ.






