Θέλω να κάνω δύο πολύ σύντομες τοποθετήσεις, μία εκτός της ημερήσιας διάταξης, εκτός του σημερινού νομοσχεδίου και μία ιστορικού κυρίως χαρακτήρα πάνω στο σημερινό νομοσχέδιο.
Είναι φανερό ότι στο ταξίδι στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής όλοι οι Έλληνες, πιστεύω, συνοδέψαμε τον Πρωθυπουργό με τις καλύτερες ευχές μας. Και πρέπει να ομολογήσω ότι η ομιλία του στο Κογκρέσο κανέναν δεν μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο, όπως επίσης και ότι στη δημόσια εικόνα του ο Πρωθυπουργός ικανοποίησε το δημόσιο αίσθημα και αυτό νομίζω ότι είναι ένα θετικό βήμα. Δημοσίως έθεσε τα θέματα και η ανταπόκριση των Αμερικανών αξιωματούχων στη δημόσια -επαναλαμβάνω- εικόνα ήταν θετική.
Το ερώτημα είναι τι φέρνει στις αποσκευές του, εκτός από το νέο σμήνος αεροπλάνων που αγοράζουμε από τις ΗΠΑ; Από αυτό το Βήμα στη συζήτηση για τη νέα ελληνοαμερικανική συμφωνία έθεσα το ερώτημα: Ποιες δεσμεύσεις αναλαμβάνει η αμερικανική ηγεσία; Ποια είναι η απόφασή της για περαιτέρω ενίσχυση της Τουρκίας, εννοώ πριν το ταξίδι, ιδιαίτερα σήμερα και με την κατ’ εξακολούθηση εικόνα του κυρίου Ερντογάν και τα προβλήματα που δημιουργεί εντός του ΝΑΤΟ και γενικότερα στην περιοχή; Και εάν η απάντηση της αμερικανικής ηγεσίας ικανοποιεί την ελληνική πλευρά και ποια είναι αυτή η απάντηση;
Μπορώ να αποδεχτώ ότι ο Πρωθυπουργός φέρνει και κάτι πέρα από το νέο σμήνος αεροπλάνων, γιατί αν αυτό πρόκειται να είναι απλά ένας συναγωνισμός και μια καινούργια κούρσα εξοπλισμών που θα παίρνει και η Τουρκία όπλα και εμείς όπλα, στα επόμενα χρόνια και μέχρι το τέλος της δεκαετίας που έχει τοποθετήσει στον ορίζοντα, τότε είναι δώρο – άδωρο και για την οικονομία μας και για την πολιτική μας, αλλά και για τα ζητήματα της εθνικής ακεραιότητας και ανεξαρτησίας.
Πιστεύω, λοιπόν, ότι υποχρέωσή του είναι άμεσα, αναλυτικά, να ενημερώσει τους πολιτικούς αρχηγούς για τα πραγματικά αποτελέσματα του ταξιδιού πίσω από τις κουρτίνες των συζητήσεων και επαναλαμβάνοντας ότι η εικόνα του Πρωθυπουργού στο Κογκρέσο ικανοποίησε όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες. Αυτή είναι η πρώτη παρατήρηση.
Η δεύτερη παρατήρηση έχει σχέση με το Κτηματολόγιο. Νομίζω ότι για όλο το θέμα αναλυτικά μίλησε η εισηγήτρια μας και μάλιστα απολύτως ικανοποιητικά και πλήρως.
Εγώ θέλω, επειδή τυχαίνει να είμαι και από τα Δωδεκάνησα και τυχαίνει να έχω χρηματίσει και Υπουργός Αιγαίου και όταν το ’94 ανέλαβα είχα δώσει ένα πάρα πολύ σεβαστό ποσό τότε για τη μηχανοργάνωση του Κτηματολογίου στα Δωδεκάνησα της Ρόδου και του Κτηματολογίου της Κω και της Λέρου.
Θέλω να πω το εξής για τον τότε εκσυγχρονισμό. Μέχρι τότε και πολλά χρόνια μετά νομίζω ότι το Κτηματολόγιο της Δωδεκανήσου έδειχνε ένα δρόμο προς την ελληνική πλευρά, προς την ελληνική κυβέρνηση να αντιμετωπίσει επιτέλους και το Εθνικό Κτηματολόγιο στη βάση της ακρίβειας με την οποία λειτούργησε το ιταλικό, διότι ήταν αδιανόητο στα Δωδεκάνησα να υπάρχει πλήρης καταγραφή με τεράστια στοιχεία για την κάθε μερίδα, όχι μόνο για τον κάτοχο, αλλά κυρίως τα όρια της γεωγραφικής μερίδας όλης της επιφάνειας των νησιών και της Ρόδου και της Κω και της Λέρου. Επισημαίνω ότι έγιναν μόνο στη Ρόδο και στην Κω, επειδή ήταν μεγάλα νησιά και στη Λέρο, γιατί ήταν ο ναύσταθμος των Ιταλών στο Λακκί και θα τους ενδιέφεραν πιο πολύ από τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα.
Λοιπόν αυτό το συγκριτικό στοιχείο δεν έκανε τις ελληνικές κυβερνήσεις να μιμηθούν τα βασικά κριτήρια με τα οποία φτιάχνεται το Εθνικό Κτηματολόγιο και μιλάω κάνοντας αυτοκριτική και στις δικές μας κυβερνήσεις, που ξεκινήσαμε το ’95 το Εθνικό Κτηματολόγιο και αποτελεί καρφί στο μάτι της ανάπτυξης της χώρας το ότι έχουμε φτάσει στο 2022 και ακόμα δεν έχουν ολοκληρωθεί σε μια μικρή χώρα αυτές οι διαδικασίες.
Φαντάζομαι ότι οι ευρωπαίοι πολλές φορές θα φέρνουν σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα την καθυστέρηση αυτής της διαδικασίας, την οποία αναθέσαμε από τότε και μετά στη συνέχεια άλλες κυβερνήσεις σε εταιρεία. Δεν βάλαμε την αυτοδιοίκηση όσο θα έπρεπε στο παιχνίδι που ήξερε ακριβώς πού βρίσκονται τα πράγματα και δεν κάναμε τα απαραίτητα βήματα, ώστε να επενδυθούν παραγωγικά τα τόσα δισεκατομμύρια που επενδύθηκαν όλη αυτή την περίοδο στο Κτηματολόγιο.
Τώρα βέβαια εκείνο το Κτηματολόγιο, παρά το ότι οι αρχικές συνθήκες δημιουργίας του ήταν πολύ καλύτερες από τις δικές μας, ξεπερνιέται από τα πράγματα, διότι φτάσαμε σε ένα ψηφιακό κόσμο με ένα διαφορετικό τρόπο και πρέπει να υπάρχει αυτή η μεταγραφή ή αν θέλετε η μετάπτωση να ενσωματωθεί το Κτηματολόγιο με το Εθνικό Κτηματολόγιο.
Το ερώτημα, κύριε Υπουργέ, είναι αν όλα αυτά τα πρακτικά που έχετε προτείνει θα ενσωματώσουν στην πράξη τα θετικά στοιχεία του ιταλικού στο ελληνικό ή θα ακυρώσουν ουσιαστικά αυτήν την δυνατότητα που είχαμε, δηλαδή να μην πάρουμε το παράδειγμα για να καταλάβουμε πώς γίνεται πιο σωστά η δουλειά σε ό,τι αφορά την κτηματογράφηση.
Υπάρχει και μια διαφορά ανάμεσα στο Κτηματολόγιο της Κω, Λέρου και της Ρόδου. Οι Βουλευτές Δωδεκανήσου προηγούμενα το είπαν πολύ καθαρά. Από το 1980 εγώ θυμάμαι ότι ακόμα συζητάμε γιατί τα δημόσια κτήματα στη Ρόδο δεν μπορούν να βρουν μια λύση με βάση τις διεκδικήσεις που υπήρχαν. Δηλαδή, ενώ το Κτηματολόγιο το ένα είχε απόλυτη κατανομή και των βακουφίων και των τουρκικών ή των ελληνικών ιδιοκτησιών, των κρατικών, κλπ, στη Ρόδο αφέθηκαν ορισμένα πράγματα κενά με αποτέλεσμα από τότε θυμάμαι να διεκδικούμε πότε θα λυθεί το θέμα της ιδιοκτησίας μεγάλων κομματιών του νησιού που έχουν σχέση με το Κτηματολόγιο και την αντίστοιχη διαδικασία.
Λέω λοιπόν ότι θα έπρεπε, κύριε Υπουργέ, το χρονοδιάγραμμα που βάζετε και οι μεταβατικές ρυθμίσεις για να γίνουν πράξη τελικά οι διατάξεις του συγκεκριμένου νομοσχεδίου να ήταν πιο συγκεκριμένο και πιο δεσμευτικό, να βάλετε πολύ σαφείς χρονικούς προσδιορισμούς, αλλά και διαδικασίες που θα λύνουν επιτέλους το πρόβλημα.
Δεν μπορεί να ξαναρθούμε σ’ αυτήν τη Βουλή πάλι μετά από δύο, τρία χρόνια και να ξαναλέμε τα ίδια πράγματα και πότε θα γραφτούν και πότε δεν θα γραφτούν και πώς.
Και καλό είναι πολλές φορές κάποιες πρακτικές που είναι καλύτερες από τις δικές μας να τις μιμούμαστε ως προς τις αρχές κυρίως, τους στόχους και τις ιεραρχήσεις τους, για να μπορούμε να κάνουμε και πιο γρήγορα τις δουλειές μας.




