«Σε κάθε νομοθέτημα, κάθε πράξη και κάθε λέξη αυτής της κυβέρνησης αποτυπώνεται πλέον ξεκάθαρα ότι διάγουμε την τελευταία περίοδο της κυβέρνησης της δήθεν «αριστείας», της κυβέρνησης Μητσοτάκη», είπε στην ομιλία του στην Ολομέλεια της Βουλής ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής και βουλευτής Α’ Αθηνών, Παύλος Γερουλάνος, στο πλαίσιο της συζήτησης νομοσχεδίου του υπουργείου Ανάπτυξης για την υποτιθέμενη απλούστευση του πλαισίου άσκησης οικονομικών δραστηριοτήτων.
Και συνέχισε: «Η εξωτερική της πολιτική, παραιτημένη, εξαντλείται σε ευχολόγια, αντί να παίρνει πρωτοβουλίες. Η αναπτυξιακή της πολιτική εξαντλείται σε απευθείας αναθέσεις, αντί να σχεδιάζει νέο παραγωγικό μοντέλο. Και η κοινωνική της πολιτική, αντί για ένα ολοκληρωμένο σύστημα απελευθέρωσης των κοινωνικών, πολιτισμικών και οικονομικών δυνάμεων της κοινωνίας, εξαντλείται σε επιδόματα. Και αυτά, όχι με στόχο την κοινωνική ευημερία. Αλλά με το φοβισμένο βλέμμα της Κυβέρνησης στραμμένο στις δημοσκοπήσεις. Πόσο λυπηρό για μία Παράταξη που κάποτε τα καταδίκαζε αυτά;».
Ειδική αναφορά έκανε ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής στις τελευταίες εξελίξεις στο μέτωπο του ΟΠΕΚΕΠΕ αλλά και στη συνολικότερη στάση της κυβέρνησης σε ζητήματα θεσμών: «Καθημερινό φαινόμενο πλέον, οι επιθέσεις κυβερνητικών στελεχών σε θεσμούς, εγχώριους και ευρωπαϊκούς, που κάνουν τη δουλειά τους. Πόσο λυπηρό για μία κυβέρνηση που ήρθε με σημαία την αποκατάσταση της λειτουργίας των θεσμών. Για μία Παράταξη που κάποτε ήταν περήφανη για τον φιλοευρωπαϊκό χαρακτήρα της. Μια Παράταξη ιστορική, που πίστεψε στο μήνυμα της «αριστείας» του κ. Μητσοτάκη κατά του πελατειακού κράτους και του ρουσφετιού, εξαντλείται σήμερα, στο να δικαιολογεί το ρουσφέτι και να μετράει, για χάρη του κ. Μητσοτάκη, δικογραφίες. Τι ψέμα ή δικαιολογία θα πουν σήμερα και πώς αυτό μπορεί να αναιρέσει το ψέμα ή την δικαιολογία που είπαν χθες. Μόνο με αυτό ασχολείται ολόκληρη κυβέρνηση. Τραγικό και προσβλητικό μαζί για όσους υπηρέτησαν και υπηρετούν την κυβερνώσα σήμερα Παράταξη. Η πολιτική αλλαγή έχει καταστεί πλέον απαραίτητη προϋπόθεση για την ομαλότητα της χώρας. Και έχει γίνει κοινωνική συνείδηση».
Μιλώντας διεξοδικά για τις τρεις τροπολογίες που κατέθεσε το ΠΑΣΟΚ και αφορούν στη λειτουργία των τραπεζών, ο Παύλος Γερουλάνος τόνισε ότι «καμία από αυτές τις τροπολογίες που καταθέσαμε δεν θα χρειαζόταν αν η κυβέρνηση έκανε τη δουλειά της. Αν επιτηρούσε σωστά τη λειτουργία των τραπεζών, και ενθάρρυνε τον ανταγωνισμό μεταξύ τους». Συγκεκριμένα:
α) Για την τροπολογία για τη φορολόγηση υπερκερδών: «Αν υπήρχε στην Ελλάδα πραγματικός ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών και σωστή ενημέρωση του πολίτη, για τις χρεώσεις σε κάθε συναλλαγή, δεν θα υπήρχαν υπερκέρδη. Και αν δεν υπήρχαν υπερκέρδη δεν θα χρειαζόταν τροπολογία για τη φορολόγησή τους».
β) Για την τροπολογία για τις τραπεζικές χρεώσεις: «Το ίδιο ισχύει και για τις τραπεζικές χρεώσεις. Διότι οι τράπεζες συνεχίζουν αυτό που έχω ονομάσει «τρίτη ανακεφαλαιοποίηση». Δηλαδή, την αύξηση των κερδών τους από χρεώσεις που ο πολίτης δεν γνωρίζει ή δεν έχει την επιλογή να μην πληρώσει. Από την απόσταση που χωρίζει τα επιτόκια καταθέσεων και χορηγήσεων μέχρι τις χρεώσεις που εμφανίζονται χωρίς να έχει ενημερωθεί επαρκώς ο χρήστης των υπηρεσιών τους».
γ) Για την τροπολογία για τον αναβαλλόμενο φόρο: «Ούτε τέλος, θα χρειαζόταν η τροπολογία μας για την ταχύτερη εξυγίανση των τραπεζών, και της απαλλαγής του Έλληνα πολίτη από το ρίσκο του αναβαλλόμενου φόρου, αν δεν βιαζόταν η κυβέρνηση, να δώσει σε αυτές τις τράπεζες που κάνουν αυτές τις χρεώσεις, το ελεύθερο να δώσουν μερίσματα από αυτά τα υπερκέρδη».
«Το πρόβλημά μας λοιπόν δεν είναι οι τράπεζες, αλλά είναι το ίδιο που έχει η Ελλάδα ολόκληρη: μια κυβέρνηση που δεν κάνει τη δουλειά της», υπογράμμισε ο Παύλος Γερουλάνος.
Κλείνοντας, ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ απευθύνθηκε στους βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας και είπε: «Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αυτή η κυβέρνηση εκλέχτηκε με την υπόσχεση της «αριστείας». Στην πολιτική όμως, «άριστος» δεν είναι το ψώνιο που μαγεύεται από την εξουσία του. Άριστος είναι εκείνος που βάζει το δημόσιο συμφέρον πάνω από τις φιλοδοξίες του και αγωνίζεται για να το διασφαλίσει. Στην πράξη. Χωρίς ύφος και μεγάλα λόγια. Αυτός ή αυτή που θέλει και μπορεί να λογοδοτεί στον πολίτη γιατί έχει παλέψει για το κοινό καλό και ας έχει κάνει λάθη. Τα λάθη, οι πολίτες θα σου τα συγχωρήσουν, αν δουν ότι πάλεψες να κάνεις πράξη ό,τι υποσχέθηκες. Γιατί; Διότι μόνο εκείνοι διατηρούν το δικαίωμα να κρίνουν ποιος από εμάς είναι άριστος και ποιος είναι άχρηστος. Και από ό,τι ξέρω, αυτό το Πάσχα κάποιοι από εσάς, εισπράξατε μια προδιάθεση τους για την κυβέρνηση».





