Σε Κοινοβουλευτική Δραστηριότητα

Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, 

Το Σύνταγμα δεν λέει ποιος κυβερνάει τη χώρα. Λέει όμως πώς κυβερνιέται η χώρα, και πάνω απ’ όλα λέει ότι η χώρα κυβερνιέται με κανόνες. Ο συνταγματισμός, ως ιδεολογία και ως πολιτικό φαινόμενο, ταυτίστηκε με τον περιορισμό της αυθαιρεσίας της εξουσίας από γραπτά, αυστηρά και κωδικοποιημένα συντάγματα. Και πρέπει να αναλογιστούμε σήμερα ποια κληρονομιά ερχόμαστε να συνεχίσουμε μέσω της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος. Το λέω γιατί η διαδικασία αυτή δεν προσφέρεται για φτηνές εντυπώσεις, ούτε για φτηνά επιχειρήματα· προσφέρεται όμως για σοβαρές, ουσιαστικές προτάσεις. 

Και τέτοιες, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ήταν οι προτάσεις που κατέθεσε στην οικεία Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, κάνοντας κάτι το οποίο συνέβη για πρώτη φορά: πηγαίνοντας στο βάθος της διατύπωσης, διατυπώνοντας λέξη-λέξη τις διατάξεις έτσι όπως εμείς θέλουμε να είναι στην δεύτερη, Αναθεωρητική Βουλή, για να έχει αφενός μεν εικόνα το Κοινοβούλιο για το πού θέλουμε εμείς να πάει το Σύνταγμα και να αναθεωρηθεί στην 2η Αναθεωρητική Βουλή, αλλά για να διαμορφώσει και να σχηματίσει γνώμη και άποψη και ο ελληνικός λαός, ενόψει των εκλογών που κατά το Σύνταγμα μεσολαβούν μεταξύ της προτείνουσας και της Αναθεωρητικής Βουλής. 

Παρακολουθώντας την εισήγηση του Γενικού εισηγητή της πλειοψηφίας, νομίζω ότι ξέχασε, ξεχάσατε, κύριε Στυλιανίδη, ότι υπάρχει αναθεωρητική Βουλή. Νομίζω ότι έχετε την αίσθηση ότι θα αναθεωρήσουμε τώρα το Σύνταγμα. Όμως το κεκτημένο της μεταπολίτευσης, ξεκινώντας από την 1η αναθεώρηση, την αναθεώρηση του 1986 την 1η αναθεώρηση στην ιστορία του ελληνικού κράτους που έγινε κατά τη διαδικασία που προβλέπει το Σύνταγμα, το κεκτημένο είναι ακριβώς αυτό: ότι τηρούμε τη λογική των δύο βουλών. Που παρεμβαίνει η πρόταση του ΠΑΣΟΚ; Παρεμβαίνει στη λογική της πλειοψηφίας για να την εναρμόνιση με την συνταγματική πρακτική και με όσα έχουμε δει στην τελευταία αναθεώρηση του 2019, στην οποία η στάση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της Νέας Δημοκρατίας ήταν τέτοια ώστε καθιστά αναγκαία την αναθεώρηση του άρθρου 110. 

Όλα αυτά κατέστησαν απολύτως σαφή στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, μια επιτροπή που δεν είχε ούτε τον χώρο ούτε τον χρόνο να αναδείξει τα ζητήματα στο βάθος στο οποίο θα έπρεπε να τα έχει αναδείξει. Γιατί συνέβη αυτό; Γιατί είχαμε μια πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος από τον κύριο Μητσοτάκη, προεκλογική στο τέλος της βουλευτικής περιόδου, μια πρόταση στην οποία η Επιτροπή συνεδρίασε έναν μήνα, μήνα θερινό. Και για να απαντήσω σε ό,τι ακούστηκε, ότι δεν είμαστε σχολείο: βεβαίως δεν είμαστε σχολείο. Δεν το λέω για μας, ξέρετε τον μήνα θερινό, το λέω για αυτούς για τους οποίους εργαζόμαστε και αυτοί είναι οι Έλληνες πολίτες. Και όταν το Σύνταγμα λέει θα μεσολαβούν εκλογές μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης Βουλής, το κάνει γιατί πρέπει να ενημερωθεί ο ελληνικός λαός για το τι έγινε στην προτείνουσα, τι προτείνει κάθε κόμμα για την Αναθεωρητική και κατά τούτο να ψηφίσει. Αυτή είναι η ratio της διάταξης του άρθρου 110, αυτού του άρθρου, το οποίο εσείς δεν θέλετε να αναθεωρηθεί, γιατί δεν θα μπορείτε να υποστηρίξετε αυτό το κολπάκι, το οποίο στηρίζεται σε μια σκόπιμη παραποίηση της λογικής του Συντάγματος. Αυτή λοιπόν τη λογική δεν την υπηρετούσε η Επιτροπή, όπως συνεδρίαζε μέσα σε ένα μήνα, με τρείς συνεδριάσεις την εβδομάδα και με δύο και τρία άρθρα τη μία μέρα μετά την άλλη.

Γιατί συνέβη όλο αυτό; Γιατί έπρεπε να φτάσουμε εδώ, σε αυτό το σημείο, στο τέλος του Ιουλίου, για να υπάρξει η συζήτηση στην Ολομέλεια, ούτως ώστε οι δύο ψηφοφορίες να έχουν τελειώσει μέχρι τα τέλη Αυγούστου. Γιατί αυτή η πρεμούρα; Η απάντηση ήρθε από τα πλέον επίσημα χείλη, και η απάντηση είναι ότι όλο αυτό -ο τρόπος με τον οποίο διαχειριστήκατε την διαδικασία της αναθεώρησης στην προτείνουσα στην Βουλή. όλο αυτό έγινε γιατί ο πρωθυπουργός ήθελε να έχει άνεση χρόνου να δει τα στοιχεία και να αποφασίσει πότε θέλει αυτός να κάνει εκλογές. Και αυτό ενώ εσείς, στη δική σας πρόταση στην προτείνουσα Βουλή, ζητάτε να αλλάξει εκείνη η διάταξη που μιλάει για την προκήρυξη εκλογών και τη διάλυση της Βουλής για κρίσιμο εθνικό θέμα. Δηλαδή αυτό το οποίο θέλει να εξετάσει ο πρωθυπουργός για να δει τι τον συμφέρει, αν θα το χρησιμοποιήσει ως διάταξη, εσείς προτείνετε μετά να αναθεωρηθεί. Ε, αυτό νομίζω ότι είναι τουλάχιστον, αν θέλετε, αντινομικό. Μια παραδοξότητα, η οποία βέβαια επιλύεται με βάση τη λογική που έχετε σε όλη την αναθεώρηση. Και είναι μια λογική να πούμε ότι κάτι κάναμε για να κρύψουμε τον τρόπο με τον οποίο καταστρατηγούμε το Σύνταγμα. Θα τα εξειδικεύσω όλα αυτά. 

Πριν όμως από όλο αυτό, να πω ότι πέρα από την από τις σημαντικές παρουσίες και ομιλίες των βουλευτών στην Επιτροπή, υπάρχουν και κάποιοι αφανείς ήρωες. Και αν για έναν λόγο δεν πέτυχε το σχέδιο η επιτροπή να συνεδριάσει κρυφίως για ένα μήνα, γρήγορα, γρήγορα και χωρίς να γίνει και τίποτα, οφείλουμε να ευχαριστήσουμε τους κοινοβουλευτικούς συντάκτες· οφείλουμε να τους ευχαριστήσουμε για τη μεγάλη προσπάθειάς τους, όπως βέβαια και τις υπηρεσίες και τους υπαλλήλους της Βουλής. Και είναι πολύ σημαντικό ότι είχαμε αυτή τη συνδρομή για να μπορέσει να αποκτήσει έκταση, όπως και απέκτησε, και δημοσιότητα, η Επιτροπή της Αναθεώρησης του Συντάγματος.

 Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, μιλήσαμε, και μίλησα ήδη, για το ζήτημα της αναθεώρησης του 2019. Και αυτό, μαζί με τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η αναθεώρηση, με τον χρονισμό, με την ταχύτητα των βημάτων, με την εποχή, με το διάστημα που μεσολαβεί, το οποίο είναι ο μήνας Αύγουστος, που είναι το διάστημα, υποτίθεται, που ο ελληνικός λαός θα ενημερωθεί για το τι κάναμε εμείς εδώ στη Βουλή, όλα αυτά, μαζί με την αναθεώρηση του 2019 που σας είπα, συνιστούν και συγκροτούν μια αναθεωρητική συγκυρία. Η αναθεωρητική συγκυρία σε σχέση με την αναθεώρηση του 2019 είναι πολύ κακή, και πολύ κακό το προηγούμενο. Αλλά μεταξύ της αναθεώρησης 2019, στην οποία θα αναφερθώ, και του σήμερα, υπάρχουν και σωρεία περιπτώσεων καταστρατήγησης και παραβιάσεων διατάξεων του Συντάγματος από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Θα αναφέρω χαρακτηριστικά τη διαστροφή του νοήματος του άρθρου 86, το οποίο λέει ότι για την ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης· η πρόταση για τη σύσταση της απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη, και είναι γεγονός ότι εσείς έχετε απορρίψει ως προδήλως αβάσιμες τρεις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για Υπουργούς σας, με απώτερο σκοπό να τους καλύψετε. Είναι δυνατόν να είναι προδήλως αβάσιμη μια πρόταση ενός ευρωπαϊκού θεσμού; Και ξαναλέω, αυτό που είπα και προχθές στον κύριο Γεωργιάδη, κατά την αντιπαράθεσή μας, στην ένσταση αντισυνταγματικότητας. Είναι κατάντια η Κοινοβουλευτική Ομάδα της παράταξης που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής να συνεδριάζει με αποκλειστικό σκοπό να συκοφαντήσει ευρωπαϊκό θεσμό. Είναι μια παρακμή, και είναι και μια έκφραση του γεγονότος ότι δεν υπάρχει πια ιδεολογία -ιδεολογία με την οποία μπορούμε να διαφωνούμε- αλλά πάντως ιδεολογία. Υπάρχει μόνο η συγκυρία, η χρήση της, τα καλά και συμφέροντα στην ίδια πάντα λογική. 

Είδαμε έπειτα τι κάνατε με τις ανεξάρτητες αρχές: να μιλήσω για τις προσωπικές επιθέσεις στους επικεφαλής των ανεξάρτητων αρχών, να θυμίσω τι πέρασε ο κύριος Ράμμος, να θυμίσω το γεγονός ότι έχετε κάνει κάθε αλχημεία που μπορεί να φανταστεί ανθρώπου νους σε σχέση με τις κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες και υπερπλειοψηφίες. Θα εξηγηθώ: χωρίς να υπάρχουν 3/5 για ΕΣΡ και ΑΔΑΕ εφηύρατε τα 3/5 με τη μοναδική μέθοδο της στρογγυλοποίησης προς τα πάνω, για να έρθετε με το κόμμα του κυρίου Βελόπουλου, την Ελληνικη λυση, και να ορίσετε μέλη χωρίς να υπάρχουν 3/5, με μια μοναδική στα μαθηματικά χρονικά πράξη. Από την άλλη, όταν υπήρχαν 3/5 στο πρόσωπο της κυρίας Συγγούνα στην διάσκεψη των Προέδρων πριν από 1-2 μήνες, αποσύρετε την υποψηφιότητα με διαπιστωμένη την ύπαρξη των τριών πέμπτων· άρα και εφηύρατε τα 3/5 εκεί που δεν υπήρχαν, και παραστήσατε ότι δεν υπάρχουν εκεί που όντως υπήρχαν. Άρα, σκεφτείτε και ας αναλογιστούμε όλοι, και ο ελληνικός λαός, όταν μια κυβέρνηση δεν μπορεί να διαχειριστεί και να σεβαστεί τις πλειοψηφικές εγγυήσεις του Συντάγματος με τι εχέγγυα παρουσιάζει πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης;

Αλλά υπάρχει, όπως είπα, και η εμπειρία του 2019. Τι έγινε εκεί; Η εναλλαγή των πλειοψηφιών οδήγησε σε υπερπλειοψηφίες στην πρώτη Βουλή, δηλαδή σε αυξημένες πλειοψηφίες στην πρώτη Βουλή, που καταχρηστικά εκμεταλλεύτηκε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας για να κάνει μία κομματική αναθεώρηση του Συντάγματος, ιδίως σε σχέση με δύο πάρα πολύ σημαντικές διατάξεις, όπως είναι η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας και, βέβαια, η πλειοψηφία σε σχέση με τις Ανεξάρτητες Αρχές. Αλλά αφού μειώσατε την την υπερπλειοψηφία, από 4/5 σε 3/5, μετά κακομεταχειριστήκατε και αυτά τα 3/5 που εσείς βάλατε στο Σύνταγμα. 

Όσον δε αφορά στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, το άρθρο 32 παράγραφος 4 και την εκλογή του, αυτό είναι απολύτως ενδεικτικό του τι συνέβη, του ποια είναι η φιλοσοφία σας για τη δεύτερη Βουλή. Πήρατε την πλειοψηφία που θέλατε ως αξιωματική αντιπολίτευση στην πρώτη Βουλή, αφήνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ να μιλάει για απευθείας εκλογή του προέδρου από τον λαό. Πονηρά βάλατε τις δικές σας ψήφους μαζί, τις συναριθμήσατε με μια πρόταση άλλης κατεύθυνσης, γνωρίζοντας ότι η κατεύθυνση δεν δεσμεύει την αναθεωρητική. Και μετά χρησιμοποιήσατε αυτή την πλειοψηφία για να οδηγηθούμε σε μια μονοκομματική αναθεώρηση της διάταξης του άρθρου 32 παράγραφος 4, με αποτέλεσμα -με αποτέλεσμα, στην Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία- ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο ύψιστος πολιτειακός θεσμός, ρυθμιστής του πολιτεύματος, να μπορεί να εκλέγει μέχρι και με σχετική πλειοψηφία. Μέχρι και με σχετική πλειοψηφία, με κάτω από 151 βουλευτές.

Και αυτό τότε το δικαιολογήσατε μέσω μιας αποστροφής του λόγου του πρωθυπουργού στο κλείσιμο της διαδικασίας της αναθεώρησης του Συντάγματος του 2019 στην Αναθεωρητική Βουλή, όταν και είπε κάτι που σας διάβασα και στο οποίο δεν έχω λάβει μιαν απάντηση. Το ξαναδιαβάζω λοιπόν: «Αυτή είναι η πρόταση την οποία εισηγούμαστε στην Βουλή», λέει το 2019 ο κ. Μητσοτάκης, «και είναι αυτονόητο ότι η συνταγματική πρόβλεψη για τελική εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας με απλή πλειοψηφία δεν αναιρεί» -το επαναλαμβάνω, λέει ο κος Μητσοτάκης- «δεν αναιρεί-δις-την πολιτική ευθύνη της εκάστοτε πλειοψηφίας να αναζητεί πρόσωπο το οποίο θα εξασφαλίζει τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση. Άλλωστε, και αυτή η επιλογή θα είναι πάντα ανοικτή στην κρίση των πολιτών.» Προσέξτε: χρησιμοποιείται η έννοια της πολιτικής ευθύνης. Εδώ δεν ήταν αντικειμενική, όπως μας λέγανε, σε σκάνδαλα που έχουν ανακύψει, άρα χωρίς υπαιτιότητα κατά τη δική τους ρητορική· εδώ είναι πολιτική ευθύνη σκέτο, κατά τον κ. Μητσοτάκη, άρα και υποκειμενική πολιτική ευθύνη. Άρα ο κύριος Μητσοτάκης, με βάση τα όσα έχει πει στην αναθεωρητική Βουλή το 2019, οφείλει να αναλάβει τις πολιτικές συνέπειες: το ότι η Βουλή κατέληξε με έναν Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και η Ελληνική Δημοκρατία κατέληξε με έναν Πρόεδρο της Δημοκρατίας, εν ενεργεία βουλευτή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, και ο οποίος ψηφίστηκε μόνο με τις κομματικές ψήφους της Νέας Δημοκρατίας. Αυτή την αντίφαση, αυτή την ασυνέπεια, αυτή την έλλειψη ανάληψης πολιτικής ευθύνης, 1 μήνα και κάτι στην Επιτροπή της Βουλής, σε όλες τις συνεδριάσεις, αλλά και σε δύο συνεδριάσεις της Ολομέλειας της Βουλής, δεν έχω ακούσει έναν βουλευτή, υπουργό, κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο, γενικό εισηγητή της Νέας Δημοκρατίας, να επιχειρήσει, έστω, να την δικαιολογήσει. Να μου πει ένα επιχείρημα που να δικαιολογεί τον κ. Μητσοτάκη όταν δεσμευόταν ότι υπάρχει πολιτική ευθύνη αν δεν επιλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος θα έχει ευρύτερες δυνατές πλειοψηφίες. Αυτό στην Αγγλία θα ήταν αυτό που λέμε Declared Convention. Διακηρυγμένη συνθήκη του πολιτεύματος θα παρήγαγε κανονιστικότητα· εδώ όμως δεν παράγει καν την ανάγκη μιας συγγνώμης.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, 

Ήδη αναφέρθηκα στο ζήτημα της διάλυσης της Βουλής, από τις προτάσεις της κυβέρνησης. Επιτρέψτε μου να αναφερθώ και στο ζήτημα του ασυμβίβαστου του άρθρου 81 παράγραφος 2, το οποίο απεσύρθη. Μα τι ιδέα ήταν αυτή; Τι περιφρόνηση του Κοινοβουλίου ήταν αυτή; Τη προσπάθεια ελέγχου της σύνθεσης του Κοινοβουλίου ήταν αυτή, του ενός έκτου της σύνθεσης του Κοινοβουλίου, αν πάμε στα σημερινά νούμερα υπουργών, αλλά και του ενός τρίτου της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Απεσύρθη γιατί αισθάνθηκε ντροπή ο κύριος Μητσοτάκης. Όχι, το 81 παράγραφος 2, το ασυμβίβαστο βουλευτή και υπουργού, απεσύρθη γιατί θα διασύροταν ο κύριος Μητσοτάκης, αν είχε τεθεί προς ψήφιση σε αυτή τη Βουλή, γι’ αυτό απεσύρθη. Οπότε ας μην τα ακούμε όλα· τα άλλα τα ακούμε βερεσέ. 

Έπειτα, τα ζητήματα σε σχέση με την εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας. Τι είναι αυτό; Η συνταγματική πρακτική μέχρι τώρα μας έχει δείξει ότι αυτό που μας έβλαψε είναι η δεύτερη θητεία των Στεφανόπουλου, Παπούλια, καθώς και του ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Καραμανλή; Αυτό είναι το συμπέρασμα το οποίο βγάζετε από τα τόσα χρόνια, της τόσες δεκαετίες, συνταγματικής ομαλής συνταγματικής μας ιστορίας; Είναι λοιπόν μια πρόταση η οποία δεν συμβιβάζεται καν με την ιστορία της δικής σας παράταξης, αλλά δεν συμβιβάζεται και με την ιστορία της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας, με τα προηγούμενα και με τα καλά παραδείγματα, με την αποδοχή που υπάρχει από τον ελληνικό λαό στα πρόσωπα, ιδίως τα δύο πρώτα τα οποία ανέφερα πρώτα.

Αυτές οι δύο προτάσεις είναι και οι μόνες προτάσεις οι οποίες έχουν ακουστεί σε διάγγελμα -λεγόμενο διάγγελμα, για την ακρίβεια σε ανακοίνωση δια της χρήσης τηλεοπτικών μέσων- του πρωθυπουργού. Οι δύο προτάσεις, για την μία εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας και για το ασυμβίβαστο βουλευτή-υπουργού, είναι αυτά που έχει απευθύνει από το Μέγαρο Μαξίμου, ως ιδέες του στον ελληνικό λαό ο κύριος Μητσοτάκης. Η μία πρόταση απεσύρθη και η άλλη θα καταποντιστεί. Είναι σαφές. Είναι σαφές, γιατί είναι έξω από τη λογική του πολιτεύματός μας. 

Αλλά τι να πει κανείς και για το άρθρο 60; «Θωράκιση θεσμικού ρόλου του βουλευτή κατά την άσκηση της νομοθετικής και ελεγκτικής του αρμοδιότητας και κατά την επικοινωνία, προσέξτε, με την εκλογική του περιφέρεια». Πάτε να συνταγματοποίησετε το ρουσφέτι δηλαδή- θα βάλετε μυαλό; Πανηγυρίζετε για το ότι ήταν μόνο τέσσερις αυτοί στους οποίους ασκήθηκε ποινική δίωξη, δύο άλλους τους καλύψατε, και συνολικά, μαζί με τα κυβερνητικά στελέχη, ανάγεται σε ένα πολύ μεγάλο αριθμό. Πανηγυρίζετε λοιπόν, γιατί για εσάς ήταν μόνο τέσσερις. Αυτό δεν έχει ξαναγίνει στην ιστορία του ελληνικού κράτους: να πανηγυρίζει η κυβέρνηση για άσκηση ποινικής δίωξης σε μόνο τέσσερις βουλευτές, μόνο κατά την εκτίμησή της, τέσσερις. Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα. Και τώρα έρχεστε να αλλάξετε, να ζητήσετε να αλλάξει το άρθρο 60, για να συνταγματοποιηθεί  αυτό το οποίο κάνατε, νομίζοντας ότι θα πάψει η όποια ποινική του απαξία και η ποινική του διερεύνηση; Όχι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, και όχι, να έχουμε και λίγη λογική, να έχουμε και λίγο λογική.

 Ή πάλι λέτε για το άρθρο 86 χίλια δυο πράγματα και δεν λέτε το πολύ βασικό: ότι εσείς, η κοινοβουλευτική σας πλειοψηφία, δεν άφησε τους υπουργούς σας να εξεταστούν από τη δικαιοσύνη. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Άρα τι πρέπει να κάνουμε εκεί; Τι λέει η πρόταση του ΠΑΣΟΚ; Να το αποσυνδέσουμε από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Τι λέει η δική σας πρόταση; Να κρατήσουμε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, να κάνουμε μια διαδικασία με επίφαση αλλαγών, αλλά το πρόβλημα να παραμείνει το ίδιο. Και το πρόβλημα υπάρχει γιατί εσείς καταστρατηγήσει τη διάταξη που λέει περί προδήλως αβάσιμου. Άρα καταστρατηγείτε μια διάταξη, την βγάζετε μετά άχρηστη, και μετά πάτε τάχα να επιλύσετε τα πράγματα, θυμίζοντας αυτό που έγραψε ο Λαμπεντούζα, πως πρέπει να αλλάξουν όλα για να μην αλλάξει τίποτα. Τέτοιου είδους συνταγματική αναθεώρηση αλά Λαμπεντούζα: πρέπει να αλλάξουν όλα για να μην αλλάξει τίποτα, δεν χρειάζεται ούτε η χώρα, ούτε ο ελληνικός λαός, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι. Και αυτό πρέπει να αποσυνδεθεί, σύμφωνα με την πρότασή μας, η ποινική δίωξη των Υπουργών από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Να κόψουμε αυτόν τον ομφάλιο λώρο που εσείς αναδείξατε, και καταδείξατε την προβληματική τους σύνδεση με την άσκηση δικαιοσύνης και την εφαρμογή του κράτους δικαίου, 

Οπως επίσης και στο ζήτημα των ανεξάρτητων αρχών: Πονηρά καταργείτε τις υπερπλειοψηφίες διατηρώντας το πρόβλημα, αν δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε ένα πρόσωπο, ή μάλλον παρακάμπτοντας το, κάνοντας μια κομματική επιλογή με μια επίφαση τεχνοκρατίας. Εμείς τι λέμε; Να διατηρηθούν οι πλειοψηφίες και να υπάρχει ένας μηχανισμός επίλυσης των αδιεξόδων μέσω μιας μεικτής επιτροπής. 

Το ακριβώς ίδιο, δηλαδή μια προβληματική σύνδεση η οποία διατηρείται, είναι και αυτή με το άρθρο 90, για την ηγεσία της Δικαιοσύνης. Εκεί πέρα ποιο είναι το πρόβλημα; Ότι ένα κόμμα διαλέγει τους επικεφαλής της δικαιοσύνης, των ανώτατων δικαστηρίων. Εσείς θεωρείτε ότι το πρόβλημά είναι ότι διαλέγει το υπουργικό συμβούλιο; Και λέτε να τους διαλέγει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία; Μα το πρόβλημά μας δεν είναι ποιο θα είναι το όργανο το οποίο θα εκφράσει τη βούληση του εκάστοτε πρωθυπουργού, αν θα είναι το υπουργικό συμβούλιο ή  ην κοινοβουλευτική πλειοψηφία· το πρόβλημά μας είναι ότι πρέπει να αποσυνδεθεί η όλη διαδικασία από τη βούληση ενός κόμματος. Και εκεί, ναι, θέλουμε ανθρώπους να έχουν λόγο στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.

Πάμε τώρα στο ζήτημα του άρθρου 16. Δεν ξέρω αν έχει γίνει κάποιο τυπογραφικό, κύριε Στυλιανίδη, αλλά σε μια πρότασή σας του Μαΐου έβλεπα «μη κερδοσκοπικά», σε μια πρότασή σας του Ιουνίου έβλεπα «κερδοσκοπικά». Αν το είχε κάνει αυτό το ΠΑΣΟΚ, θα μας είχατε τρελάνει! Θα μας είχατε τρελάνει! Και τώρα κάνετε την πάπια, κύριε Στυλιανίδη: ισχύει ο Μάιος ή ο Ιούνιος; Και τα δύο; Ε, αυτό είναι τρομερό! Αυτό είναι, αυτό πια είναι, είναι… είναι η βάτος της Παλαιάς Διαθήκης! Αυτό είναι η αποθέωση της αμφισημίας: αμφισημία συνταγματισμού! Κύριε Στυλιανίδη, πρώτη φορά το βλέπω, αλλά μας κατηγορείτε εμάς για τη θέση μας, τη σταθερή, την ουσιαστική, στο άρθρο 16.

Και τι θαυμαστής που είστε τώρα!  Είδα το πρόσωπο που θαυμάζετε· λέω, το πρόσωπο αυτό που θαυμάζετε και αγαπάτε, τον κύριο Τσίπρα λέω, τον κύριο Τσίπρα! Τον φίλο σας. Δεν μας λέτε τι λέει για το άρθρο 16; Τον αποθαυμάζετε όμως για τη θέση του σε ένα άλλο θέμα, αλλά στο θέμα που έχουμε εδώ δεν μας λέτε τι λέει; Για να δούμε αν υπάρχει μια συγκροτημένη συνολική άποψη για μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια, ή κάποιοι μας κοροϊδεύουν κάνοντάς sur mesure  διατύπωση πολιτικών απόψεων. Διότι περί αυτού πρόκειται, κύριε Στυλιανίδη. Οπότε προσέξτε ποιους θαυμάζετε, διότι τείνουμε να μοιάζουμε στα πρότυπά μας. Και όταν οι πολιτικοί αντίπαλοι μοιάζουν, σημαίνει ότι δεν υπάρχει πραγματική πολιτική αντιπαράθεση, και κάποιοι κοροϊδεύουν τον ελληνικό λαό. Εμείς δεν θέλουμε να κοροϊδεύουμε τον ελληνικό λαό, και δεν μοιάζουμε. Είναι πολύ κρίσιμο αυτό.

Τώρα, αφού θίξαμε κάποια ζητήματα σε σχέση με το οργανωτικό σκέλος, να πω ότι υπήρξε μια ολόκληρη συζήτηση σε σχέση με τη μονιμότητα, η οποία είναι εκτός θέματος, γιατί δεν θέλετε να εφαρμόσετε ένα νόμο και προσπαθείτε να τον συνταγματοποίησετε και να διαιρέσετε την ελληνική κοινωνία και να κρατήσετε κομμάτι. 

Αλλά δεν άκουσα μισή κουβέντα για προτάσεις μας, όπως είναι η αναθεώρηση του άρθρου 17 για να βάλουμε την προστασία των παραμεθόριων και ακριτικών περιοχών, την απαγόρευση απόκτησης εμπράγματων δικαιωμάτων από υπηκόους τρίτων χωρών. Δεν το άκουσα αυτό, ενώ ξέρετε ότι επιτρέπεται με βάση τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν άκουσα τίποτα για τις γυναικοκτονίες. Δεν άκουσα τίποτα για το δικαίωμα στην άμβλωση. Δεν άκουσα τίποτα για την κρατική μέριμν  για την προστασία από την έμφυλη βία. Δεν άκουσα γενικώς τίποτα. Δεν άκουσα τίποτα. Δεν άκουσα τίποτα για όλα αυτά, τίποτα για το κομμάτι των δικαιωμάτων. Επιλύονται όλα δια της τεχνητής νοημοσύνης! Τα ξέρετε αυτά; Τα επιλύσει όλα η τεχνητή νοημοσύνη και το άρθρο 5 Β, στο οποίο, παρεμπιπτόντως, έχουμε μια πολύ πιο πλήρη πρόταση που περιλαμβάνει και την τεχνητή νοημοσύνη. Γιατί άκουσα τον πρωθυπουργό να λέει ακόμα ένα ευφυολόγημα, ότι: «δεν αναφέρεται κανείς στην τεχνητή νοημοσύνη». Κανένα πολιτικό κόμμα, κανείς πολιτικός αρχηγός». Ανακάλυψε την τεχνητή νοημοσύνη· ίσως την εφηύρε ο κύριος Μητσοτάκης! Και βέβαια δεν άκουσα τίποτα για την πρότασή μας για αναθεώρηση του άρθρου 110. Ξέρετε. στην αρχή λέγατε: αν θέλετε, θα φέρουμε και δική σας πρόταση προς ψήφιση. Και μόλις καταλάβατε ότι, αν το άρθρο 110 ετίθετο προς ψήφιση, θα έπαιρνε πλειοψηφία, γιατί οι δικοί σας οι βουλευτές συμφωνούν με τη θέση του ΠΑΣΟΚ, τότε σταμάτησε το παραμύθι αυτό.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Θέλουμε οι πλειοψηφίες να είναι στην ουσία των διατάξεων· Θέλουμε το Σύνταγμα να εκφράζει τη βούληση της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού· όχι στην αόριστη διάθεση του να αναθεωρηθεί, αλλά στον τρόπο με τον οποίο διατυπώνεται, άρα και στην κατεύθυνση στην οποία δείχνει. Και αυτό είναι το πιο ουσιαστικό, η πιο σημαντική εμπειρία από το 2019, αλλά και από το 1974 και 75 μέχρι σήμερα. Αυτή λοιπόν είναι η πρόταση μας, και αυτή καλούμε τον ελληνικό λαό να κρίνει. Ευχαριστώ πολύ.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

ΠΑΣΟΚ - Κίνημα Αλλαγής
Επισκόπηση Πολιτικής Απορρήτου

Το Κίνημα Αλλαγής εγγυάται τον σεβασμό του ιδιωτικού απορρήτου των μελών του, καθώς και την προστασία των προσωπικών τους δεδομένων, είτε αυτά τηρούνται διαδικτυακά είτε στις εγκαταστάσεις του. Για το λόγο αυτό, στο πλαίσιο του ισχύοντος εθνικού και ενωσιακού νομικού πλαισίου που διέπει την προστασία των προσωπικών δεδομένων, ιδίως του Γενικού Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Προστασία Δεδομένων 2016/679 (εφ’ εξής «ΓΚΠΔ»), το Κίνημα Αλλαγής γνωστοποιεί την παρούσα νόμιμη και διαφανή πολιτική προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με σκοπό να παρέχει στα φυσικά πρόσωπα («υποκείμενα των δεδομένων») επαρκή ενημέρωση για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία συλλέγει και επεξεργάζεται κατά την παροχή των υπηρεσιών του προς το κοινό. Με την παρούσα πολιτική καθορίζονται οι βασικές αρχές και οι κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους το Κίνημα Αλλαγής συλλέγει, επεξεργάζεται και αποθηκεύει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται από την εθνική και ενωσιακή νομοθεσία.