ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΩΡΓΟΥ Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ
Θέλω να ξεκινήσω με ένα παράδοξο.
Πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, ένας Αθηναίος αγόρασε ένα κτήμα δίπλα σε ένα άλσος και ίδρυσε ένα σχολείο. Δεν του το ανέθεσε το κράτος. Δεν του ενέκρινε η πολιτεία τα προγράμματα σπουδών. Κανένα υπουργείο δεν του διόρισε τους δασκάλους. Το σχολείο λεγόταν Ακαδημία. Ο άνθρωπος λεγόταν Πλάτων. Και από εκείνο το κτήμα γεννήθηκε η ιδέα του πανεπιστημίου – η ιδέα ότι η αναζήτηση της γνώσης αξίζει έναν δικό της, ελεύθερο και ανεξάρτητο θεσμό.
Και το παράδοξο: αν ο Πλάτων επιχειρούσε να ιδρύσει την Ακαδημία στη σημερινή Ελλάδα, θα ήταν αντισυνταγματική.
Δεν είμαι όμως ο μόνος που έθεσε αυτό το ερώτημα. Το 1975, όταν συζητιόταν το Σύνταγμα, ο Ανδρέας Παπανδρέου ρώτησε: γιατί να μην μπορούν άλλοι φορείς να ιδρύουν πανεπιστήμια – συνεταιρισμοί, συνδικάτα, η τοπική αυτοδιοίκηση, επιμελητήρια, κοινωφελή ιδρύματα; Ήταν – και παραμένει – ερώτημα.
Και η απάντηση στο γιατί δεν έγινε ποτέ πράξη είναι αποκαλυπτική: οι συντηρητικές παρατάξεις ήθελαν – και θέλουν – να ελέγχουν την παιδεία. Το βλέπουμε στην Ουγγαρία· το βλέπουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν θέλουν ελεύθερα, ανοιχτά πανεπιστήμια· δεν θέλουν την κριτική σκέψη, που βγάζει πολίτες μη υποταγμένους, που σκέφτονται βαθύτερα. [Δυστυχώς και η παραδοσιακή αριστερά πέφτει σε παρόμοιο σφάλμα – κρατισμού]. Η δεξιά βέβαια βλέπει και έναν άλλον δρόμο ελέγχου: την ιδιωτικοποίηση – κερδοσκοπικά πανεπιστήμια, ιδιοκτησία μεγάλων εταιρειών ή πλουσίων. Εμείς θέλουμε το αντίθετο: ένα άρθρο 16 που θα επιτρέπει στην ίδια την κοινωνία να χτίζει ελεύθερες, ανεξάρτητες, πλουραλιστικές επιλογές.
Υπάρχει και ένας δεύτερος, πρακτικός λόγος: το σημερινό σύστημα είναι χαοτικό και ανεξέλεγκτο. Η ζήτηση για εκπαίδευση είναι τεράστια, το δημόσιο σύστημα δεν την απαντά – και οι νέοι μας αναζητούν λύσεις έξω από την Ελλάδα ή σε ιδιωτικές δομές χωρίς πραγματική ρύθμιση. Οφείλουμε ως πολιτεία αυτό να ρυθμίσουμε.
Οι δύο αυτοί λόγοι θα αρκούσαν. Αλλά δεν θα σταθώ εδώ – θα καταλήξω στο άρθρο 16 στο τέλος. Γιατί η αλλαγή ενός άρθρου του Συντάγματος δεν είναι η αφετηρία της σκέψης μας· είναι το συμπέρασμά της.
Το ερώτημα από το οποίο πρέπει να ξεκινήσουμε είναι πολύ μεγαλύτερο: κάθε εκπαιδευτικό σύστημα είναι μια απάντηση σε ένα ερώτημα – για ποια κοινωνία προετοιμάζουμε τους ανθρώπους μας;
Το δικό μας απαντά ακόμη σε ένα ερώτημα του 19ου αιώνα – ή στα ερωτήματα του 21ου;
Πρώτο μέρος – Ο κόσμος που έρχεται: κρίση σκοπού, όχι μόνο επιδόσεων
Ο κόσμος αλλάζει πιο γρήγορα από τα σχολεία μας. Η κλιματική κρίση, η τεχνητή νοημοσύνη, η παραπληροφόρηση, οι ανισότητες – όλα αλλάζουν τον τρόπο που ζούμε, που εργαζόμαστε, που συμμετέχουμε στη δημοκρατία μας. Και όμως, τα περισσότερα εκπαιδευτικά συστήματα του κόσμου σχεδιάστηκαν για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια. Αυτή είναι η μεγάλη διεθνής διαπίστωση – από τη UNESCO και το νέο κοινωνικό συμβόλαιο για την εκπαίδευση, μέχρι το φετινό Συμπόσιο της Σύμης.
Και έχει μια διάσταση που συχνά μας διαφεύγει: το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι μαθητές μαθαίνουν λιγότερα από όσα χρειάζονται. Η ίδια η εκπαίδευση έχει χάσει τον προσανατολισμό της. Δεν έχουμε μόνο κρίση επιδόσεων. Έχουμε κρίση σκοπού.
Για δεκαετίες φτιάχναμε σχολεία για να παράγουμε καλούς εργαζόμενους – και συμμορφωμένους πολίτες. Σήμερα δεν ξέρουμε καν ποια επαγγέλματα θα υπάρχουν. Ενώ οι ικανότητες που χρειάζεται ο σύγχρονος εργαζόμενος – ανεξάρτητη σκέψη, συνεργασία, διάκριση της αλήθειας από την παραπληροφόρηση, υπεύθυνη χρήση της τεχνολογίας, προσαρμοστικότητα – είναι ακριβώς οι ικανότητες που χρειάζεται ο δημοκρατικός πολίτης. Αυτά που δεν διδάσκονται σήμερα στα σχολεία μας.
Η παιδεία θα πρέπει να διαμορφώνει ολοκληρωμένους ανθρώπους: ανθρώπους που δημιουργούν αξία, χωρίς η αξία τους να μετριέται μόνο από την παραγωγικότητά τους. Καλλιεργούμε τον δημοκρατικό πολίτη.
Σκεφτείτε το μπροστά στις τρεις μεγάλες εξελίξεις – προκλήσεις της εποχής.
Πρώτη, η κλιματική κρίση και πράσινη μετάβαση: δεν είναι θέμα τεχνικής διόρθωσης – απαιτεί την κινητοποίηση ολόκληρης της κοινωνίας. Πολλά από τα επαγγέλματα που θα δημιουργηθούν δεν έχουν καν όνομα ακόμη.
Ενώ η μετάβαση αυτή θα πετύχει μόνο αν οι πολίτες είναι συνδημιουργοί της – όχι θεατές. Σημαίνει ότι πριν γίνει έργο μηχανικών, είναι έργο παιδείας.
Δεύτερη δύναμη, η τεχνολογία – και ειδικά η τεχνητή νοημοσύνη. Βρισκόμαστε σε ένα μεγάλο σταυροδρόμι. Ήδη μεταδίδει πληροφορίες αποτελεσματικότερα και φθηνότερα από κάθε διάλεξη.
Ας το πούμε καθαρά: αν η αποστολή του πανεπιστημίου είναι απλώς να μεταδίδει πληροφορίες, η τεχνητή νοημοσύνη θα το ξεπεράσει – και άμεσα.
Αν όμως η αποστολή του είναι να καλλιεργεί κρίση, να χτίζει σοφία, να αναπτύσσει δημιουργικότητα και δημοκρατική ευθύνη, να σκέφτεται τα ηθικά διλήμματα της εποχής μας – τότε ο ρόλος του πανεπιστημίου γίνεται πιο σημαντικός από ποτέ.
Χρειαζόμαστε παιδεία για να μπορούμε να χρησιμοποιούμε εμείς την τεχνολογία με υπευθυνότητα και όχι η τεχνολογία μας χειραγωγεί.
Και τρίτη δύναμη, η ριζική αβεβαιότητα. Κάποιες μεγάλες απειλές τις βλέπουμε να έρχονται – τους λέμε «γκρίζους ρινόκερους»: η κλιματική κρίση, οι τεχνολογικές ανατροπές, οι πανδημίες, οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις, οι μεταναστευτικές ροές. Υπάρχουν όμως και οι «μαύροι κύκνοι» – τα απρόβλεπτα. Η αβεβαιότητα γεννά φόβο, και ο φόβος διχασμό – εκτός αν οι κοινωνίες έχουν μάθει να μαθαίνουν: να μαθαίνουν διαρκώς, μαθητιώσες κοινωνίες, που θα αντιμετωπίζουν το απροσδόκητο – και να το αντιμετωπίζουν μαζί. Η ανθεκτικότητα δεν είναι ατομική αρετή μόνο· είναι συλλογική ικανότητα.
Και χτίζεται – ή δεν χτίζεται – στο σχολείο.
Γι’ αυτό όλες οι σημαντικές διεθνείς εκθέσεις, από διαφορετικές αφετηρίες, καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: η εκπαίδευση πρέπει να αλλάξει από τη βάση της.
Από την αποστήθιση στη δημιουργία.
Από τον ανταγωνισμό στη συνεργασία.
Από το πτυχίο στη διά βίου μάθηση.
Από τη μετάδοση γνώσεων στην ανάπτυξη ανθρώπων.
Από την προετοιμασία για μια δουλειά στην προετοιμασία για μια ζωή.
Από το κυνήγι των βαθμών στο κυνήγι μιας ζωής που ανθίζει – την ευδαιμονίας όπως θα έλεγαν οι αρχαίοι.
Και το βαθύτερο απ’ όλα: από μια εκπαίδευση που μας μαθαίνει να προσαρμοζόμαστε στον κόσμο, σε μια εκπαίδευση που μας δίνει τη δύναμη να τον αλλάζουμε – που δεν αναπαράγει απλώς το σύστημα του σήμερα, αλλά δίνει στη νέα γενιά τη δύναμη να κάνει την κοινωνία μας καλύτερη.
Και μια ιδέα – ίσως η πιο σημαντική απ’ όλες, και τη συζητήσαμε φέτος στη Σύμη: η δημοκρατία δεν διδάσκεται. Βιώνεται.
Δεν αρκεί ένα μάθημα πολιτικής αγωγής. Αν οι μαθητές δεν έχουν πραγματική φωνή, αν οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν εμπιστοσύνη και αυτονομία – το σχολείο διδάσκει στην πράξη το αντίθετο – μια παιδαγωγική αυταρχική – από αυτό που γράφεται στο βιβλίο.
Χρειαζόμαστε δημοκρατικά σχολεία: σχολεία που μοιάζουν με την κοινωνία που θέλουμε – σεβασμός, διάλογος, συμμετοχή, εμπιστοσύνη· μια κοινωνία όπου το μέλλον το συν-δημιουργούμε εμείς, οι πολίτες. Όχι οι αυταρχικοί ηγέτες, όχι η γραφειοκρατία, όχι ο πελατειακός καπιταλισμός.
Εμείς, οι πολίτες. Και ένας όρος επιτυχίας: η αυτονομία των μαθητών προϋποθέτει την αυτονομία των εκπαιδευτικών – καμία δημοκρατική αλλαγή δεν χτίζεται πάνω σε καθοδηγούμενος και εξουθενωμένους επαγγελματίες.
Δεύτερο μέρος – Τα ελληνικά παράδοξα
Και η Ελλάδα; Η Ελλάδα έχει όλα τα παγκόσμια προβλήματα – και μερικά ολόδικά της. Επιτρέψτε μου να σας τα δώσω κάποια παράδοξα, γιατί το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι μια συλλογή παραδόξων.
Παράδοξο πρώτο: έχουμε τη «δωρεάν παιδεία» – και οι ελληνικές οικογένειες ξοδεύουν από τα υψηλότερα ποσοστά του εισοδήματός τους στην Ευρώπη για φροντιστήρια.
Φτιάξαμε έναν μαραθώνιο όπου εισάγονται μόνο όσοι τερματίσουν πρώτοι – κι όσο καλό χρόνο κι αν κάνει ο επόμενος, μένει απ’ έξω. Η λογική απάντηση κάθε οικογένειας είναι να πληρώσει προπονητή. Έτσι μάθαμε στα παιδιά μας να δίνουν εξετάσεις – αντί να τα μάθουμε να μαθαίνουν.
Παράδοξο δεύτερο: το σύστημά μας είναι αδιάβλητο, ναι – αντικειμενικό. Αλλά δεν είναι αξιοκρατικό. Ή, να το πω αλλιώς: αυτό που «μετράει» ως αξία είναι η απομνημόνευση – επειδή μετριέται εύκολα και αντικειμενικά. Όμως κάθε σύστημα αξιολόγησης είναι και μια δήλωση αξιών: τι θέλουμε να επιβραβεύει η κοινωνία μας;
Εμείς επιβραβεύουμε την αποστήθιση. Επιβραβεύουμε τις σωστές απαντήσεις δεν επιβραβεύουμε τις σωστές ερωτήσεις. Την κριτική σκέψη.
Αλλάζοντας το εξεταστικό σύστημα, με την πρόταση μας για το Εθνικό Απολυτήριο, απαντάμε στο βασικό ερώτημα που προηγείται: ποιους ανθρώπους, ποιες αξίες θέλουμε να καλλιεργεί το σχολείο μας;
Παράδοξο τρίτο: έχουμε πανεπιστήμια στις περιφέρειες – αλλά δεν έχουμε περιφερειακά πανεπιστήμια. Ιδρύματα συγκεντρωτικά, ελεγχόμενα γραφειοκρατικά από το υπουργείο, με ελάχιστη σύνδεση με τις τοπικές κοινωνίες και τα προβλήματά τους: τα νερά της Θεσσαλίας, την ενέργεια της Μακεδονίας, τη νησιωτικότητα του Αιγαίου, την αγροτική ανάπτυξη της Πελοποννήσου, ο τουρισμός στην Κρήτη. Επί δεκαετίες, τμήματα ιδρύονταν όχι με εθνικό σχέδιο αλλά με πελατειακές πιέσεις. Το αποτέλεσμα: ένας στρεβλός χάρτης, με πτυχία κομμένα στο ίδιο καλούπι, αποκομμένα από τις ανάγκες της κοινωνίας.
Και γι’ αυτό έχουμε και το τέταρτο, το πιο οδυνηρό παράδοξο: είμαστε μια χώρα που μορφώνει επιστήμονες με τα χρήματα του Έλληνα φορολογούμενου – με τα δικά σας χρήματα – και μετά τους χαρίζει στον υπόλοιπο κόσμο, γιατί δεν συνδέονται με την οικονομία μας και αναζητούν αλλού δουλειά. Στα χρόνια της κρίσης, εκατοντάδες χιλιάδες νέοι, οι περισσότεροι πτυχιούχοι, πήραν τον δρόμο της ξενιτιάς. Οι γιατροί μας στελεχώνουν τα νοσοκομεία της Γερμανίας. Οι μηχανικοί μας χτίζουν τις εταιρείες άλλων χωρών. Αναλογικά με τον πληθυσμό μας, είμαστε από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς επιστημονικού ταλέντου στον κόσμο – και από τους μικρότερους εισαγωγείς.
Εγκλωβισμένο στη γραφειοκρατία του, χωρίς κίνητρα και χωρίς ξενόγλωσσα προγράμματα, το πανεπιστήμιό μας δεν μπορεί ούτε να κρατήσει τα δικά του παιδιά και να τους δώσει βιώσιμο μέλλον, ούτε να προσελκύσει τα παιδιά των άλλων.
Και πίσω από όλα αυτά, ένα σχολείο που – ας το πούμε με το όνομά του – έχει γίνει για πολλά παιδιά καταναγκαστικά έργα: ανιαρό, βαρετό. Δεν καλλιεργεί την επιθυμία της μάθησης· καλλιεργεί την επιθυμία να τελειώνεις – όσο πιο γρήγορα γίνεται, και για πάντα.
Ένα σύστημα ιεραρχικό, που φοβάται την κριτική σκέψη, δεν μπορεί να γεννήσει διά βίου μαθητές και διά βίου στοχαστές.
Τρίτο μέρος – Το αποδείξαμε: η μεταρρύθμιση της συναίνεσης
Σε αυτό το σημείο θα μου πείτε: ωραία τα λόγια – αλλά αλλάζει αυτό το σύστημα; Η απάντησή μου είναι ναι. Το ξέρω, το κάναμε.
Το 2010 και το 2011, ως κυβέρνηση, – είναι εδώ και η Άννα που το πάλεψε – δεν καταθέσαμε απλώς ένα νομοσχέδιο για τα πανεπιστήμια. Οργανώσαμε κάτι που η ελληνική πολιτική σπάνια τολμά – και που πρέπει να αποτελεί παράδειγμα για την νομοθέτηση στην χώρα μας: μια πραγματική, ανοιχτή, δημοκρατική διαβούλευση ενάμιση χρόνου.
Δημόσιος διάλογος στους Δελφούς με όλη την ακαδημαϊκή κοινότητα. Διαδοχικές Σύνοδοι Πρυτάνεων. Ανοιχτή ηλεκτρονική διαβούλευση στο opengov, με χιλιάδες σχόλια πολιτών. Διακομματική επιτροπή στη Βουλή. Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας. Διεθνής επιτροπή εμπειρογνωμόνων.
Και το αποτέλεσμα; Τον Αύγουστο του 2011, ο νόμος 4009 ψηφίστηκε από 255 βουλευτές. Διακόσιους πενήντα πέντε στους τριακόσιους.
Σε μια χώρα σημαδεμένη από τον διχασμό, η παιδεία πέτυχε την ευρύτερη κοινοβουλευτική συναίνεση μεταρρύθμισης στη Μεταπολίτευση.
Και τι προέβλεπε ο νόμος; Πραγματικό αυτοδιοίκητο, με τον Οργανισμό κάθε ιδρύματος ως το «Σύνταγμά» του. Πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών από ανεξάρτητη αρχή – ελευθερία να δημιουργούν νέα προγράμματα, με αξιολόγηση – και σύνδεση της χρηματοδότησης με την αξιολόγηση. Διδασκαλία σε ξένες γλώσσες με απόφαση του ίδιου του πανεπιστημίου. Συνήγορο του Φοιτητή. Ουσιαστική εκπροσώπηση των φοιτητών – όχι συνδιοίκηση, όχι παραταξιακά ψηφοδέλτια, αλλά συμμετοχή εκεί που έχουν να προσφέρουν: στη διαμόρφωση των σπουδών που χρειάζεται το μέλλον τους. Με δύο λέξεις: ελευθερία και λογοδοσία.
Υπάρχει όμως και το πικρό δίδαγμα: μεγάλο μέρος εκείνης της μεταρρύθμισης ξηλώθηκε μόλις άλλαξε η κυβέρνηση. Νόμος 255 βουλευτών δεν άντεξε στις κυβερνητικές εναλλαγές. Τι μας διδάσκει αυτό; Ότι η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι πολιτικό εγχείρημα: αλλάζαμε σχέσεις εξουσίας μέσα στο πανεπιστήμιο και με την κοινωνία – και αυτό δεν άρεσε. Υπήρξαν αντιστάσεις, και οι αντιστάσεις αυτές έφεραν την ανατροπή. Το εμπόδιο δεν ήταν η έλλειψη ιδεών· ήταν η αντοχή κάποιων κατεστημένων συμφερόντων.
Χρειαζόμαστε εθνική συνεννόηση με ορίζοντα πέρα από μία κυβερνητική θητεία. Ορισμένες αρχές πρέπει να προστατευθούν εκεί που δεν τις φτάνει καμία πρόσκαιρη πλειοψηφία: στο Σύνταγμα.
Τέταρτο μέρος – Το όραμα: η Ελλάδα παγκόσμιος κόμβος παιδείας
Και τώρα, το όραμα. Φανταστείτε τι θα μπορούσε να γίνει, αν τολμούσαμε.
Η Κύπρος, με έναν περίπου εκατομμύριο κατοίκους, φιλοξενεί δεκάδες χιλιάδες διεθνείς φοιτητές. Και ξέρετε πόσους ξένους φοιτητές έχουν τα κατεχόμενα – η τουρκοκυπριακή κοινότητα; Εκατόν δέκα χιλιάδες. Εκατόν δέκα χιλιάδες ξένους φοιτητές. Η Ελλάδα, η χώρα που γέννησε την Ακαδημία και το Λύκειο, φιλοξενεί ελάχιστους. Γιατί; Διότι το σύστημά μας δεν έχει ούτε την ελευθερία ούτε το κίνητρο να τους υποδεχθεί.
Αν τα πανεπιστήμιά μας μπορούσαν να αποφασίζουν τα ίδια πόσους φοιτητές δέχονται, τι διδάσκουν, σε ποια γλώσσα και πώς χρηματοδοτούνται, η Ελλάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει εκατό, διακόσιες χιλιάδες φοιτητές από όλο τον κόσμο – γιατί η παγκόσμια ζήτηση για εκπαίδευση είναι τεράστια: από την Ινδία και την Κίνα ως τον αραβικό κόσμο, την Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική, την Αφρική.
Τι θα σήμαινε αυτό; Έσοδα για τα ιδρύματα και την οικονομία μας. Ζωή για τις περιφέρειες – γιατί ο διεθνής φοιτητής δεν χρειάζεται την ακριβή Αθήνα, όταν μπορεί να σπουδάσει στη Θράκη, στην Πελοπόννησο, στην Κρήτη, στην Ήπειρο.
Ανάσα για το δημογραφικό μας.
Και το σημαντικότερο: δρόμους επιστροφής για τη διασπορά μας.
Γιατί ο Ελληνισμός δεν χωράει στα σύνορα του ελληνικού κράτους. Έχουμε ένα παγκόσμιο δίκτυο κορυφαίων Ελλήνων επιστημόνων – στα πανεπιστήμια, στην τεχνολογία, στην υγεία, στις κοινωνικές επιστήμες.
Δεν θα τους φέρουμε πίσω με εκκλήσεις πατριωτισμού· θα τους φέρουμε πίσω με θεσμούς – και με ένα ειδικό πρόγραμμα: να χρηματοδοτήσουμε την επιστροφή τους για μια σειρά ετών σε πανεπιστήμια με πραγματική αυτονομία και αγγλόφωνα προγράμματα, που θα τους καλούν να διδάξουν – έστω για ένα διάστημα.
Να μετατρέψουμε τη διαρροή εγκεφάλων σε κυκλοφορία – σε κέρδος εγκεφάλων. Να δημιουργήσουμε δυνατότητες για τους νέους μας να ανθίσουν στην Ελλάδα δημιουργικά προσφέροντας στο τόπο τους.
Και μια προειδοποίηση – γιατί το όραμα έχει και αντίπαλο. Αν το δημόσιο σύστημα μείνει άκαμπτο όπως σήμερα, το κενό δεν θα μείνει κενό.
Θα το καλύψουν οι εμπορικές ψηφιακές πλατφόρμες, προσφέροντας εξατομίκευση που θα πληρωθεί με το νόμισμα του δημοκρατικού ελέγχου, της ιδιωτικότητας και της ισότητας: πλούσιοι μαθητές με ανθρώπινους μέντορες – φτωχοί μαθητές με αυτοματοποιημένη διδασκαλία.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η εκπαίδευση θα χρησιμοποιήσει την τεχνητή νοημοσύνη. Το ερώτημα είναι αν ο δημόσιος σκοπός θα διέπει την τεχνολογία στην εκπαίδευση – ή αν τα εμπορικά κίνητρα θα διέπουν την εκπαίδευση μέσω της τεχνολογίας.
Πέμπτο μέρος – Το συμπέρασμα: το άρθρο 16
Και έτσι φτάνουμε – όπως σας υποσχέθηκα – στο Σύνταγμα. Όλα όσα είπαμε συγκλίνουν σε ένα σημείο: το άρθρο 16, όπως ισχύει, δεν κατοχυρώνει απλώς το δημόσιο πανεπιστήμιο – κατοχυρώνει το κρατικιστικό γραφειοκρατικό μοντέλο, μέχρι και το υπαλληλικό καθεστώς των διδασκόντων. Και απαγορεύει σε οποιονδήποτε άλλον, πλην του κράτους, να υπηρετήσει την ανώτατη παιδεία.
Η δική μας πρόταση αλλάζει πρώτα απ’ όλα το ερώτημα. Επί δεκαετίες, η ελληνική αντιπαράθεση έμεινε εγκλωβισμένη στο δίπολο «δημόσιο ή ιδιωτικό» – ενώ η διεθνής συζήτηση έχει προχωρήσει στο ερώτημα της αποστολής. Δεν ρωτάμε πια «ποιος ιδρύει». Ρωτάμε «για ποιον σκοπό – και ποιον υπηρετεί».
Υπάρχει το πανεπιστήμιο για να παράγει τίτλους – ή για να υπηρετεί την κοινωνία, τη δημοκρατία και τη γνώση ως κοινό αγαθό;
Θέλουμε πανεπιστήμια ιδιωτικοποιημένα για το κέρδος – ή πανεπιστήμια που είναι τα καλύτερα για τον κόσμο;
Όχι τα καλύτερα στον κόσμο. Τα καλύτερα για τον κόσμο – για τον κόσμο που θέλουμε να δημιουργήσουμε.
Σε αυτή τη βάση, η πρότασή μας είναι σαφής και προσεκτικά οριοθετημένη.
Πρώτον: τέλος στο κρατικό ασφυκτικό μονοπώλιο – αλλά όχι υπέρ της αγοράς.
Γιατί να μην μπορεί ένας συνεταιρισμός να ιδρύσει πανεπιστήμιο; Μια Περιφέρεια; Ένα εργατικό κέντρο; Ένα επιμελητήριο; Ένα κοινωφελές ίδρυμα; Μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια – ιδρυμένα από την ίδια την κοινωνία, για την κοινωνία.
Δεύτερον: ρητά όχι στα κερδοσκοπικά πανεπιστήμια.
Ένα ίδρυμα με κύριο σκοπό το κέρδος θα κυνηγήσει το φθηνό και το εμπορικά ελκυστικό – θα πάει με το ρεύμα – και όχι το αναγκαίο και το βαθύ το εθνικό – για τον ελληνισμό.
Η γνώση είναι κοινό αγαθό: δεν το θέλουμε εμπόριο, δεν το θέλουμε να γίνεται μέρισμα.
Και ας το πούμε καθαρά: ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας δεν είναι ιδεοληψία του παρελθόντος – είναι η διεθνής κανονικότητα των πιο σοβαρών πανεπιστημίων του κόσμου.
Πλουραλισμός ναι· ιδιωτικοποίηση όχι.
Τρίτον: πραγματικό αυτοδιοίκητο – και για τα δημόσια πανεπιστήμια. Να τα ελευθερώσουμε, να είναι αυτόνομα – με λογοδοσία για αποτελέσματα, όχι γραφειοκρατικές διαδικασίες: ανεξάρτητη πιστοποίηση αντί για προληπτικό υπουργικό έλεγχο, και εσωτερική δημοκρατία με ουσία. Το πανεπιστήμιο ως εργαστήριο της συμμετοχικής δημοκρατίας που χρειάζεται όλη η χώρα.
Και τέταρτον: ισχυρότερη – όχι ασθενέστερη – δημόσια αποστολή.
Η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι υποχώρηση του δημοσίου· είναι ο όρος για την αναγέννησή του: εθνικός στρατηγικός σχεδιασμός, ισχυρότερα περιφερειακά πανεπιστήμια, διά βίου μάθηση για όλους – ένα δημόσιο σύστημα με την αυτοπεποίθηση να ηγείται ενός πλουραλιστικού οικοσυστήματος, αντί να διαχειρίζεται ένα μονοπώλιο.
Ξεκίνησα με τον Πλάτωνα, και με τον Πλάτωνα θα κλείσω.
Η Ακαδημία δεν ήταν κρατική – ήταν όμως βαθιά δημόσια: ανήκε στην πόλη, στον διάλογο, στην αναζήτηση της αλήθειας. Έδωσε – όχι μόνο στην Αθήνα, στον κόσμο ολόκληρο, μέχρι σήμερα – τόση σκέψη, τόση σοφία. Ακόμη επιστρέφουμε σε εκείνη την Ακαδημία για να μάθουμε.
Αυτή είναι η διάκριση που πρέπει να ξαναμάθουμε κι εμείς: δημόσιο δεν σημαίνει κρατικό. Δημόσιο σημαίνει κοινωνικό – ό,τι υπηρετεί το κοινό αγαθό – και ελέγχεται από τους πολίτες, για τους πολίτες, για το κοινό αγαθό.
Δεν ρωτάμε, λοιπόν, ποια πανεπιστήμια επιτρέπει το Σύνταγμά μας.
Ρωτάμε ποια κοινωνία θέλουμε να γίνουμε – και μετά φτιάχνουμε ένα Σύνταγμα που επιτρέπει, δημιουργεί και δίνει κίνητρα να γεννηθούν αυτά τα πανεπιστήμια.
Γιατί σκοπός της παιδείας δεν είναι πια να μαθαίνει τους νέους να αποδέχονται τον κόσμο όπως τον βρίσκουν σήμερα.
Σκοπός της είναι να τους δίνει τη γνώση, την αυτοπεποίθηση, τη δημοκρατική εμπειρία – τη δύναμη να τον αλλάξουν.
Σας ευχαριστώ.






