Σε Ομιλίες

Ομιλία Άννας Διαμαντοπούλου, πρώην Υπουργού Παιδείας και μέλους Πολιτικού Συμβουλίου ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής στην ημερίδα “Η Παιδεία αλλάζει (σ)την Ελλάδα- Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ”

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα.

Μια χώρα που βρέθηκε στο επίκεντρο της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης της σύγχρονης ιστορίας της. Μια χώρα που απειλήθηκε όχι μόνο οικονομικά, αλλά και θεσμικά. Που αμφισβητήθηκε από το εξωτερικό και ταυτόχρονα διχάστηκε στο εσωτερικό της. Οι πλατείες φλέγονταν. Η οργή ξεχείλιζε. Η πολιτική αντιπαράθεση είχε ξεπεράσει τα όρια της δημοκρατικής σύγκρουσης και πολλές φορές έπαιρνε χαρακτηριστικά εμφυλίου. Οι θεσμοί δοκιμάζονταν και η εμπιστοσύνη κατέρρεε.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μια κυβέρνηση και ένας πρωθυπουργός πήραν μια απόφαση που πιστεύω ότι θα αξιολογηθεί διαφορετικά όσο περνούν τα χρόνια.

Αποφάσισαν ότι η χώρα έπρεπε να σωθεί.

Όχι μόνο οικονομικά.

Αλλά και θεσμικά.

Παραγωγικά.

Πνευματικά.

Γιατί οι μεγάλες κρίσεις δεν αντιμετωπίζονται μόνο με δημοσιονομικά μέτρα. Αντιμετωπίζονται όταν αποφασίζεις ποια χώρα θέλεις να υπάρχει όταν η κρίση τελειώσει.

Εκείνη την περίοδο θυμηθήκαμε τη Φινλανδία.

Όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 έχασε σχεδόν το 20% του ΑΕΠ της, δεν περιορίστηκε στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης. Επέλεξε να επενδύσει στην εκπαίδευση. Κατάλαβε ότι η επόμενη μέρα δεν θα χτιζόταν μόνο με οικονομικές αποφάσεις αλλά με ανθρώπους διαφορετικά εκπαιδευμένους.

Αυτό επιχειρήσαμε και εμείς.

Μέσα στη μεγαλύτερη κρίση της μεταπολίτευσης αποφασίσαμε ότι δεν αρκούσε να αντιμετωπίσουμε την κρίση. Έπρεπε να σχεδιάσουμε την Ελλάδα μετά την κρίση. Και η Ελλάδα μετά την κρίση περνούσε μέσα από την εκπαίδευση.

Δεν σχεδιάσαμε αποσπασματικές αλλαγές.

Σχεδιάσαμε μία ενιαία μεταρρύθμιση που ξεκινούσε από το νηπιαγωγείο και έφτανε μέχρι το διδακτορικό.

Δεν ήταν ένα σχέδιο που γράφτηκε μέσα σε ένα υπουργικό γραφείο.

Είχε προηγηθεί μια τεράστια προετοιμασία ήδη από την περίοδο της αντιπολίτευσης. Περισσότεροι από 1.700 εκπαιδευτικοί από όλη την Ελλάδα εργάστηκαν εθελοντικά. Η ΠΑΣΚΕ είχε κάνει μια εξαιρετική δουλειά προετοιμασίας. Πανεπιστημιακοί, δάσκαλοι, καθηγητές, άνθρωποι της πράξης, αφιέρωσαν χρόνο, γνώση και εμπειρία χωρίς καμία αμοιβή, γιατί πίστευαν ότι η εκπαίδευση δεν είναι υπόθεση ενός υπουργού. Είναι υπόθεση μιας χώρας.

Είχαμε όμως και κάτι ακόμη.

Είχαμε μια Κοινοβουλευτική Ομάδα που, μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες, στήριξε δύσκολες αποφάσεις γνωρίζοντας ότι πολλές φορές το πολιτικό κόστος στις εκλογικές τους περιφέρειες θα ήταν μεγάλο.

Είχαμε σχέδιο.

Είχαμε πίστη.

Και κυρίως είχαμε τη βούληση να μην κάνουμε ακόμη μία μεταρρύθμιση «για τα χαρτιά».

Θέλαμε να εφαρμοστεί.

Γι’ αυτό επιλέξαμε τον δύσκολο δρόμο της διαβούλευσης.

Δεν περιοριστήκαμε στους ανθρώπους της εκπαίδευσης.

Συζητήσαμε με τους πρυτάνεις, με το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, με τη Διακομματική Επιτροπή της Βουλής, με τη ΓΣΕΕ, με τον ΣΕΒ, με την ΚΕΔΕ, με τους παραγωγικούς φορείς, με τους εκπαιδευτικούς σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.

Θυμάμαι ατελείωτες συζητήσεις.

Πολλές δύσκολες.

Άλλες συγκρουσιακές.

Υπήρξαν έντονες διαφωνίες.

Αλλά αυτό ακριβώς είναι η δημοκρατία.

Δεν είναι να αποφεύγεις τη διαφωνία.

Είναι να δημιουργείς τις προϋποθέσεις ώστε μέσα από τη διαφωνία να γεννιέται μια καλύτερη λύση.

Και αυτό είναι ένα μάθημα που εξακολουθεί να έχει αξία.

Η διαβούλευση δεν καθυστερεί τις μεγάλες αλλαγές.

Τις νομιμοποιεί.

Στο τέλος των δύο αυτών χρόνων δεν μιλούσαμε πια για νομοσχέδια.

Μιλούσαμε για πολιτικές που είχαν ήδη εφαρμοστεί.

Για μεταρρυθμίσεις που είχαν αρχίσει να αξιολογούνται.

Για αλλαγές που είχαν αποκτήσει ζωή.

Ανάμεσά τους ήταν το Νέο Σχολείο.

Συχνά όταν μιλάμε για εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, συζητάμε για ώρες αν άλλαξε ένα βιβλίο ή ένα μάθημα.

Εκείνο που προσπαθήσαμε να αλλάξουμε δεν ήταν το βιβλίο.

Ήταν η φιλοσοφία της μάθησης.

Το ερώτημα που θέσαμε ήταν απλό.

Τι παιδί θέλουμε να μεγαλώνει στο ελληνικό δημόσιο σχολείο;

Ένα παιδί που θα αποστηθίζει;

Ή ένα παιδί που θα σκέφτεται, θα δημιουργεί, θα συνεργάζεται και θα μπορεί να ζήσει σε έναν κόσμο που αλλάζει με πρωτόγνωρη ταχύτητα;

Από αυτή τη σκέψη γεννήθηκε το Νέο Σχολείο.

Ένα σχολείο που έβαζε από την πρώτη Δημοτικού τις ξένες γλώσσες, τη μουσική, το θεατρικό παιχνίδι, τις ψηφιακές δεξιότητες και νέα προγράμματα σπουδών.

Ένα σχολείο που θα έδινε τη δυνατότητα σε κάθε παιδί, ανεξάρτητα από την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του, να αποκτήσει μέσα από το δημόσιο σχολείο πιστοποίηση ξένης γλώσσας και ψηφιακών δεξιοτήτων.

Ένα σχολείο που εφαρμόστηκε σε περίπου 4.500 σχολικές μονάδες.

Ξεκίνησαν τα νέα προγράμματα σπουδών.

Το μεγαλύτερο πρόγραμμα επιμόρφωσης εκπαιδευτικών που είχε γίνει μέχρι τότε.

Το Ψηφιακό Σχολείο.

Τα Πρότυπα και Πειραματικά Σχολεία.

Η πιλοτική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου.

Η αλλαγή του Λυκείου και ο σχεδιασμός ενός νέου συστήματος πρόσβασης στα πανεπιστήμια.

Όλα αυτά δεν ήταν ξεχωριστές μεταρρυθμίσεις.

Ήταν κομμάτια του ίδιου σχεδίου.

Και το σχέδιο αυτό είχε μια απλή φιλοσοφία.

Τότε το ονόμαζα «Αριστοτέλης και ψηφιακή εποχή».

Σήμερα θα το έλεγα διαφορετικά.

Αριστοτέλης και Τεχνητή Νοημοσύνη.

Γιατί πίστευα τότε, και το πιστεύω ακόμη περισσότερο σήμερα, ότι όσο πιο ισχυρή γίνεται η τεχνολογία τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτούν οι ανθρωπιστικές σπουδές.

Γιατί μόνο ο συνδυασμός των δύο μπορεί να κρατήσει τον άνθρωπο πάνω από τις μηχανές.

Και κάπου εκεί γεννήθηκε το επόμενο ερώτημα.

Αν θέλεις πραγματικά να αλλάξεις την εκπαίδευση μιας χώρας…

Από πού ξεκινάς;

Από το σχολείο;

Ή από το πανεπιστήμιο;

Το δικό μου συμπέρασμα, μετά από όλα αυτά τα χρόνια, είναι ξεκάθαρο.

Οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση πρέπει να ξεκινούν από το πανεπιστήμιο.

Γιατί από εκεί θα βγουν οι αυριανοί δάσκαλοι, οι καθηγητές, οι γιατροί, οι μηχανικοί, οι δικαστές, οι ερευνητές, οι επιχειρηματίες, οι πολιτικοί.

Το πανεπιστήμιο δεν είναι το τέλος της εκπαιδευτικής διαδρομής.

Είναι η αρχή του μέλλοντος μιας χώρας.

Ο μεγάλος παιδαγωγός Ευάγγελος Παπανούτσος είχε γράψει ότι ο κίνδυνος για τη χώρα δεν προέρχεται από τη δίψα των ανθρώπων να μορφωθούν, αλλά από το δυσάρεστο γεγονός ότι μισοεκπαιδεύονται.

Και πρότεινε ως απάντηση «πολλή και καλή εκπαίδευση».

Σκέφτομαι συχνά αυτή τη φράση.

Γιατί αυτό το «μισό» συνεχίζει να μας ταλαιπωρεί.

Μισές μεταρρυθμίσεις.

Μισή συνέχεια.

Μισή χρηματοδότηση.

Μισή εμπιστοσύνη.

Και στο τέλος, πολλές φορές, μισή παιδεία.

Ο Αλέξης Δημαράς αφιέρωσε δύο τόμους του σπουδαίου έργου του στη «μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης που δεν έγινε».

Θα μου επιτρέψετε να διατυπώσω μια λίγο διαφορετική άποψη.

Οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα γίνονται.

Το πρόβλημα είναι ότι σπάνια ολοκληρώνονται.

Τις αλλάζουμε πριν προλάβουμε να αξιολογηθούν.

Τις καταργούμε πριν προλάβουν να αποδώσουν.

Κάθε κυβέρνηση αισθάνεται ότι πρέπει να ξεκινήσει από την αρχή.

Και έτσι, τελικά, η χώρα ξεκινά συνεχώς από την αρχή.

Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι ότι δεν μεταρρυθμίζεται.

Είναι ότι δεν έχει συνέχεια στις μεταρρυθμίσεις της.

Με αυτή τη σκέψη σχεδιάσαμε τη μεταρρύθμιση για τα πανεπιστήμια.

Δεν ξεκινήσαμε γράφοντας έναν νόμο.

Ξεκινήσαμε απαντώντας σε ένα ερώτημα.

Τι πανεπιστήμιο χρειάζεται η Ελλάδα του 21ου αιώνα;

Ένα πανεπιστήμιο που θα περιμένει καθημερινά οδηγίες από το Υπουργείο;

Ή ένα πανεπιστήμιο που θα έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει μόνο του, να λογοδοτεί στην κοινωνία και να διαμορφώνει τη δική του στρατηγική;

Επιλέξαμε το δεύτερο.

Η μεγάλη λέξη εκείνης της μεταρρύθμισης δεν ήταν τα Συμβούλια Διοίκησης.

Δεν ήταν η αξιολόγηση.

Δεν ήταν η διεθνοποίηση.

Η μεγάλη λέξη ήταν η εμπιστοσύνη.

Εμπιστοσύνη στο δημόσιο πανεπιστήμιο.

Εμπιστοσύνη στους ανθρώπους του.

Εμπιστοσύνη ότι μπορεί να αποκτήσει πραγματικό αυτοδιοίκητο, αλλά και πραγματική ευθύνη.

Γι’ αυτό μεταφέραμε ουσιαστικές αρμοδιότητες από το Υπουργείο στα ίδια τα πανεπιστήμια.

Θεσπίσαμε τον Οργανισμό κάθε Ιδρύματος, το δικό του «Σύνταγμα», ώστε κάθε πανεπιστήμιο να μπορεί να οργανώνει τη λειτουργία του σύμφωνα με την αποστολή και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του.

Δεν θέλαμε όλα τα πανεπιστήμια ίδια.

Θέλαμε κάθε πανεπιστήμιο να αποκτήσει τη δική του προσωπικότητα.

Ταυτόχρονα, είπαμε κάτι που σήμερα θεωρώ ακόμη πιο σημαντικό.

Δεν υπάρχει αυτοδιοίκηση χωρίς λογοδοσία.

Γι’ αυτό δεν μιλήσαμε μόνο για αξιολόγηση.

Θεσπίσαμε και την υποχρεωτική πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών από ανεξάρτητη αρχή.

Συνδέσαμε την ποιότητα με τη χρηματοδότηση.

Προβλέψαμε αξιολόγηση των καθηγητών.

Γιατί το δημόσιο πανεπιστήμιο δεν έχει να φοβηθεί την αξιολόγηση.

Έχει να κερδίσει από αυτήν.

Θέλαμε, επίσης, τα ελληνικά πανεπιστήμια να ανοίξουν τα παράθυρά τους στον κόσμο.

Να μπορούν να οργανώνουν προγράμματα σπουδών σε ξένες γλώσσες.

Να προσελκύουν ξένους φοιτητές.

Να υποδέχονται και να στέλνουν καθηγητές και ερευνητές.

Να δημιουργούν Κέντρα Αριστείας.

Να αξιοποιούν την έρευνα, τις πατέντες και τις συνεργασίες τους.

Να πάψουν να είναι εσωστρεφή.

Γιατί ένα πανεπιστήμιο που δεν συνομιλεί με τον κόσμο, πολύ γρήγορα παύει να συνομιλεί και με το μέλλον.

Και στο κέντρο όλων αυτών βρισκόταν ο φοιτητής.

Όχι ως μέλος κομματικών μηχανισμών.

Όχι ως πελάτης.

Αλλά ως ο λόγος ύπαρξης του πανεπιστημίου.

Γι’ αυτό θεσπίσαμε τον Συνήγορο του Φοιτητή.

Τη δυνατότητα μερικής φοίτησης για τους εργαζόμενους.

Ανταποδοτικές υποτροφίες.

Φοιτητικά δάνεια.

Κανόνες που προστάτευαν και το δικαίωμα στη μόρφωση αλλά και την αξία του πτυχίου.

Αν τα δείτε ένα-ένα, όλα αυτά μοιάζουν με επιμέρους αλλαγές.

Αν όμως τα δείτε μαζί, θα διαπιστώσετε ότι υπηρετούσαν μία μόνο ιδέα:

Να περάσουμε από το πανεπιστήμιο της κρατικής εξάρτησης στο πανεπιστήμιο της ευθύνης.

Και υπήρχε ακόμη μία πρόβλεψη για την οποία είμαι ιδιαίτερα υπερήφανη.

Ο ίδιος ο νόμος προέβλεπε ότι, τέσσερα χρόνια μετά την εφαρμογή του, θα αξιολογούνταν από ανεξάρτητη επιτροπή εμπειρογνωμόνων.

Γιατί καμία μεταρρύθμιση δεν είναι αλάνθαστη.

Οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις δεν φοβούνται την αξιολόγηση.

Ζουν από αυτήν.

Σήμερα, δεκαπέντε χρόνια μετά, αν με ρωτούσε κάποιος τι θα άλλαζα σε εκείνη τη μεταρρύθμιση, η απάντησή μου είναι απλή.

Θα άλλαζα πολλά.

Όχι γιατί άλλαξα γνώμη.

Αλλά γιατί άλλαξε ο κόσμος.

Το 2011 η μεγάλη μας αγωνία ήταν να αποκτήσει το ελληνικό πανεπιστήμιο αυτοδιοίκηση, ποιότητα, εξωστρέφεια και διεθνή παρουσία.

Σήμερα αυτά παραμένουν απολύτως αναγκαία.

Αλλά δεν αρκούν.

Γιατί για πρώτη φορά στην ιστορία αλλάζει η ίδια η σχέση του ανθρώπου με τη γνώση.

Για αιώνες το πανεπιστήμιο ήταν ο τόπος όπου πήγαινε κανείς για να αποκτήσει γνώση.

Σήμερα η γνώση βρίσκεται παντού.

Ένας φοιτητής μπορεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να ζητήσει από ένα μεγάλο γλωσσικό μοντέλο να του εξηγήσει μια θεωρία, να του μεταφράσει ένα επιστημονικό άρθρο, να του προτείνει βιβλιογραφία ή να του γράψει το πρώτο σχέδιο μιας εργασίας.

Αυτό δεν είναι απλώς μια τεχνολογική εξέλιξη.

Είναι μια αλλαγή εποχής.

Και μας υποχρεώνει να ξανασκεφτούμε τι είναι πανεπιστήμιο.

Αν η πληροφορία είναι διαθέσιμη παντού, τότε το πανεπιστήμιο δεν μπορεί να έχει ως αποστολή μόνο τη μετάδοση της γνώσης.

Οφείλει να διαμορφώνει ανθρώπους.

Ανθρώπους που ξέρουν να σκέφτονται.

Να αμφισβητούν.

Να συνθέτουν.

Να συνεργάζονται.

Να διακρίνουν την επιστήμη από την παραπληροφόρηση.

Να χρησιμοποιούν την τεχνολογία χωρίς να γίνονται εξαρτημένοι από αυτήν.

Γι’ αυτό πιστεύω σήμερα ακόμη περισσότερο σε μια ιδέα που με συνοδεύει εδώ και πολλά χρόνια.

Αριστοτέλης και Τεχνητή Νοημοσύνη.

Όχι Αριστοτέλης ή Τεχνητή Νοημοσύνη.

Ο Αριστοτέλης μας δίδαξε να θέτουμε τα σωστά ερωτήματα.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη μάς βοηθά να βρίσκουμε απαντήσεις με μια ταχύτητα που μέχρι χθες ήταν αδιανόητη.

Το μέλλον ανήκει σε εκείνους που θα μπορούν να συνδυάζουν και τα δύο.

Γιατί όσο πιο ισχυρές γίνονται οι μηχανές, τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτούν οι ανθρώπινες ιδιότητες.

Η κρίση.

Η δημιουργικότητα.

Η φαντασία.

Η ηθική.

Η ενσυναίσθηση.

Η δημοκρατική συνείδηση.

Αυτά δεν τα παράγει κανένας αλγόριθμος.

Τα καλλιεργεί η παιδεία.

Υπάρχει όμως και μια ακόμη μεγάλη πρόκληση.

Η γνώση γίνεται πλέον αντικείμενο μιας τεράστιας παγκόσμιας αγοράς.

Μπορεί κανείς να αγοράσει μαθήματα.

Πιστοποιήσεις.

Δεξιότητες.

Τίτλους.

Η τεχνολογία δημιουργεί τεράστιες ευκαιρίες.

Αλλά δημιουργεί και έναν μεγάλο κίνδυνο.

Να αρχίσουμε να αγοράζουμε προσόντα αντί να αποκτούμε γνώση.

Να θεωρήσουμε ότι η εκπαίδευση είναι μια εμπορική συναλλαγή.

Ότι ένα πτυχίο είναι απλώς ένα προϊόν.

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, ο νέος ιστορικός ρόλος του δημόσιου πανεπιστημίου.

Όχι να έχει το μονοπώλιο της γνώσης.

Αυτό δεν υπάρχει πια.

Αλλά να εγγυάται την αξιοπιστία της γνώσης.

Να διασφαλίζει ότι πίσω από κάθε πτυχίο υπάρχουν πραγματικές γνώσεις, πραγματική έρευνα, πραγματικές δεξιότητες και ακαδημαϊκή ακεραιότητα.

Και εδώ βρίσκεται και ο ρόλος του κράτους.

Όχι να διοικεί τα πανεπιστήμια.

Το αντίθετο.

Να διαμορφώνει το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κάθε μορφή ανώτατης εκπαίδευσης – δημόσια ή ιδιωτική, με φυσική παρουσία ή εξ αποστάσεως – θα λειτουργεί με αυστηρούς κανόνες ποιότητας, αξιολόγησης, πιστοποίησης και λογοδοσίας.

Γιατί η αξιοπιστία της γνώσης είναι δημόσιο αγαθό.

Και αυτό το δημόσιο αγαθό οφείλει το κράτος να το προστατεύει.

Η συζήτηση για την εκπαίδευση ήταν και θα είναι πάντοτε ιδεολογική.

Και σωστά είναι.

Γιατί πίσω από κάθε εκπαιδευτική πολιτική υπάρχει μια αντίληψη για τον άνθρωπο, για τη δημοκρατία και για την κοινωνία που θέλουμε να οικοδομήσουμε.

Το ζητούμενο δεν είναι να εξαφανίσουμε τις ιδεολογικές διαφορές.

Είναι να μπορέσουμε, παρά τις διαφορές μας, να συμφωνήσουμε στα θεμελιώδη.

Ότι η παιδεία είναι εθνική υπόθεση.

Ότι το δημόσιο πανεπιστήμιο είναι θεσμός δημοκρατίας, ανάπτυξης και κοινωνικής κινητικότητας.

Ότι οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις χρειάζονται χρόνο, αξιολόγηση και συνέχεια.

Η Ελλάδα δεν έχει πια την πολυτέλεια ούτε της καθυστέρησης ούτε της ασυνέχειας.

Χρειάζεται μια νέα εθνική συμφωνία για το πανεπιστήμιο του μέλλοντος.

Ένα πανεπιστήμιο πραγματικά αυτόνομο.

Εξωστρεφές.

Διεθνές.

Απαιτητικό με τον εαυτό του.

Βαθιά συνδεδεμένο με την κοινωνία.

Ένα πανεπιστήμιο που θα συνδυάζει τον Αριστοτέλη με την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Γιατί στο τέλος της ημέρας το μεγάλο ερώτημα δεν είναι αν οι μηχανές θα γίνουν εξυπνότερες από τον άνθρωπο.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν εμείς θα γίνουμε σοφότεροι μαζί τους.

Και αυτή είναι η μεγάλη αποστολή του πανεπιστημίου.

Και επιτρέψτε μου να κλείσω όπως άρχισα.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα.

Και μέσα σε αυτή τη χώρα ήταν ένα κόμμα.

Ένα κόμμα που έκανε μεγάλα βήματα για την παιδεία.

Που έκανε μεγάλες μεταρρυθμίσεις.

Που έκανε και λάθη.

Που γνώρισε την αποδοχή και την απόρριψη.

Αλλά δεν σταμάτησε ποτέ να πιστεύει ότι η γνώση είναι η μεγαλύτερη δύναμη μιας χώρας.

Αυτή είναι, πιστεύω, η μεγάλη παρακαταθήκη του ΠΑΣΟΚ.

Όχι ότι είχε πάντα δίκιο.

Αλλά ότι τόλμησε να αλλάξει.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η Ελλάδα χρειάζεται ξανά αυτή την τόλμη.

Γιατί η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια ούτε της καθυστέρησης ούτε της ασυνέχειας.

Χρειάζεται μια νέα εθνική συμφωνία για την παιδεία.

Ένα πανεπιστήμιο που θα συνδυάζει τον Αριστοτέλη με την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Γιατί το μέλλον δεν θα κριθεί από το πόσα γνωρίζουν οι μηχανές.

Θα κριθεί από το πόση σοφία θα έχουν οι άνθρωποι.

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

ΠΑΣΟΚ - Κίνημα Αλλαγής
Επισκόπηση Πολιτικής Απορρήτου

Το Κίνημα Αλλαγής εγγυάται τον σεβασμό του ιδιωτικού απορρήτου των μελών του, καθώς και την προστασία των προσωπικών τους δεδομένων, είτε αυτά τηρούνται διαδικτυακά είτε στις εγκαταστάσεις του. Για το λόγο αυτό, στο πλαίσιο του ισχύοντος εθνικού και ενωσιακού νομικού πλαισίου που διέπει την προστασία των προσωπικών δεδομένων, ιδίως του Γενικού Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Προστασία Δεδομένων 2016/679 (εφ’ εξής «ΓΚΠΔ»), το Κίνημα Αλλαγής γνωστοποιεί την παρούσα νόμιμη και διαφανή πολιτική προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με σκοπό να παρέχει στα φυσικά πρόσωπα («υποκείμενα των δεδομένων») επαρκή ενημέρωση για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία συλλέγει και επεξεργάζεται κατά την παροχή των υπηρεσιών του προς το κοινό. Με την παρούσα πολιτική καθορίζονται οι βασικές αρχές και οι κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους το Κίνημα Αλλαγής συλλέγει, επεξεργάζεται και αποθηκεύει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται από την εθνική και ενωσιακή νομοθεσία.