Ομιλία Νίκου Ανδρουλάκη, Προέδρου ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής στο συνέδριο «Ελλάδα 2030»
Κυρίες και κύριοι,
Στον δημόσιο διάλογο επανέρχεται συχνά η συζήτηση για το αν η Ελλάδα είναι σήμερα καλύτερα απ’ ό,τι ήταν πριν από μια δεκαετία.
Η απάντηση είναι προφανής. Η χώρα έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα. Οι τράπεζες έχουν ενισχύσει τους ισολογισμούς τους, αν και τα αρρύθμιστα χρέη που ανήκουν πλέον στα funds, παραμένουν βραχνάς για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η οικονομία αναπτύσσεται ως αποτέλεσμα της ανάκαμψης που ακολούθησε τη βαθιά οικονομική κρίση. Ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ μειώνεται σταθερά, εξέλιξη που οφείλεται σε σημαντικό βαθμό και στην ονομαστική μεγέθυνση της οικονομίας και στον πληθωρισμό.
Όλα τα παραπάνω δεν τα αρνούμαστε, καθώς είναι αποτέλεσμα των θυσιών της ελληνικής κοινωνίας, της αντοχής που επέδειξαν πάρα πολλές επιχειρήσεις. Είναι προϊόν μιας μεγάλης συλλογικής προσπάθειας. Όμως, είναι σωστό να συγκρίνουμε συνεχώς την Ελλάδα του σήμερα με την Ελλάδα των μνημονίων για να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για το μέλλον μας; Η πρόκληση για μια κοινωνία είναι αν προετοιμάζεται για το μέλλον. Αν είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες της.
Και σήμερα, καθώς βαδίζουμε προς το 2030, οφείλουμε να δούμε τα διλήμματα:
Η Ελλάδα του 2030 θα είναι μια χώρα ευρωπαϊκής σύγκλισης ή μια χώρα που απλώς διαχειρίζεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις αδυναμίες της;
Πολλές εκθέσεις διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών επισημαίνουν ότι παραμένουν σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες. Άρα, καλό θα είναι να συζητήσουμε για το αύριο και όχι να επιλέγουμε τη σύγκριση με το παρελθόν. Αυτό, λοιπόν, που λένε όλα αυτά τα reports, πρέπει να μας προβληματίσει, γιατί οι προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας και ως Ελλάδα και ως Ευρώπη είναι πολλαπλές.
Πρώτος άξονας: Η παραγωγικότητα ως εθνικό στοίχημα
Η μεγαλύτερη πρόκληση της ελληνικής οικονομίας δεν είναι πλέον η δημοσιονομική προσαρμογή. Είναι η παραγωγικότητα που αντιστοιχεί λίγο πάνω από το μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Παράγουμε λιγότερη αξία ανά εργαζόμενο και ανά ώρα εργασίας από πολλές ανταγωνιστικές οικονομίες.
Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί να εργαζόμαστε περισσότερο – πόσο ακόμα άλλωστε μπορεί ένας εργαζόμενος στην Ελλάδα, που σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία εργάζεται τις περισσότερες ώρες στην Ευρώπη.
Πρέπει, λοιπόν, να δούμε την ποιότητα αυτών των ωρών, για να παράγουμε περισσότερο. Και αυτό σημαίνει περισσότερη καινοτομία, περισσότερη έρευνα, περισσότερη τεχνολογία, περισσότερη σύνδεση της γνώσης με την παραγωγή.
Χρειαζόμαστε όμως και ποιοτικότερο χρόνο εργασίας που να συνδυάζει αρμονικά την προσωπική με την επαγγελματική ζωή. Γι’ αυτό άλλωστε πριν από λίγες εβδομάδες το ΠΑΣΟΚ έθεσε για διαβούλευση στον δημόσιο διάλογο την πιλοτική εφαρμογή της 4ήμερης εργασίας.
Για εμάς, η χώρα δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην κατανάλωση, στις υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας ή σε συγκυριακούς παράγοντες ανάπτυξης. Η Ελλάδα του 2030 πρέπει να είναι μια ανθεκτική οικονομία που δημιουργεί περισσότερο πλούτο, περισσότερη αξία και κατανέμει τα οφέλη της ανάπτυξης με πιο δίκαιο τρόπο.
Δεύτερος άξονας: Η εξωτερική ανταγωνιστικότητα και η παραγωγική αυτάρκεια
Η δεύτερη μεγάλη πρόκληση είναι η εξωτερική θέση της χώρας. Παρά την αύξηση των εξαγωγών και την ισχυρή επίδοση του τουρισμού, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλά ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της χώρας παραμένει η χαμηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μας προβληματίζει; Είναι ένα γεγονός που δείχνει ότι η οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από εξωτερική χρηματοδότηση.
Με απλά λόγια: η Ελλάδα συνεχίζει να καταναλώνει και να επενδύει περισσότερο από όσο παράγει για τις διεθνείς αγορές. Αυτό δεν είναι απλώς ένας τεχνικός δείκτης. Είναι ζήτημα εθνικής ανθεκτικότητας.
Η χώρα χρειάζεται περισσότερες εξαγωγές, ισχυρότερη μεταποίηση, μεγαλύτερη συμμετοχή στις ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας, παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών με υψηλότερη προστιθέμενη αξία.
Δεν μπορούμε να μιλάμε για ισχυρή οικονομία, όταν η παραγωγική μας βάση παραμένει στενότερη από τις ανάγκες της χώρας σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό.
Τρίτος άξονας: Το ανθρώπινο κεφάλαιο και το δημογραφικό
Κάτι που συζητήσαμε και προσφάτως στο προηγούμενο συνέδριό σας.
Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια από τις μεγαλύτερες δημογραφικές κρίσεις στην Ευρώπη. Ο πληθυσμός γερνά. Οι γεννήσεις μειώνονται. Οι ανάγκες της αγοράς εργασίας αλλάζουν πολύ γρήγορα, με αποτέλεσμα να χρειάζεται προσαρμογή των δεξιοτήτων. Το στεγαστικό πρόβλημα είναι το σημαντικότερο εμπόδιο για τις νεότερες γενιές για να χαράξουν τη δική τους πορεία και να κάνουν οικογένεια.
Παράλληλα, πολλές επιχειρήσεις δηλώνουν ότι αδυνατούν να βρουν εξειδικευμένο προσωπικό, ενώ σημαντικό τμήμα του ανθρώπινου δυναμικού υψηλής κατάρτισης εξακολουθεί μετά τη φοίτησή του να φεύγει στο εξωτερικό.
Η Ελλάδα του 2030 πρέπει να είναι μια χώρα που επενδύει συστηματικά στη γνώση, στην κατάρτιση, στην έρευνα και στη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας. Μια χώρα που διαθέτει ολοκληρωμένη στεγαστική πολιτική όπως αυτή που έχω προτείνει πολλές φορές μετά το 2022, όχι ως μία έμπνευση μόνο του ΠΑΣΟΚ αλλά και μέσα από τα ευρωπαϊκά προγράμματα που έχουν υλοποιηθεί και σε άλλες χώρες, όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Αυστρία.
Η μάχη της επόμενης δεκαετίας θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν θα μπορέσουμε να δώσουμε πραγματική προοπτική στους νέους ανθρώπους της χώρας.
Τέταρτος άξονας: Θεσμοί που ενισχύουν την ανάπτυξη
Και εδώ πολλές φορές γίνεται ένα debate. Μιλάτε για το κράτος δικαίου και τους θεσμούς, αλλά όχι για την οικονομία. Για εμάς και τα δύο πάνε μαζί. Και αυτό δείχνουν τα παραδείγματα σε όλο το δυτικό κόσμο. Όπου υπάρχουν ισχυροί θεσμοί και ισχυρό κράτος δικαίου, η οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα και τα οφέλη της μοιράζονται δικαιότερα στην κοινωνία.
Ανάπτυξη για εμάς είναι και οι ποιοτικοί θεσμοί, το ισχυρό κράτος δικαίου, η διαφάνεια, η αξιοκρατία. Γιατί η ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης, ο σεβασμός της λειτουργίας των ανεξάρτητων αρχών, η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, η σταθερότητα των κανόνων και η ποιότητα της διακυβέρνησης αποτελούν πλέον κρίσιμους παράγοντες ανταγωνιστικότητας.
Σε αυτό τον τομέα, η Ελλάδα έχει οδηγηθεί σε πισωγύρισμα τα τελευταία χρόνια. Η αδιαφάνεια στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος έχει γιγαντωθεί με τα ρεκόρ σε απευθείας αναθέσεις, τις στρατιές των μετακλητών και τις υποτυπώδεις διαγωνιστικές διαδικασίες. Τα παραδείγματα πάρα, μα πάρα πολλά.
Παράλληλα, παρατηρούνται σοβαρές καθυστερήσεις, γραφειοκρατικά εμπόδια και θεσμικές αδυναμίες που περιορίζουν την ταχύτητα με την οποία οι επενδύσεις μετατρέπονται σε παραγωγική δραστηριότητα.
Η χώρα, λοιπόν, χρειάζεται ένα κράτος πιο αξιοκρατικό, πιο διαφανές, πιο αποτελεσματικό, πιο αποκεντρωμένο με μεγαλύτερη αξιοπιστία και λογοδοσία. Και αυτό δεν μπορεί να είναι το σημερινό «επιτελικό» κράτος.
Πέμπτος άξονας: Η ακρίβεια και η ποιότητα ζωής
Οι θετικοί μακροοικονομικοί δείκτες δεν αρκούν, όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι η καθημερινότητά τους γίνεται δυσκολότερη. Η επίμονη ακρίβεια αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη κοινωνική πρόκληση.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο ο γενικός πληθωρισμός. Είναι το κόστος στέγασης. Είναι το κόστος ενέργειας. Είναι το κόστος βασικών υπηρεσιών. Είναι η πίεση που δέχονται τα μεσαία και χαμηλότερα εισοδήματα.
Μια οικονομία δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά επιτυχημένη, όταν οι ανισότητες μεγαλώνουν, όταν σημαντικό μέρος της κοινωνίας βλέπει το διαθέσιμο εισόδημά του να συρρικνώνεται.
Η ανάπτυξη οφείλει να μεταφράζεται σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Και εν τέλει, πώς μπορεί να έχει επιτύχει μια οικονομική πολιτική, όταν ο λαός μας έχει τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη μεταξύ των 27 ευρωπαϊκών χωρών; Τόσο απλά είναι τα πράγματα.
Έκτος άξονας: Το ιδιωτικό χρέος και η δεύτερη ευκαιρία σε όσους την αξίζουν
Η δεύτερη ευκαιρία αξιοπρέπειας.
Οι ελληνικές τράπεζες έχουν μειώσει θεαματικά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στους ισολογισμούς τους. Όμως το πρόβλημα δεν έχει εξαφανιστεί. Μεγάλο μέρος των κόκκινων δανείων έχει μεταφερθεί εκτός τραπεζικού συστήματος και εξακολουθεί να βαραίνει νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Για χιλιάδες πολίτες και επαγγελματίες, η πρόσβαση στη χρηματοδότηση παραμένει περιορισμένη και η δυνατότητα ουσιαστικής επανεκκίνησης αβέβαιη.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια ολοκληρωμένη στρατηγική -όπως αυτή που έχουμε καταθέσει στη Βουλή- που θα επιτρέπει στις βιώσιμες επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά να επιστρέψουν πλήρως στην οικονομική δραστηριότητα.
Με προστασία της πρώτης κατοικίας, αυστηρό πλαίσιο λειτουργίας των funds και 120 δόσεις για χρέη προς το Δημόσιο. Πραγματικές 120 δόσεις.
Για το ΠΑΣΟΚ, δεν μπορεί να υπάρξει ισχυρή ανάπτυξη, τη στιγμή που σημαντικό μέρος του παραγωγικού δυναμικού παραμένει εγκλωβισμένο σε έναν ωκεανό ιδιωτικού χρέους.
Έβδομος άξονας: Η επόμενη μέρα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Για εμάς, το Ταμείο Ανάκαμψης είναι η μεγαλύτερη σύγχρονη χαμένη ευκαιρία. Τα τελευταία χρόνια η χώρα επωφελήθηκε από ένα πρωτοφανές κύμα ευρωπαϊκών πόρων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Οι πόροι αυτοί δυστυχώς αξιοποιήθηκαν, χωρίς προτεραιοποίηση, χωρίς συνεκτικό σχέδιο, και όλα αυτά θα τα βρούμε μπροστά μας.
Τι θα συμβεί όταν ολοκληρωθεί αυτός ο κύκλος χρηματοδότησης;
Θα συνεχίσει να αναπτύσσεται η οικονομία με τους σημερινούς ρυθμούς; Θα έχουμε ανθεκτικότητα;
Οι μελέτες λένε άλλα. Μετά το 2029, τα πράγματα θα είναι πάρα μα πάρα πολύ δύσκολα. Δεν θα αφήσουν, λοιπόν, αυτοί οι πόροι μία μόνιμη και σταθερή δυναμική.
Έχουμε, όμως, και κάτι άλλο, που είναι ευχάριστο.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άνοιξε έναν νέο δρόμο: μέσα από την πρόσφατη ανακοίνωσή της για την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης αναγνωρίζει ρητά ότι οι εναπομείναντες πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης μπορούν να αξιοποιηθούν και ως κεφαλαιακές εισφορές προς τις Εθνικές Αναπτυξιακές Τράπεζες για κοινωνικούς σκοπούς όπως η προσιτή στέγη.
Με απλά λόγια, δίνει τη δυνατότητα στα κράτη-μέλη να μετατρέψουν προσωρινούς ευρωπαϊκούς πόρους σε μόνιμα κοινωνικά και οικονομικά αναπτυξιακά εργαλεία.
Εμείς λέμε ξεκάθαρα: πρέπει να αξιοποιήσουμε αυτήν τη σημαντική ευκαιρία. Να ενισχύσουμε κεφαλαιακά την ελληνική αναπτυξιακή τράπεζα με μέρος των αδιάθετων πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, ώστε να δημιουργηθεί ισχυρός δημόσιος χρηματοδοτικός πυλώνας για την προσιτή κατοικία, για προγράμματα κοινωνικών κατοικιών.
Γιατί κάθε ευρώ κεφαλαίου που τοποθετείται στην αναπτυξιακή τράπεζα, μπορεί να μοχλεύσει πολλαπλάσιους πόρους.
Το πραγματικό, λοιπόν, ερώτημα είναι: όχι μόνο πόσα θα απορροφήσουμε έως το 2026, αλλά αν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης θα γίνουν το θεμέλιο ενός μόνιμου εργαλείου στεγαστικής πολιτικής για τους νέους ανθρώπους και τα μεσαία στρώματα.
Κυρίες και κύριοι
Κυρίες και κύριοι,
οι προκλήσεις είναι πολλές. Προφανέστατα, τα πράγματα δεν είναι εύκολα και κανείς δεν έχει το «μαγικό ραβδί». Έχουμε χρέος, όμως, να εργαστούμε με σοβαρότητα, χωρίς μανιχαϊσμούς
Και για την παραγωγικότητα.
Και για το δημογραφικό.
Και για την ακρίβεια.
Και για το ιδιωτικό χρέος.
Γιατί μια Ελλάδα που θα κοιτάξει με αξιοπρέπεια και προοπτική το μέλλον, πρέπει να έχει πολιτικές προτάσεις μακροπρόθεσμες για όλες αυτές τις προκλήσεις.
Εμείς, λοιπόν, έχουμε σχέδιο για ανθεκτική, παραγωγική, ανταγωνιστική, οικονομική ανάπτυξη, αλλά και για κοινωνική δικαιοσύνη.
Και, νομίζω ότι, αν καταφέρουμε να είμαστε εμείς οι νικητές των επόμενων εθνικών εκλογών, θα έχουμε πολιτική αλλαγή με σιγουριά, ασφάλεια και προοπτική για όλους τους Έλληνες.





