Ομιλία Κατερίνας Σπυριδάκη στην Ολομέλεια της Βουλής για το Νομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
Ευχαριστώ Κύριε Πρόεδρε,
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Σήμερα συμπληρώνεται ένας χρόνος από το εγκληματικό δυστύχημα στα Τέμπη. Έναν χρόνο πριν, 57 συμπολίτες μας απλά είχαν αποφασίσει, ή και όχι ακόμα, να ταξιδέψουν με τρένο το βράδυ, ενώ κάποιοι απλά έπρεπε να πάνε στη δουλειά τους. Οι περισσότεροι νέοι άνθρωποι, νέα παιδιά. Και αυτή τη στιγμή μετράμε ένα χρόνο από τον άδικο χαμό τους. Θα πω και εγώ δυνατά ότι είναι χρέος όλων μας να μην ξεχάσουμε και να αποδοθεί δικαιοσύνη. Θα πω και εγώ δυνατά να μην επιτραπεί καμία συγκάλυψη κανενός τυπικά υπεύθυνου και ουσιαστικά ανεύθυνου…εμείς οι πολιτικοί έχουμε διπλό χρέος. Να αποδοθεί δικαιοσύνη και να συμβάλλουμε στη διαμόρφωση ενός κράτους υπευθύνου, αποτελεσματικού και εν τέλει ευρωπαϊκού.
Και επιτέλους να οικοδομήσουμε την εμπιστοσύνη και την ασφάλεια. Ξέρετε στον ιδιωτικό τομέα σε θέση ευθύνης αν πεις «δεν ήξερα» είσαι ακατάλληλος, αν πεις «έκανα λάθος», τότε απομακρύνεσαι γιατί είσαι αναποτελεσματικός… Αν πεις «ήξερα και δεν έπραξα» είσαι και επικίνδυνος και εγκληματικός!
Έναν χρόνο και μια αναποτελεσματική επιτροπή συγκάλυψης μετά, οφείλουμε στους ανθρώπους που χάθηκαν, στους ανθρώπους που επιβιβάστηκαν στο τρένο αυτό ένα χρόνο πριν, σε όλους τους ανθρώπους που κάποια στιγμή έχουν επιβιβαστεί σε οποιοδήποτε τρένο και σε όσους ένιωσαν πόνο, φόβο και οργή, να βοηθήσουμε όλοι τη δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της και να αποδείξουμε ότι δεν χαρίζεται σε κανέναν.
Η σκέψη μας στους συγγενείς των θυμάτων, η δράση μας στην κατεύθυνση των αιτημάτων τους.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Ούτε το παρόν νομοσχέδιο εξαιρέθηκε των κακών διαδικασιών νομοθέτησης. Κατατέθηκαν 32 άρθρα για διαβούλευση και δόθηκε ελάχιστος χρόνος, σύμφωνα με τις διαμαρτυρίες πολλών οικολογικών φορέων.
Τελικά, προστέθηκαν άλλα 24 άρθρα, δηλαδή πάνω από 40% του νομοσχεδίου, εκτός διαβούλευσης. Αυτή η συνήθης κυβερνητική πρακτική πλήττει τις δημοκρατικές διαδικασίες κοινωνικής συμμετοχής και διαβούλευσης.
Ακόμη και η ακρόαση φορέων στις επιτροπές έχει απωλέσει την αξία της διότι, σχεδόν ποτέ, οι επισημάνσεις τους δεν εισακούονται από την Κυβέρνηση. Η Κοινοβουλευτική διαδικασία δεν πρέπει να αποτελεί μια fast track τυπική επικύρωση των κυβερνητικών αποφάσεων, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο και αλληλεπίδραση με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις και την κοινωνία.
Το νομοσχέδιο αφορά , εκτός των άλλων, στους όρους αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας στις παραθαλάσσιες περιοχές. Όπως σωστά επεσήμαναν οι Περιβαλλοντικές Οργανώσεις αλλά και Φορείς επιχειρηματικών, επαγγελματικών και τουριστικών συμφερόντων, δεν εισάγει μεταρρύθμιση για την αποτελεσματική προστασία και διαχείριση του παράκτιου χώρου, που βάλλεται από την κλιματική κρίση, ενώ απουσιάζουν προβλέψεις, που σχετίζονται με την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
Έντονες είναι και οι διαφωνίες του κόσμου της Εστίασης, τονίζοντας ότι σε όλες τις διατάξεις υπάρχει μία δυσανάλογη μεταχείριση εις βάρος της Εστίασης.
Το νομοσχέδιο καταργεί σχεδόν στο σύνολό του ν. 2971/2001 για τον αιγιαλό και την παραλία, χωρίς να ρυθμίζει μια σειρά θεμάτων, που καλύπτονταν. Εισάγει μια νέα κατηγορία προσωρινού καθεστώτος προστασίας, με τους νέους όρους «προστατευόμενος αιγιαλός» και «απάτητες παραλίες», δημιουργώντας ασάφεια και κατακερματισμό του προστατευτικού καθεστώτος των περιοχών του δικτύου Natura 2000.
Ουσιαστικά δεν προστατεύει αυτές τις παραλίες αλλά προβλέπει τη δυνατότητα θέσπισης απαγορεύσεων και περιορισμών ως προς τις δραστηριότητες, που επιτρέπονται σε αυτές.
Ενώ δε ξεκαθαρίζει τι γίνεται και με τις περιοχές, που δεν εντάσσονται στις προστατευόμενες.
Η μεταβολή του ορισμού της παραλίας στοχεύει στην ικανοποίηση ιδιωτικών συμφερόντων, διότι καταργείται το ελάχιστο όριο των 30 μέτρων και δε λαμβάνεται υπόψη το Πρωτόκολλο της Βαρκελώνης, που θεσπίζει «αδόμητη ζώνη» τουλάχιστον 100 μέτρων.
Καταργείται ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του παλαιού αιγιαλού και της παλαιάς όχθης των μεγάλων λιμνών και ποταμών, διότι περιέρχονται στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, εκτός όσων γειτνιάζουν με «απάτητες παραλίες».
Αμφιλεγόμενη κι η διάταξη για τα βραχώδη. Καυστικά αλλά εύστοχα, ο Ειδικός μας Αγορητής, Πάρις Κουκουλόπουλος, επεσήμανε ότι «το κίνημα της πετσέτας» θα πηγαίνει στα βράχια γιατί και αυτά, πλέον δίνονται σε ξενοδοχεία.
Όσον αφορά την ηλεκτρική διασύνδεση της Κρήτης, η οποία έχει καθυστερήσει, δεν κατανοούμε γιατί η ΔΕΗ και ο ΑΔΜΗΕ, που έχουν κερδοφορία δεν αναλαμβάνουν ένα μέρος των δαπανών ώστε να επιμεριστεί το κόστος δίκαια.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Το νομοσχέδιο χαρακτηρίζεται από συγκεντρωτισμό, περιβαλλοντικές αντιφάσεις και σε αρκετές περιπτώσεις αδυναμία εφαρμοσιμότητας. Η εκχώρηση αρμοδιοτήτων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου, μας βρίσκει αντίθετους, πρώτον διότι είναι υποστελεχωμένη και δε θα μπορέσει να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στο έργο της, και δεύτερον διότι δεν ευθύνεται η Τοπική Αυτοδιοίκηση για την επικρατούσα ανομία και αυθαιρεσία.
Υποκρύπτεται η αύξηση των εσόδων και μια συντηρητική και συγκεντρωτική λογική έναντι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που την βλέπουμε και στο θέμα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας αλλά και στη διαχείριση της βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Για μας, είναι βασικό ιδεολογικό-πολιτικό ζήτημα, τα προβλήματα να αντιμετωπίζονται με τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ιδιαίτερα τα μείζονα προβλήματα της Κλιματικής Αλλαγής και του φαινομένου του Υπερτουρισμού.
Και το λέω αυτό διότι οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου σχετίζονται άμεσα και στενά με την Κλιματική κρίση και τον Υπερτουρισμού. Δυστυχώς, διαπιστώνουμε ότι αυτές επηρεάζονται από το υπάρχον μοντέλο Τουρισμού, ενώ κανονικά θα όφειλαν να στοχεύσουν σε ένα άλλο μοντέλο, αυτό του βιώσιμου και αειφόρου Τουρισμού. Περιβάλλον και Τουρισμός συνδέονται και συχνά αλληλεπιδρούν θετικά μεταξύ τους. Αντίθετα, Υπερτουρισμός και Κλιματική κρίση καταστρέφουν Περιβάλλον και Τουρισμό. Η σημερινή Περιβαλλοντική κρίση οφείλεται στο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, που δεν ήταν ποτέ συμβατό με την φέρουσα ικανότητα της κάθε περιοχής.
Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και η άναρχη ανάπτυξη του Τουρισμού, συνέβαλλαν στην κλιματική κρίση. Ως αποτέλεσμα αυτής, πολλαπλασιάστηκαν τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι φυσικές καταστροφές, που πλέον αποτελούν κριτήριο για την επιλογή, ή καλύτερα αποφυγή, τουριστικών προορισμών.
Οι καύσωνες, στις Μεσογειακές χώρες, μετατόπισαν τη ζήτηση σε ποσοστό 1,5% από τον ευρωπαϊκό Νότο στον ευρωπαϊκό Βορρά.
Όπως Κλιματική Κρίση έτσι και ο Υπερτουρισμός είναι παγκόσμιο φαινόμενο, που αφορά προορισμούς, με τα τεράστια έσοδα από τον Τουρισμό, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις τόσο στις τοπικές κοινωνίες, όσο και στον ίδιο τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού, ο οποίος έθεσε τις βασικές αρχές για ένα Τουριστικό μοντέλο βιώσιμο και αειφόρο.
Στην χώρα μας, οι άριστες επιδόσεις του Τουρισμού, που συχνά παίρνουν χαρακτηριστικά Υπερτουρισμού, διευκολύνουν σε δημοσιονομικό επίπεδο, αλλά δεν διασφαλίζουν ούτε το παρόν, ούτε το μέλλον του Τουρισμού. Μια βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη πρέπει δεσμεύεται στην κατεύθυνση ικανοποίησης των αναγκών του παρόντος, χωρίς να διακυβεύει τις δυνατότητες των επόμενων γενεών.
Είναι, λοιπόν, χρέος μας προς τις επόμενες γενιές η αειφορία και η βιωσιμότητα. Πρέπει να μεταβούμε από την ποσοτική, στην ποιοτική ανάπτυξη και επέκταση του Τουρισμού.
Οφείλουμε να αλλάξουμε πολιτική και φιλοσοφία. Δε θα πάμε μακριά με εποχικότητα, υπερσυγκέντρωση σε κάποιες γεωγραφικές περιοχές, χωρίς ισόρροπη ανάπτυξη και με παλαιά μοντέλα.
Απαιτείται ένα ολοκληρωμένο μέσο-μακροπρόθεσμο σχέδιο, που θα καταρτιστεί με διάλογο, συναίνεση και συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων φορέων, Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τοπικών κοινωνιών, συνδυαστικά με ένα σύγχρονο πλαίσιο προστασίας του Περιβάλλοντος.
Για την Ελλάδα με τον τεράστιο περιβαλλοντικό, πολιτιστικό και ιστορικό πλούτο η βιώσιμη ανάπτυξη και η αειφορία δεν αποτελούν επιλογή, αλλά μονόδρομο.
Είμαστε υπέρ της ρύθμισης, είμαστε υπέρ της προοπτικής αλλά για να μπορούμε να μιλάμε για προοπτικές ανάπτυξης, χρειάζεται πλάνο και σαφές σχέδιο. Και όπως είπα και στη χθεσινή τοποθέτησή μου στην β’ ανάγνωση, με πολύ προσοχή στο πώς εκφράζομαι, θα επαναλάβω ότι: οι δύο ελέφαντες στο δωμάτιο, όπως σωστά είπε ο ειδικός αγορητής μας, είναι η κλιματική αλλαγή και κρίση, και το φαινόμενο του υπερτουρισμού…Λένε κοίτα εκεί που θες να πας αλλιώς θα πας εκεί που κοιτάς. Ποιος είναι ο προορισμός; Σε ποια κατεύθυνση μας οδηγεί το συγκεκριμένο νομοσχέδιο; Τι κοινωνικό αποτύπωμα αφήνει; Εκκρεμεί το ειδικό χωροταξικό πλαίσιο για τον τουρισμό, εκκρεμεί ένα νέο νομοσχέδιο του υπουργείου περιβάλλοντος, απαιτείται θαλάσσιο χωροταξικό και κλείνω με έναν προβληματισμό.
Υπάρχει συνεργεία, συνεργασία, συνέχεια και συστήματα στον τρόπο που η κυβέρνηση διαχειρίζεται το θέμα της χωροταξίας; Γιατί η δική μου λογική λέει ότι πρώτα έρχεται το χωροταξικό του τουρισμού και το θαλάσσιο χωροταξικό και αμέσως μετά βλέπουμε πως θα αξιοποιήσουμε τις ακτές μας με μέτρα όχι οριζόντια αλλά στοχευμένα και tailor-made για τις κορεσμένες και μη κορεσμένες περιοχές, για τις νησιωτικές περιοχές και για τα χερσαία τμήματα της χώρας και αυτό με κίνητρα για τη γεωγραφική επέκταση του τουρισμού και την ανάπτυξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, πάντα διασφαλίζοντας την προστασία του περιβάλλοντος.
Σας Ευχαριστώ.






