Ο προληπτικός σχεδιασμός, οι «πράσινες» υποδομές και τα έργα που θα θωρακίσουν την Αττική απέναντι στις αστικές πλημμύρες, συζητήθηκαν στο πάνελ των ειδικών επιστημόνων, στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Διαχείριση πλημμυρικού κινδύνου στην Αττική -Διάλογος και μέτρα για έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό» του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής σε συνεργασία με τη Δημοκρατική Συμπαράταξη Μηχανικών (ΔΗΣΥΜ) του ΤΕΕ.
«Η Αττική δεν πλημμυρίζει από κακή τύχη, αλλά γιατί εδώ και δεκαετίες παράγουμε κίνδυνο, με πολεοδομία χωρίς υδρολογία, μπαζωμένα ρέματα, διευθετήσεις που μεταθέτουν το πρόβλημα παρακάτω, έργα που δεν “κουμπώνουν” στη λεκάνη απορροής, συντήρηση που υποτιμάται», ανέφερε ο αναπληρωτής καθηγητής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης και Γραμματέας Τομέα Κλιματικής Αλλαγής του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Μιχάλης Χάλαρης. Εξήγησε ότι η απουσία σχεδίου μετατρέπει τον κίνδυνο σε συστημικό και την πρόληψη σε χαμένη ευκαιρία της δημόσιας πολιτικής.
Σε αντίθεση με ένα σύγχρονο κράτος που επενδύει στην πρόληψη ως πρώτη γραμμή άμυνας για να σώσει ζωές, περιουσίες και δημόσιο χρήμα, διέκρινε πως στην Ελλάδα η πρόληψη αντιμετωπίζεται σαν πολυτέλεια. «Έτσι ανακυκλώνεται ο φαύλος κύκλος: πλημμύρα, αποζημιώσεις, αποκατάσταση, εξαγγελίες και ξανά πλημμύρα», περιέγραψε σχηματικά. Ανέδειξε τις πλημμύρες ως ένα σύνθετο φαινόμενο χωροταξίας, υποδομών, διαχείρισης υδάτων, πολιτικής προστασίας και κοινωνικής ευαλωτότητας.
Την ευρεία, άτακτη και άναρχη πολεοδόμηση της Αττικής, όπου οι ελεύθεροι χώροι διαρκώς συρρικνώνονται, προσδιόρισε ως τον μεγαλύτερο παράγοντα κινδύνου ο καθηγητής του ΕΚΠΑ και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Ε.Ε. για την Κλιματική Αλλαγή, Κώστας Καρτάλης. «Έχουμε μια παράκτια ζώνη πλήρως χτισμένη από την Αθήνα ως την Κινέτα και το Δερβένι, μια δική μας παράκτια πόλη των 100 χλμ. όπως στην Αραβία», είπε, ενώ εκτίμησε ότι η συστηματική επέκταση των Μεσογείων συνιστά μια νέα απειλή για τον Υμηττό.
«Τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια οφείλουν να λάβουν υπόψιν την κλιματική ανθεκτικότητα, χωρίς αυτά να εξαντλούνται -όπως συμβαίνει σήμερα- σε ένα διάγραμμα εξέλιξης της θερμοκρασίας τα τελευταία 20 χρόνια», επισήμανε, διακρίνοντας την ανάγκη για μητροπολιτική διοίκηση με ενιαίο σχέδιο. Όσο για τη νέα ευρωπαϊκή κατεύθυνση, ο κ. Καρτάλης εξήγησε πως πλέον κάθε νέο έργο θα πρέπει να έχει ορίζοντα εκτίμησης κινδύνου τουλάχιστον ως το 2050 και για βαριές υποδομές, πχ. φρ άγματα ή λιμενικές εγκαταστάσεις, ως το 2100, αλλιώς δεν θα είναι επιλέξιμο για χρηματοδότηση.
Ως το 2040 η Αττική, που είναι από τις πιο ευάλωτες περιοχές της χώρας μας, θα γίνει πιο ξηρή, πιο θερμή, με εντονότερα και συχνότερα φαινόμενα ξηρασίας και πλημμυρών, όπως είπε ο Παναγιώτης Δημόπουλος, καθηγητής Οικολογίας και Γραμματέας Τομέα Περιβάλλοντος ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής. Δεδομένου ότι από το 2021 είναι γνωστές οι ζώνες επικινδυνότητας μέσω του Εθνικού Αστεροσκοπείου, τόνισε πως αντί να περιμένουμε μεγάλα έργα που χρειάζονται 10 και 15 χρόνια, μπορούσε η πολιτεία να προχωρήσει σε γρήγορα και φθηνά έργα: αναδασώσεις, δημιουργία λεκανών ανάσχεσης φυσικών πλημμυρών, μικρά φράγματα και φραγμούς επιβράδυνση ροής.
Έθεσε, ακόμη, ως προτεραιότητα την εκπόνηση ενός χωρικού χάρτη παρεμβάσεων, καθώς στην Αττική έχουμε από τη μία τις ορεινές λεκάνες απορροής (Πεντέλη, Πάρνηθα, Υμηττός) και από την άλλη τα ρέματα (Κηφισός, Ερασίνος, Ραφήνα, Μεγάλο Ρέμα, Πικροδάφνη). «Χρειαζόμαστε ένα σύστημα περιβαλλοντικής και κλιματικής διακυβέρνησης, που διαπερνά ζητήματα κινδύνων και κρίσεων και επίτευξης του νέου παραγωγικού μοντέλου ανάπτυξης, χωρίς διάχυση ευθυνών», κατέληξε.
Στον κίνδυνο της «πόλης των 50 βαθμών», που ήδη αναγνωρίζεται από την Ευρώπη λόγω της κλιματικής κρίσης και των ακραίων φαινομένων, αναφέρθηκε ο ομότιμος καθηγητής Πολεοδομίας, Γιάννης Πολύζος, ασκώντας κριτική στην απουσία στρατηγικού σχεδιασμού, αφού και το Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας είναι μόνο για ακαδημαϊκή χρήση. «Χρειάζονται ανοιχτά ρέματα, ανοιχτές -αδόμητες- επιφάνειες, για μπορεί να περνά ο αέρα και να καταπολεμήσει τη θερμική αστική νησίδα», είπε χαρακτηριστικά.
Πρότεινε μάλιστα τη δημιουργία «πράσινων» και «μπλε» διαδρομών, μεταξύ των ορεινών όγκων της Αττικής, όπως μία διαδρομή που θα δημιουργήσει αέρια ρεύματα μεταξύ Υμηττού και Ποικίλου Όρους, συνδέοντας τη Μονή Καισαριανής με τη Μονή Δαφνίου, μία απόσταση 18 χλμ. «Δεν είναι τόσο ουτοπικό όσο ακούγεται, αφού το 1/3 της κίνησης έγινε με το αρχαιολογικό τόξο. Αξίζει αυτό να συνεχιστεί ώστε να φτάσει στον Υμηττό μέσα από την Πανεπιστημιούπολη. Να πάει στα ανατολικά, υπάρχουν ο Κεραμεικός και η Ιερά Οδός», εξήγησε.
Το φαινόμενο των αστικών πλημμυρών ανέλυσε η Ελισάβετ Φελώνη, επίκουρη καθηγήτρια Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. «Το αστικό μας σύστημα γονατίζει σε βροχές που κανονικά θα έπρεπε να διαχειρίζεται με ευκολία», διαπίστωσε, υπογραμμίζοντας τη δομική ανεπάρκεια των υφιστάμενων δικτύων και την παγίδα των μεγάλων έργων. Εξήγησε πως τα έργα εγκιβωτισμού ρεμάτων και μεγάλων αγωγών είναι απαραίτητα μεν όταν μιλάμε για φαινόμενα μεγέθους Daniel, αλλά υδρολογικά «τυφλά» στα συνήθη επεισόδια που πλήττουν την κοινωνία και την οικονομία σε ετήσια βάση. «Αν συνεχίσουμε λοιπόν να μιλάμε μόνο για αυτά τα έργα, αφήνουμε την Αττική ανοχύρωτη για το 90% των αστικών πλημμυρών», επισήμανε.
«Η σύγχρονη τάση βρίσκεται στα βιώσιμα συστήματα αστικής στράγγισης και λύσεις βασισμένες στη φύση», ανέφερε, φέρνοντας ως παράδειγμα τις βιοκλιματικές αναπλάσεις, με ζώνες διήθησης, κήπους βροχής και διαπερατά υλικά, που μπορούν να μετατρέψουν την Αττική σε πόλη-«σφουγγάρι». Όπως εξήγησε, αυτά θα πρέπει να έρθουν παράλληλα με έναν κεντρικό σχεδιασμό για έργα ορεινής υδρονομία, τα φράγματα ανάσχεσης και τα κορμοδέματα στα ορεινά του λεκανοπεδίου, ώστε να πρόκειται για μια πραγματικά ανθεκτική αστική ανάπλαση.






