Ομιλία Νίκου Ανδρουλάκη, Προέδρου ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής στο συνέδριο των Βιοτεχνικών Επιμελητηρίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά,
Κυρίες και κύριοι,
Ευχαριστώ πάρα πολύ για την πρόσκληση.
Όποιος γνωρίζει την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και θέλει να αποκτήσει μια πιο καθαρή άποψη, πρέπει να συζητήσει με έναν μικρομεσαίο επιχειρηματία. Για να δει τα προβλήματα της καθημερινότητας, τις αγωνίες του, τους φόβους του. Για να ακούσει για το πραγματικό λειτουργικό κόστος μια επιχείρησης που βλέπει να αυξάνεται ραγδαία τα τελευταία χρόνια.
Για να ακούσει τις δυσκολίες του μικρομεσαίου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Να ακούσει τον βιοτέχνη που θέλει να επενδύσει σε σύγχρονο εξοπλισμό, αλλά δεν μπορεί να εξασφαλίσει την απαιτούμενη χρηματοδότηση. Να ακούσει τον έμπορο που βλέπει τους πελάτες να περιορίζουν τις αγορές τους, καθώς η ακρίβεια έχει συρρικνώσει τα εισοδήματα. Αυτή είναι η πραγματική καθημερινότητα χιλιάδων ανθρώπων που εργάζονται, δημιουργούν θέσεις εργασίας, στηρίζουν τις τοπικές οικονομίες και κρατούν ζωντανή την παραγωγική βάση της χώρας.
Μια πραγματικότητα που, κατά την άποψή μου, απέχει πολύ από αυτήν που προσπαθεί επικοινωνιακά να φιλοτεχνήσει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Γιατί η ανάπτυξη δεν αποτυπώνεται μόνο σε οικονομικούς δείκτες. Αποτυπώνεται και στην καθημερινότητα.
Διότι, η σημερινή καθημερινότητα θα φέρει στο μέλλον χειρότερους οικονομικούς δείκτες. Και μιλώ κυρίως για την εποχή μετά το Ταμείο Ανάκαμψης. Το Ταμείο Ανάκαμψης δημιουργεί μία αίσθηση, η οποία θα ολοκληρωθεί τα επόμενα χρόνια. Πώς μπορεί, λοιπόν, μια κυβέρνηση να μιλά για ισχυρή ανάπτυξη, όταν ένα τόσο μεγάλο κομμάτι της παραγωγικής οικονομίας δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του;
Δηλαδή, αν με το Ταμείο Ανάκαμψης και μία πραγματικότητα η οποία βασίζεται σε αυτό, αυξάνει το ιδιωτικό χρέος, τι θα γίνει μετά το Ταμείο Ανάκαμψης;
Για το ΠΑΣΟΚ, η απάντηση είναι καθαρή.
Δεν μπορεί να υπάρξει ισχυρή ελληνική οικονομία χωρίς να στηρίξουμε πραγματικά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ούτε βιώσιμη ανάπτυξη μπορεί να υπάρξει, όταν οι ευκαιρίες και οι διαθέσιμοι πόροι συγκεντρώνονται συνεχώς στους λίγους εις βάρος των πολλών. Τα τελευταία χρόνια η χώρα μας είχε μία πολύ μεγάλη τύχη, μέσα από δύσκολες συνθήκες που περάσαμε την τελευταία δεκαετία. Περίπου 85 δισεκατομμύρια ευρώ από ευρωπαϊκούς πόρους να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να υπάρξει μία άλλη παραγωγική βάση. Με ανθεκτικότητα, με εξωστρέφεια, με δίκαιη κατανομή του πλούτου. Μια ιστορική ευκαιρία για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας.
Ποιοι, όμως, ωφελήθηκαν; Για να δούμε και αυτήν την πλευρά του νομίσματος.
Ποιο ήταν το πραγματικό αποτύπωμα των πόρων αυτών στην ελληνική οικονομία;
Από τις περίπου 820.000 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, μόλις 15.170 απέκτησαν πρόσβαση σε χρηματοδότηση.
Η κυβέρνηση έκανε μία συνειδητή επιλογή. Κατηύθυνε το μεγαλύτερο μέρος των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης -και μιλώ για τα δάνεια- σε μεγάλες επιχειρήσεις που είχαν ήδη πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα. Τι κατάφεραν; Επί της ουσίας, αντί να πάρουν τα χρήματα αυτοί για τους οποίους έγινε το Ταμείο Ανάκαμψης και οι οποίοι είχαν το μεγάλο πλήγμα τα δύσκολα χρόνια αλλά και μετά τα χρόνια της πανδημίας, τα χρήματα τα πήραν αυτοί που ήδη δανείζονταν και απλά μετά δανείστηκαν με λίγο χαμηλότερο επιτόκιο. Αυτή ήταν μία συνειδητή επιλογή που αύξησε περαιτέρω τις ανισότητες.
Ενώ, λοιπόν, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, η κυβέρνηση ανακοινώνει μέτρα με ορίζοντα εφαρμογής το 2028 και το 2029. Οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού, όπως και εσείς τις αξιολογήσατε, από το βήμα της ΔΕΘ ήταν κατώτερες των περιστάσεων.
–Δεν προχώρησε στη θεσμοθέτηση του ειδικού ακατάσχετου επιχειρηματικού λογαριασμού, ενός μέτρου χωρίς δημοσιονομικό κόστος.
–Διατήρησε το τέλος επιτηδεύματος για τις επιχειρήσεις της Αττικής, όπου βρίσκεται σχεδόν το ήμισυ των επιχειρήσεων της χώρας.
–Και στην προκαταβολή φόρου περιορίστηκε σε μείωση μόλις πέντε ποσοστιαίων μονάδων για τις ατομικές επιχειρήσεις, μεταθέτοντας τη μείωση στο 50% για τα νομικά πρόσωπα σε βάθος εξαετίας.
Αλλά ακόμα και όσα εξαγγέλθηκαν, τι αντίκρισμα πραγματικό θα έχουν, σε μια αγορά που δεν έχει ρευστότητα; Και ενώ η έλλειψη ρευστότητας θα επιδεινωθεί τα επόμενα χρόνια. Γιατί χρειάστηκε να περάσουν τόσα χρόνια για να αναγνωρίσει η κυβέρνηση αυτό που το ΠΑΣΟΚ έλεγε επανειλημμένα και πρότεινε; Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις γιατί πρέπει να ακούν υποσχέσεις για το μέλλον και όχι λύσεις για το σήμερα; Γι’ αυτό το δικό μας σχέδιο περιλαμβάνει ολοκληρωμένες παρεμβάσεις στη φορολογία, στο ιδιωτικό χρέος, στη χρηματοδότηση και στο κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεών σας.
Και θα τα πάρουμε ένα-ένα.
Φορολογική δικαιοσύνη.
Δεν είναι δίκαιο για εμάς ένας ελεύθερος επαγγελματίας να φορολογείται για εισόδημα που μπορεί να μην έχει αποκτήσει ποτέ. Δηλαδή, αντί να φορολογούνται εισοδήματα, να φορολογούνται επαγγέλματα.
Γι’ αυτό δεσμευόμαστε για την κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης και την επιστροφή στη φορολόγηση με βάση τα πραγματικά εισοδήματα. Θα φορολογούμε εισοδήματα και όχι επαγγέλματα. Ένα πραγματικό μέτρο κοινωνικής και φορολογικής δικαιοσύνης.
Στην ίδια κατεύθυνση, προτείνουμε την αύξηση του ορίου απαλλαγής από τον ΦΠΑ στις 20.000 ευρώ, μειώνοντας το φορολογικό και διοικητικό βάρος για χιλιάδες μικρούς επαγγελματίες.
Παράλληλα, δεσμευόμαστε για την πλήρη κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, χωρίς γεωγραφικές εξαιρέσεις, και για τη μείωση της προκαταβολής φόρου στο 50% μέσα σε μία τετραετία.
Η φορολογική ελάφρυνση, όμως, δεν αρκεί για μια επιχείρηση που είναι βυθισμένη στα χρέη και όπου συνεχώς δημιουργούνται νέα χρέη. Εμείς, λοιπόν, τι προτείνουμε από το 2022; Από τον Φεβρουάριο του 2022, όταν είδαμε το φαινόμενο που περιέγραψα στην αρχή. Παρά τους πακτωλούς των ευρωπαϊκών πόρων, το ιδιωτικό χρέος, αντί να μειώνεται, να μένει σταθερό ή να αυξάνεται.
Προτείναμε τις 120 δόσεις, πρόταση που καταθέσαμε επανειλημμένα στη Βουλή από τον Φεβρουάριο του 2022. Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν τέσσερα ολόκληρα χρόνια για να πει η κυβέρνηση κάτι για τις 120 δόσεις. Δεν έβλεπε το πρόβλημα; Ο ένας υπουργός «ανεφάρμοστο το μέτρο». Ο άλλος υπουργός «δεν χρειάζεται το μέτρο». Ο τρίτος υπουργός «λαϊκισμός του ΠΑΣΟΚ οι 120 δόσεις». Και, τελικά, τώρα δεν είναι λαϊκισμός; Είναι χρήσιμο το μέτρο; Αφού είναι χρήσιμο, κύριε Υπουργέ, να το κάνετε σωστά.
Και τι σημαίνει σωστά; Σημαίνει ρύθμιση που περιορίζεται σε παλαιότερες οφειλές να μην μπορεί να διατηρήσει επιτόκιο 5,84%. Εμείς προτείνουμε μια πραγματικά βιώσιμη ρύθμιση, με επιτόκιο 3%, δυνατότητα ένταξης και για όσους πραγματικά έχουν ανάγκη. Και όχι μόνο για κάποιους που ήδη είναι σε κάποιες δόσεις, αποκλείοντας χιλιάδες άλλους μικρομεσαίους που έχουν ανάγκη τις 120 δόσεις.
Στόχος μας είναι κάποιος, όχι μόνο να ρυθμίσει, αλλά να μπορεί να διατηρήσει τη ρύθμισή του. Να είναι βιώσιμη η ρύθμισή του. Να του δίνει τη δυνατότητα να οργανώσει σωστά την οικονομική ζωή της επιχείρησής του. Να έχει ρευστότητα. Και όχι να αγωνιά ότι στην επόμενη περιπέτεια δεν θα αντέξει.
Το ιδιωτικό χρέος για εμάς είναι πολύ κρίσιμο. Γι’ αυτό επιμένουμε στην επαναφορά της ουσιαστικής προστασίας της πρώτης κατοικίας, στα πρότυπα του νόμου 3869/2010 του ΠΑΣΟΚ, με σύγχρονα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια. Ώστε να μην υπάρχει κανένα επιχείρημα. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε μαζί με τα ξερά να καίγονται και τα χλωρά. Χρειάζονται ειδικές πολιτικές για τους ανθρώπους που τις έχουν ανάγκη.
Επίσης, προτείνουμε την κατοχύρωση του δικαιώματος προτίμησης και προαίρεσης των δανειοληπτών. Αυτό σημαίνει για το δάνειό τους ότι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και κριτήρια, να υπάρχει μία δυνατότητα, πριν το δάνειό του πουληθεί από την τράπεζα σε fund ή από fund σε fund, να καταθέσει και ο ίδιος μία πρόταση.
Επίσης, θεωρούμε ανάγκη την υποχρεωτική υποβολή πρότασης ρύθμισης από τους πιστωτές στον εξωδικαστικό μηχανισμό και αυστηρές κυρώσεις για τα funds και τους servicers που παραβιάζουν τη νομοθεσία. Οι υποχρεώσεις δεν είναι μόνο για εσάς. Είναι και για αυτούς. Για αυτούς που νομίζουν ότι η Ελλάδα θα είναι ένα «Ελ Ντοράντο» όπου αγόρασαν επί της κυβέρνησης του κ. Τσίπρα σχεδόν τσάμπα τα «κόκκινα» δάνεια, για να βγάλουν δισεκατομμύρια εις βάρος της πραγματικής οικονομίας κάποια χρόνια μετά, διότι κανείς δεν θέλει να τα βάλει μαζί τους.
Εμείς, επίσης, έχουμε δεσμευτεί για τη θεσμοθέτηση ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού, ώστε κάθε επιχείρηση να μπορεί να εξασφαλίζει τα στοιχειώδη μέσα για τη λειτουργία της.
Και θέλω σήμερα να ανακοινώσω ότι μέσα στις επόμενες ημέρες το ΠΑΣΟΚ θα καταθέσει στη Βουλή ολοκληρωμένη πρόταση νόμου, με τις παρεμβάσεις που σας παρουσίασα για τη ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους και την ουσιαστική στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Διότι, ο αγώνας για εμάς είναι και έξω από τη Βουλή, αλλά πάνω από όλα μέσα στη Βουλή, με προτάσεις που βελτιώνουν τη ζωή του ελληνικού λαού. Με προτάσεις που δείχνουν ότι υπάρχει και άλλη πολιτική επιλογή, που μπορεί να υπηρετήσει την πολιτική αλλαγή και να φέρει καλύτερες ημέρες για όλους τους Έλληνες πολίτες.
Κυρίες και κύριοι,
Σήμερα, ακόμη και βιώσιμες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με σχέδιο και προοπτική, δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν τα κεφάλαια που χρειάζονται για να επενδύσουν.
Γι’ αυτό προτείνουμε τη δημιουργία ενός ισχυρού Ομίλου Αναπτυξιακής Τράπεζας, με μια αναβαθμισμένη Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα και ένα Ταμείο Εθνικού Πλούτου για τις μεγάλες στρατηγικές επενδύσεις της χώρας. Μία ανταγωνιστική οικονομία δεν μπορεί να στηρίζεται σε χαμηλούς ρυθμούς και σε χαμηλούς μισθούς και στην υποβάθμιση των εργασιακών δικαιωμάτων.
Η ανάπτυξη πρέπει να προχωρά μαζί με τη βελτίωση των συνθηκών. Και των μισθολογικών και των εργασιακών για τους εργαζομένους. Γιατί οι επιχειρήσεις χρειάζονται ανθρώπους με γνώσεις και δεξιότητες. Και οι εργαζόμενοι χρειάζονται αξιοπρεπείς αμοιβές και σταθερές συνθήκες εργασίας.
Γι’ αυτό προτείνουμε την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ώστε ο κατώτατος μισθός να καθορίζεται μέσα από τη συμφωνία των κοινωνικών εταίρων. Και όχι από την εκάστοτε κυβέρνηση με το βλέμμα στραμμένο στις κάλπες. Ταυτόχρονα, δεσμευόμαστε για τη σταδιακή μείωση του μη μισθολογικού κόστους, ώστε να στηριχθούν τόσο οι εργαζόμενοι όσο και εσείς.
Θέλω να σταθώ, όμως και σε κάτι ακόμη, που δημιουργεί ζήτημα στον κύκλο εργασιών σας. Και αυτό είναι η ακρίβεια, αλλά και το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων. Όλα αυτά περιορίζουν την κατανάλωση. Το βιώνουμε και θα το βιώσουμε με ακόμη χειρότερους όρους το επόμενο διάστημα.
Για αυτό, η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης δεν είναι μόνο ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης. Είναι και βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας.
Δεν μπορούμε, λοιπόν, να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την ακρίβεια, αν δεν συγκρουστούμε με μονοπώλια, με ολιγοπώλια, με τις πρακτικές των καρτέλ που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό εις βάρος και του μικρομεσαίου και του καταναλωτή. Υπάρχουν κρίσιμοι τομείς της ελληνικής οικονομίας, όπου η αγορά συγκεντρώνεται συνεχώς στα χέρια λίγων μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. Οι πολίτες πληρώνουν ακριβότερα και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις καλούνται να ανταγωνιστούν με άνισους όρους. Δεν αρκούν οι διαπιστώσεις για την ακρίβεια ούτε οι περιστασιακές συμφωνίες κυρίων. Χρειάζονται θεσμικές αλλαγές και κανόνες που εφαρμόζονται.
Χρειάζεται ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού και των αρμόδιων ελεγκτικών μηχανισμών, με αυστηρές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν τους κανόνες. Κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με μια κυβέρνηση που δεν έχει εξαρτήσεις. Διότι, με εξαρτήσεις, τίποτα από όλα δεν μπορείς να υλοποιήσεις.
Εμείς θα θεσμοθετήσουμε και Συνήγορο του Μικρομεσαίου Προμηθευτή και Εμπόρου. Για να εξασφαλίσουμε την προστασία όλων απέναντι σε αθέμιτες πρακτικές μεγάλων δικτύων διανομής. Τα ξέρετε καλύτερα από εμένα.
Και πάμε στο θέμα της ενέργειας.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε πρόσφατα μέτρα στήριξης της βιομηχανίας για το αυξημένο κόστος ενέργειας. Η μείωση του παραγωγικού κόστους είναι αναγκαία, αλλά η στήριξη δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο τους μεγάλους. Πρέπει να δούμε και όλους τους άλλους.
Τι γίνεται με τον αρτοποιό, που χρειάζεται ενέργεια σε όλη τη διάρκεια της παραγωγής; Με το μικρό εργαστήριο, τη βιοτεχνία, την επιχείρηση εστίασης, το κατάστημα της γειτονιάς;
Το αυξημένο κόστος των καυσίμων επιβαρύνει τις μεταφορές, τις προμήθειες και τελικά τη λειτουργία χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Γι’ αυτό, την προηγούμενη εβδομάδα καταθέσαμε μια συγκεκριμένη πρόταση, χωρίς δημοσιονομικό κόστος. Ένα μόνιμο μηχανισμό αυτόματης μείωσης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, κατά το ιταλικό πρότυπο. Παίρνεις τοn υπερβάλλοντα ΦΠΑ που η κυβέρνηση κερδίζει, όταν αυξάνονται οι τιμές των καυσίμων και άμεσα μειώνεις με αυτόν τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης.
Ο Υπουργός μου απάντησε ότι το μέγεθος αυτό είναι 180 εκατομμύρια και ότι ήδη έχουν χρηματοδοτήσει την αγορά με 216 εκατομμύρια. Άρα, τι μας είπε ο Υπουργός; Ότι το πραγματικό κόστος της κυβέρνησης είναι 36 εκατομμύρια ευρώ, γιατί τα 180 εκατομμύρια ήδη σας τα έχουν πάρει από τη μία τσέπη. Αυτή είναι η πραγματικότητα.
Το ιταλικό μοντέλο τι δείχνει; Ότι μπορούμε να αξιοποιούμε τον υπερβάλλοντα ΦΠΑ και να δώσει περισσότερα από τον προϋπολογισμό η κυβέρνηση για να μειωθεί ραγδαία για όλους το ενεργειακό κόστος. Αυτές, λοιπόν, είναι επιλογές που κάνουν άλλα κράτη. Εδώ, όμως, δεν γίνονται.
Κάτι ακόμη. Το έχω πει πολλές φορές, όταν με καλείτε σε ανάλογα φόρουμ. Έγινε δίκαιη πράσινη μετάβαση στον τόπο; Είχαν τη δυνατότητα κατά προτεραιότητα οι αρτοποιοί να έχουν φωτοβολταϊκά στις στέγες; Να έχουν αντέξει με χαμηλό κόστος παραγωγής μέσω της ενέργειας;
Δώσαμε προτεραιότητα σε συνεταιρισμούς, σε δήμους, σε μικρομεσαίους, για να είναι αυτοί οι πρωταγωνιστές της πράσινης μετάβασης; Ή κατά βάση την πολιτική αυτή την πήραν στα χέρια τους οι ολιγάρχες και παραμείνατε πελάτες τους; Κι αυτό επίσης είναι μια πολιτική επιλογή που έγινε εις βάρος των μικρομεσαίων παραγωγών της χώρας. Αυτών που είναι η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας.
Κυρίες και κύριοι,
Η στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας αφορά και το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Θα συνεχίσουμε με ένα παραγωγικό μοντέλο που στηρίζεται υπέρμετρα στην κατανάλωση, στις εισαγωγές και σε δραστηριότητες περιορισμένης προστιθέμενης αξίας; Ή θα επενδύσουμε στις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, στην εξωστρέφεια, στη γνώση και στην καινοτομία;
Εμείς θέλουμε μια Ελλάδα που παράγει περισσότερο, αξιοποιεί τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα, δημιουργεί ποιοτικές θέσεις εργασίας και κρατά μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας μέσα στη χώρα. Και σε αυτή την προσπάθεια έχετε πρωταγωνιστικό ρόλο.
Πρέπει, λοιπόν, να πετύχουμε τη διασύνδεση τουρισμού, μεταποίηση και πρωτογενούς τομέα. Χρειαζόμαστε αναβάθμιση και των ίδιων των Επιμελητηρίων. Να ενισχύσουμε το ρόλο σας για τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Διευκολύνοντας τις συνεργασίες, την πρόσβαση στην τεχνογνωσία και την αξιοποίηση χρηματοδοτικών εργαλείων.
Αυτό προϋποθέτει σταθερή συνεργασία με την Πολιτεία, με συγκεκριμένους μετρήσιμους στόχους και αποτελέσματα.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πρέπει να μπορούν δυναμικά στα νέα πεδία, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, το ηλεκτρονικό εμπόριο, προγράμματα τεχνολογικής αναβάθμισης και ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων.
Παράλληλα, δεσμευόμαστε για στενότερη σύνδεση των πανεπιστημίων, ιδιαίτερα στην περιφέρεια, με την παραγωγή. Ώστε η γνώση να μετατρέπεται σε νέα προϊόντα, καλύτερες υπηρεσίες και καινοτόμες επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Αυτός είναι και ο πυρήνας του δικού μας σχεδίου «Παράγουμε στην Ελλάδα».
Ένα σχέδιο που κινητοποιεί τις παραγωγικές δυνάμεις σε ολόκληρη τη χώρα: στην αγροδιατροφή, στη μεταποίηση, στη βιοτεχνία, στις νέες τεχνολογίες και στις υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Κλείνοντας,
Πίσω από κάθε μικρή επιχείρηση υπάρχουν άνθρωποι που επένδυσαν τις οικονομίες τους, εργάστηκαν αμέτρητες ώρες, πήραν ρίσκα και προσπάθησαν να δημιουργήσουν κάτι δικό τους.
Άνθρωποι που πέρασαν πολλές διαδοχικές κρίσεις, αλλά συνέχισαν να αγωνίζονται με αξιοπρέπεια για να κρατήσουν όρθιες τις επιχειρήσεις τους. Και μαζί με αυτές τους εργαζόμενούς τους και τις οικογένειές τους. Να ανταποκριθούν σε υποχρεώσεις.
Αυτοί οι άνθρωποι δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν δίκαιους και αξιοκρατικούς κανόνες. Ζητούν σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο. Ζητούν μια Πολιτεία που στηρίζει την προσπάθειά τους και δεν την περιφρονεί, λέγοντας ότι «όπου και αν πας σε όλον τον κόσμο, ζηλεύουν την ελληνική οικονομία».
Αυτή είναι η δική μας δέσμευση. Και προσωπική μου δέσμευση.
Εμείς δεν θα περιφρονήσουμε τα πραγματικά καθημερινά σας προβλήματα. Θέλουμε να οικοδομήσουμε μια νέα σχέση εμπιστοσύνης με τον κόσμο της παραγωγής. Μια σχέση που δεν θα στηρίζεται σε υποσχέσεις, δεν θα στηρίζεται σε εξαγγελίες. Αλλά σε πράξεις και σε διάλογο.
Γιατί πιστεύουμε σε μια Ελλάδα όπου ο κάθε άνθρωπος που εργάζεται και παράγει, δημιουργεί και επενδύει θα μπορεί να βλέπει το μέλλον του με αισιοδοξία.
Και σε αυτή την Ελλάδα που εμείς οραματιζόμαστε, σε μία χώρα που χωρά τις αγωνίες και τις ελπίδες όλων των Ελλήνων, εσείς οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχετε και θα έχετε πρωταγωνιστικό ρόλο.








