Κύριε Πρόεδρε,
Ήδη από την προχθεσινή Επιτροπή έχω ξεκαθαρίσει ότι υπάρχει συμφωνία όλων των καθηγητών Συνταγματικού Δικαίου επί του θέματος της εκλογής αντιπροέδρου. Δεν είναι δυνατόν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, και δη η εκτελεστική εξουσία, να αποφασίζει επί του ποιος είναι και ποιος δεν είναι αρεστός σε σχέση με τις προτάσεις των κομμάτων. Και για όλα αυτά επιχειρηματολογεί ο κ. Γεραπετρίτης στο commentar, στην κατ’ άρθρον ερμηνεία του Συντάγματος, στη σελίδα 1113, που αναφέρεται ακριβώς στην ελεύθερη δημοκρατική τάξη του Κοινοβουλίου και στον σεβασμό των δικαιωμάτων της μειοψηφίας. Άρα έχουμε Μαυριά, Γεραπετρίτη, Βενιζέλο, Παντελή, Παπασπύρου, Δημήτρη Τσάτσο, όλους τους καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου από τη μία, και από την άλλη έχουμε τον κύριο Μακάριο Λαζαρίδη, ο οποίος διά του twitter επιχειρηματολόγησε ενάντια σε όλους αυτούς τους καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου. Καλώ λοιπόν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία να σκεφτεί, καθένας βουλευτής, τη στάση του, να αναθεωρήσει την ψήφο του και να αντιληφθεί ότι δεν είναι δυνατόν η εκτελεστική εξουσία να διαλέγει ποιος είναι αρεστός και ποιος όχι.
Αυτό δεν προσιδιάζει σε πρωθυπουργό κοινοβουλευτικής δημοκρατίας· προσιδιάζει προς τον Σουλτάνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε σχέση με την επιλογή, τον 16ο αιώνα, Πατριάρχη, και όχι αντιπροέδρου της Βουλής.
Και όλα αυτά γίνονται βέβαια γιατί έχουμε το μείζον ζήτημα της αλλοίωσης της σύνθεσης της Διάσκεψης των Προέδρων. Όσον αφορά δε σε όλα τα υπόλοιπα και στις αιτιάσεις της κυρίας Κωνσταντοπούλου, αντιλαμβάνομαι ότι δεν αντελήφθη περί ποίου αντικειμένου συζητούμε, και πάνω από όλα θυμάμαι ότι δεν ψήφισε κανέναν αντιπρόεδρο πλην του δικού της υποψηφίου.
Πάνω απ’ όλα όμως να καταλάβουμε ότι αυτό δεν αφορά στο πρόσωπο, αφορά στον θεσμό. Και δημοκρατία είναι οι θεσμοί να είναι πάνω απ’ τα πρόσωπα. Όλα τα υπόλοιπα είναι ανεπίτρεπτες επεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας στη νομοθετική εξουσία.






