Συνέντευξη Πιερρακάκη: Η κυβέρνηση συνεχίζει να επιδοτεί την ακρίβεια στα καύσιμα
Οι σημερινές ανακοινώσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για μια δήθεν «διπλή ασπίδα» προστασίας επιβεβαιώνουν ότι τα μέχρι σήμερα κυβερνητικά μέτρα δεν έχουν ανακόψει την εκρηκτική αύξηση του ενεργειακού κόστους. Παρά την επιδότηση των 15 λεπτών στο πετρέλαιο κίνησης, η τιμή του έχει αυξηθεί κατά 9,6% από τις αρχές Σεπτεμβρίου. Και όμως, ο Υπουργός δηλώνει ότι «δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο θα γίνει η παρέμβαση, αλλά η επίδρασή της στην τελική τιμή». Ο τρόπος, όμως, έχει σημασία. Η επιδότηση έχει δημοσιονομικό κόστος και δεν μειώνει κατ’ ανάγκη την ίδια την τιμή. Αντίθετα, μια προσωρινή μείωση της φορολογίας των καυσίμων, εφόσον μετακυλιστεί στην τελική τιμή, παρεμβαίνει άμεσα στην τιμή που καταγράφεται στην αντλία. O μηχανισμός της παρέμβασης καθορίζει σε απόλυτο βαθμό την πορεία του πληθωρισμού και της ανάπτυξης γενικότερα. Η απλούστευση ότι «δεν μας νοιάζει ο μηχανισμός» είναι επικίνδυνη, καθώς η επιλογή της κρατικής επιδότησης αντί της μείωσης των φόρων λειτουργεί συχνά ως «λάδι στη φωτιά» της ακρίβειας. Αυτή η πολιτική, σε συνθήκες μειωμένης προσφοράς, παρατείνει και εμβαθύνει τις πληθωριστικές πιέσεις. Ο μηχανισμός δεν είναι μια απλή τεχνική λεπτομέρεια, αλλά η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε μια κίνηση ανακούφισης των πολιτών από την ακρίβεια και σε μια πολιτική που τελικά ανακυκλώνει την ακρίβεια. Γι’ αυτό χρειάζεται ένα διαφορετικό μείγμα πολιτικής: προσωρινή μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, στοχευμένη στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών και έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών των διυλιστηρίων. Όσο για το επιχείρημα ότι η μείωση των έμμεσων φόρων προϋποθέτει κοινή ευρωπαϊκή απόφαση, αυτό δεν ευσταθεί. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει κατώτατα επίπεδα φορολόγησης, αφήνοντας στα κράτη-μέλη περιθώριο εθνικών παρεμβάσεων. Το ΠΑΣΟΚ έχει εγκαίρως προτείνει προσωρινή μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα ως άμεσο μέτρο αποκλιμάκωσης της επιβάρυνσης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Σε μια περίοδο νέας ενεργειακής κρίσης, το ζητούμενο δεν είναι να επιδοτεί το κράτος εκ των υστέρων ένα μέρος της ακρίβειας. Το ζητούμενο είναι να περιορίσει την επιβάρυνση στην πηγή και να προστατεύσει αποτελεσματικά το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Περισσότερα ΕΔΩ
Μετροπόντικας: Εγγυάται η κυβέρνηση ότι οι κάτοικοι της Κυψέλης μπορούν να μείνουν στις πολυκατοικίες που έχουν υποστεί ζημιές;
Νέα ερώτηση υπέβαλαν βουλευτές του ΠΑΣΟΚ για το αν είναι ασφαλές και αν εγγυάται η κυβέρνηση ότι οι κάτοικοι της Κυψέλης μπορούν να μείνουν στις πολυκατοικίες που έχουν υποστεί ζημιές από τις εργασίες της Γραμμής 4 του Μετρό. Στην προηγούμενη αντίστοιχη ερώτηση η κυβέρνηση δεν απάντησε. Αντιθέτως, επιμένει στην ασάφεια, σε συνδυασμό με δηλώσεις, όπως αυτή του υφυπουργού Υποδομών, κ. Ταχιάου ότι «δεν θα νοίκιαζα κάποιο σπίτι εκεί», δημιουργώντας ολοένα και μεγαλύτερη ανασφάλεια. Σύμφωνα με τους κατοίκους της Κυψέλης, στα κτήρια έχουν πραγματοποιηθεί έλεγχοι χωρίς ωστόσο οι ίδιοι να έχουν ακόμη λάβει σαφή απάντηση για το εάν τα σπίτια τους είναι ασφαλή και κατοικήσιμα. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί επίσης, όπως καταγγέλλουν, η κατάσταση των καταφυγίων κάτω από τα σπίτια, τα οποία, σύμφωνα με τους ίδιους, δεν είχαν ελεγχθεί ποτέ. Την ανησυχία επιτείνουν ακόμη περισσότερο οι τελευταίες εξελίξεις που έχουν να κάνουν με δημοσιεύματα για την προσωρινή έκθεση των εμπειρογνωμόνων σχετικά με την αντοχή των κτηρίων σε περίπτωση σεισμικής δόνησης. Οι κάτοικοι δικαιούνται συγκεκριμένη και έγγραφη ενημέρωση για την ασφάλεια των σπιτιών τους. Η αναμονή ολοκλήρωσης των μελετών δεν μπορεί να αφήνει τις οικογένειες χωρίς σαφείς οδηγίες προστασίας και έμπρακτη στήριξη. Εγγυάται ο Υπουργός ότι οι κάτοικοι των πληγεισών πολυκατοικιών μπορούν σήμερα να παραμείνουν με ασφάλεια στα σπίτια τους;
Περισσότερα ΕΔΩ
Εθνικό Δίκτυο Τηλεϊατρικής: Πόσοι από τους σταθμούς λειτουργούν πραγματικά σήμερα;
Η τηλεϊατρική μπορεί να μειώσει τις αποστάσεις και να βελτιώσει ουσιαστικά την πρόσβαση των πολιτών σε υπηρεσίες υγείας. Για να συμβεί αυτό, όμως, δεν αρκεί να έχει εγκατασταθεί και παραληφθεί ο εξοπλισμός. Το Εθνικό Δίκτυο Τηλεϊατρικής (ΕΔΙΤ) αποτελεί επένδυση περίπου 29,93 εκατ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης και περιλαμβάνει 305 νέους Σταθμούς Τηλεϊατρικής Ιατρού – Ασθενούς, 35 Σταθμούς Ιατρού – Συμβούλου και 3.000 Συστήματα Κατ’ Οίκον Παρακολούθησης. Μετά την παρέλευση και της νέας καταληκτικής ημερομηνίας του έργου, τα ερωτήματα είναι ποιο μέρος του δικτύου βρίσκεται πράγματι σε παραγωγική λειτουργία, πόσοι ασθενείς εξυπηρετούνται, εάν υπάρχουν οι αναγκαίοι ιατροί – σύμβουλοι και ποιος παρεμβαίνει όταν μία χρηματοδοτημένη υποδομή δεν αξιοποιείται επαρκώς.Σύμφωνα με επίσημα κυβερνητικά στοιχεία του Νοεμβρίου 2025, ενώ είχε ολοκληρωθεί η εγκατάσταση σε 327 σταθμούς, ως «πλήρως λειτουργικοί» καταγράφονταν τότε 194. Αντίστοιχα, από τους 35 Σταθμούς Ιατρού-Συμβούλου, εξοπλισμός είχε εγκατασταθεί στο σύνολό τους, αλλά 19 χαρακτηρίζονταν πλήρως λειτουργικοί. Τα στοιχεία αυτά δημιουργούν πλέον συγκεκριμένη βάση σύγκρισης για το τι μεσολάβησε ως την ολοκλήρωση του έργου και ποια είναι η κατάσταση σήμερα. Τα αρμόδια Υπουργεία οφείλουν να δώσουν σαφή δεδομένα, όχι γενικές διαβεβαιώσεις. Η αξιολόγηση μιας ψηφιακής επένδυσης στην Υγεία πρέπει τελικά να γίνεται με βάση το αποτέλεσμα για τον ασθενή.
Περισσότερα ΕΔΩ
Alzheimer: Ολοκληρωμένο, τεκμηριωμένο και ανθρωποκεντρικό Εθνικό Σχέδιο Δράσης – Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ
Η άνοια και η νόσος Altheimer δεν δοκιμάζουν μόνο τις αντοχές των ίδιων των ασθενών. Καταπονούν σταδιακά το οικογενειακό, ψυχολογικό και οικονομικό απόθεμα των ανθρώπων που βρίσκονται στο πλευρό τους.Σήμερα, στην Ελλάδα, περισσότεροι από 200.000 συμπολίτες μας ζουν με κάποια μορφή άνοιας. Αναμένεται, δε, να ξεπεράσουν τις 300.000 ως το 2050 λόγω της δημογραφικής γήρανσης. Πίσω από κάθε ασθενή βρίσκονται τουλάχιστον δύο με τρεις άτυποι φροντιστές, στη συντριπτική πλειονότητα μέλη της οικογένειας, που επωμίζονται το τεράστιο βάρος της καθημερινής φροντίδας, κατά μέσο όρο 168 ώρες τον μήνα, χωρίς αμοιβή, χωρίς την απαραίτητη εξειδικευμένη καθοδήγηση ή ψυχοκοινωνική υποστήριξη. Είναι οι αόρατοι φροντιστές ενός συστήματος που τους έχει αφήσει ουσιαστικά μόνους. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της νόσου απαιτεί ένα ολοκληρωμένο, τεκμηριωμένο και ανθρωποκεντρικό Εθνικό Σχέδιο Δράσης, και αυτή είναι η πρόταση του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής. Το σχέδιο αυτό ξεκινά από την ενίσχυση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, με την ενσωμάτωση προσυμπτωματικού ελέγχου και εργαλείων έγκαιρης ανίχνευσης διαταραχών μνήμης, ώστε η διάγνωση να επιτυγχάνεται στα αρχικά στάδια, και με νέο Χάρτη Υγείας που θα στηρίζει ουσιαστικά την περιφέρεια και τις νησιωτικές περιοχές. Είναι απαραίτητη η διεύρυνση και διασύνδεση του δικτύου Κέντρων Ημέρας, Ιατρείων Μνήμης και Ξενώνων Φροντίδας/Βραχείας Φιλοξενίας σε όλη την επικράτεια, καθώς η θεσμοθέτηση προγραμμάτων βραχείας φιλοξενίας, ψυχολογικής υποστήριξης και συστηματικής εκπαίδευσης για την ουσιαστική ανακούφιση των φροντιστών. Για τα προχωρημένα και τελικά στάδια της νόσου, όταν η φροντίδα δεν είναι εφικτή ή ασφαλής, δημιουργούμε ένα εθνικό δίκτυο δομών μακροχρόνιας παραμονής. Η αξιοπρέπεια δεν είναι πολυτέλεια· είναι δικαίωμα.
Περισσότερα ΕΔΩ
Κόκκινα δάνεια: Δανειολήπτες στο κόκκινο και η κυβέρνηση απούσα
Παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις περί θεσμικής προστασίας των δανειοληπτών απέναντι στις εταιρείες διαχείρισης πιστώσεων, οι πολίτες δεν γνωρίζουν καν ποια αρχή μπορεί να τους προστατεύσει. Όταν πρόκειται για δόσεις, τόκους και απαιτήσεις, το σύστημα λειτουργεί με ταχύτητα. Όταν όμως ο δανειολήπτης ζητά προστασία, αρχίζει το γνωστό κυβερνητικό πινγκ-πονγκτων αρμοδιοτήτων. Η επίσημη ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών παραπέμπει για την Ελλάδα μόνο στην Τράπεζα της Ελλάδος. Όπως διευκρινίζει, όμως, η ΤτΕ σημαντικά ζητήματα, όπως ο υπολογισμός τόκων και οφειλής, ορισμένες χρεώσεις, η άρνηση παροχής πληροφοριών και οι οχλήσεις, δεν εμπίπτουν στο σύνολό τους στις αρμοδιότητές της. Ως αποτέλεσμα ο δανειολήπτης παραπέμπεται από υπηρεσία σε υπηρεσία και τελικά μένει χωρίς ουσιαστική απάντηση. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος που κινδυνεύει να χάσει το σπίτι ή την περιουσία του να αναγκάζεται να γίνει νομικός για να ανακαλύψει ποια υπηρεσία είναι αρμόδια. Η κυβέρνηση οφείλει να σταματήσει να κρύβεται πίσω από τον κατακερματισμό των αρμοδιοτήτων και να δημιουργήσει άμεσα έναν σαφή, ενιαίο και προσβάσιμο μηχανισμό καταγγελιών. Οι δανειολήπτες χρειάζονται πραγματική προστασία και λογοδοσία — όχι άλλον έναν γραφειοκρατικό λαβύρινθο που τελικά εξυπηρετεί μόνο τους ισχυρούς.
Περισσότερα ΕΔΩ






