Ομιλία Παύλου Χρηστίδη, Εισηγητή ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής στο Σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών: «Αναμόρφωση της βαθμολογικής διάρθρωσης, του συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και του συστήματος επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων του δημόσιου τομέα, αναδιοργάνωση και εκσυγχρονισμός του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης»
Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Συζητάμε σήμερα ένα νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή στις αρχές Σεπτεμβρίου, λίγο μετά το πέρας μιας διαβούλευσης που διεξήχθη ολόκληρη μέσα στον Αύγουστο, δηλαδή στην καρδιά των θερινών διακοπών. Πρόκειται για ένα νομοσχέδιο που αλλάζει τη βαθμολογική διάρθρωση και το σύστημα βαθμολογικών προαγωγών των δημοσίων υπαλλήλων, ανατρέπει εκ βάθρων τη διαδικασία επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων, και παράλληλα αναδιοργανώνει το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης. Στο ίδιο νομοσχέδιο, μάλιστα, περιλαμβάνεται ολόκληρο κεφάλαιο με τροποποιήσεις του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μόλις λίγους μήνες μετά την ψήφισή του. Παρ’ όλα αυτά, κατατέθηκαν παρατηρήσεις σε 72 από τα 126 άρθρα, γεγονός που από μόνο του καταδεικνύει πόσο έντονη υπήρξε η αντίδραση υπαλλήλων, φορέων και συνδικαλιστικών οργανώσεων απέναντι στο περιεχόμενο του κειμένου. Η ταχύτητα με την οποία περάσαμε από τη διαβούλευση στην κατάθεση δεν επέτρεψε να αξιοποιηθούν ουσιαστικά αυτές οι παρατηρήσεις, κάτι που φαίνεται ξεκάθαρα στο ίδιο το νομοσχέδιο που καλούμαστε τώρα να συζητήσουμε.
Ξεκινώ από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 28, εκεί όπου εντοπίζεται μία από τις πλέον προβληματικές ρυθμίσεις αυτού του νομοσχεδίου. Καταρχήν, να υπενθυμίσω ότι σύμφωνα με το νομοσχέδιο, για να διεκδικήσει κανείς θέση προϊσταμένου, πρέπει πρώτα να είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Υποψηφίων Προϊσταμένων, ένταξη στο οποίο προϋποθέτει επιτυχία σε υποχρεωτική γραπτή εξέταση του ΑΣΕΠ. Η παρ. 11 του άρθρου 28 ρυθμίζει ακριβώς ποιοι δικαιούνται να συμμετάσχουν σε αυτή την πρώτη γραπτή εξέταση, θέτοντας ως προϋπόθεση είτε 6 έτη συνολικής πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, τα οποία όμως πρέπει να έχουν διανυθεί εξ ολοκλήρου στην αντίστοιχη κατηγορία εκπαίδευσης μετά τον διορισμό, είτε 10 έτη συνολικά, εκ των οποίων τα 3 στην κατηγορία. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για δύο εντελώς διαφορετικά καθεστώτα, αφού το νέο άρθρο 84Α, που διέπει πλέον το πάγιο σύστημα, αρκείται σε βαθμό Ε’ και μόλις 3 έτη συνολικής υπηρεσίας, δηλαδή εισάγει προϋποθέσεις σαφώς ηπιότερες από αυτές της μεταβατικής περιόδου. Η βαρύτητα αυτής της μεταβατικής προϋπόθεσης δεν εξαντλείται στη μοριοδότηση, φτάνει ως τον αποκλεισμό από το ίδιο το αρχικό στάδιο της διαδικασίας, αφού με το νέο άρθρο 86Γ παρ. 2, μόνο όσοι είναι ήδη εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Υποψηφίων Προϊσταμένων μπορούν να υποβάλουν αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος σε προκήρυξη. Όποιος αποκλείεται από τη γραπτή εξέταση επειδή δεν συμπληρώνει την απαιτούμενη εξαετία αποκλειστικά στην κατηγορία του δεν εντάσσεται καν στο Μητρώο, και άρα δεν μπορεί να διεκδικήσει καμία θέση ευθύνης, όσο μεγάλη κι αν είναι η συνολική του προϋπηρεσία ή όσο υψηλά κι αν είναι τα προσόντα του. Το παράδοξο είναι ότι αυτή η αυστηρή προϋπόθεση ισχύει μόνο για την 1η εφαρμογή, ενώ στο πάγιο πλέον καθεστώς, όπως ήδη ανέφερα, ισχύουν τα ηπιότερα αυτά κριτήρια. Υπάλληλος που θα πληρούσε άνετα τις προϋποθέσεις του μόνιμου συστήματος μπορεί, έτσι, να μείνει εκτός της πρώτης εφαρμογής του ίδιου ακριβώς συστήματος, με χαρακτηριστικό παράδειγμα όσους απέκτησαν πρόσφατα το ανώτερο πτυχίο μέσω μετάταξης, συχνά αφού είχαν ήδη καθυστερήσει επί οκταετία από το ίδιο το άρθρο 70 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα. Δεδομένου, μάλιστα, ότι η γραπτή εξέταση προβλέπεται να διεξάγεται μία μόλις φορά κάθε 4 έτη, ο αποκλεισμός αυτός ισοδυναμεί ουσιαστικά με απώλεια ολόκληρου κύκλου επιλογής. Η αιτιολογική έκθεση δεν εξηγεί πουθενά γιατί κρίθηκε αναγκαία μια τόσο αυστηρότερη μεταβατική προϋπόθεση από αυτήν του πάγιου καθεστώτος. Δεν διαθέτουμε στοιχεία που να αποδεικνύουν συγκεκριμένη πρόθεση, το ερώτημα όμως παραμένει εύλογο, ποιους ευνοεί στην πράξη και ποιους αφήνει εκτός αυτή η αδικαιολόγητη διαφοροποίηση.
Μένοντας στο ίδιο σύστημα επιλογής προϊσταμένων, θέλω να σταθώ και σε κάτι άλλο αναφορικά με τη μοριοδότηση του άρθρου 85. Το πόσο μικρή βαρύτητα δίνει τελικά το νέο σύστημα στα τυπικά προσόντα των υποψηφίων, παρότι ο σχετικός πίνακας περιλαμβάνει μεταπτυχιακά, διδακτορικά, αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ και γνώση ξένων γλωσσών. Στο πάγιο πλέον καθεστώς, για την επιλογή Γενικών Διευθυντών, τα τυπικά προσόντα σταθμίζονται με συντελεστή μόλις 5%, όσο ακριβώς και η εργασιακή εμπειρία, ενώ η άσκηση καθηκόντων ευθύνης, η γραπτή εξέταση και η ειδική δοκιμασία σταθμίζονται η καθεμία με συντελεστή 30%. Για τις θέσεις Διεύθυνσης και Τμήματος τα τυπικά προσόντα φτάνουν μόλις στο 10%, με τη γραπτή εξέταση να παραμένει η βαρύτερη συνιστώσα, με συντελεστή 50%. Οι τίτλοι σπουδών των υποψηφίων, δηλαδή, μετράνε ελάχιστα στην τελική τους κατάταξη, ενώ αυτό που πραγματικά κρίνει την έκβαση είναι η προϋπηρεσία σε θέση ευθύνης, η γραπτή εξέταση και η προφορική ή ειδική δοκιμασία.
Υπάρχει, μάλιστα, ένα ακόμη μεθοδολογικό πρόβλημα σε αυτή ακριβώς τη μοριοδότηση της άσκησης καθηκόντων ευθύνης. Το ίδιο άρθρο 85 προβλέπει ρητά ότι ο χρόνος αυτός συνυπολογίζεται ενιαία, χωρίς καμία διάκριση ανάλογα με τη διαδικασία μέσα από την οποία προέκυψε, είτε δηλαδή κάποιος τοποθετήθηκε σε θέση ευθύνης κατόπιν κανονικής διαδικασίας επιλογής είτε απλώς αναπλήρωσε προϊστάμενο. Αυτή η αδιάκριτη εξίσωση διαιωνίζει τα φαινόμενα αναξιοκρατίας του σημερινού καθεστώτος, αφού μεταφέρει στο νέο σύστημα, ως δήθεν αντικειμενικό προσόν, το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας τοποθέτησης που μπορεί να ήταν εντελώς αυθαίρετη. Άλλωστε, επί σειρά ετών, πολλές θέσεις ευθύνης καλύπτονταν χωρίς να έχει προηγηθεί καν ανοιχτή διαδικασία κρίσεων. Το νέο σύστημα όχι μόνο δεν διορθώνει αυτή τη στρεβλή πρακτική, αλλά έρχεται τώρα να της προσδώσει και τυπικό μανδύα θεσμικής νομιμοποίησης.
Πέρα από το άρθρο 28, το σύστημα επιλογής προϊσταμένων στο σύνολό του εξακολουθεί να έχει ένα κρίσιμο πρόβλημα. Παρότι εισάγεται αντικειμενική μοριοδότηση και υποχρεωτική γραπτή εξέταση μέσω ΑΣΕΠ, το γεγονός ότι κάποιος εκδηλώνει ενδιαφέρον για συγκεκριμένη θέση δεν υποχρεώνει ρητά τον αρμόδιο να τοποθετήσει τον πρώτο στη σειρά κατάταξης, παρά μόνο εφόσον περάσει άπρακτη μια συγκεκριμένη προθεσμία. Στην πράξη, λοιπόν, η τελική τοποθέτηση παραμένει θέμα διακριτικής ευχέρειας, ακριβώς εκεί όπου το νομοσχέδιο εμφανίζεται ως απολύτως αξιοκρατικό.
Η πρόσκληση του ΑΣΕΠ για την 1η διεξαγωγή της εξέτασης πρέπει μεν να εκδοθεί μέσα στο 2027, όπως ορίζει το άρθρο 28, πρόκειται όμως για προθεσμία ολόκληρου έτους, χωρίς προσδιορισμό μήνα, με αποτέλεσμα να παραμένει ασαφές πότε στην πράξη θα ξεκινήσει να λειτουργεί το νέο σύστημα επιλογής προϊσταμένων.
Στις διατάξεις του άρθρου 84 που αφορούν στο Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης περιέχονται 35 επιμέρους εξουσιοδοτικές διατάξεις. Από αυτές, οι 20 παραπέμπουν σε απόφαση ή κοινή απόφαση Υπουργών ή σε προεδρικό διάταγμα, ενώ οι υπόλοιπες 15 αφήνουν τη ρύθμιση στο ίδιο το Διοικητικό Συμβούλιο του Ε.Κ.Δ.Δ.Α. ή στον Πρόεδρο του ΑΣΕΠ. Ο νομοθέτης, με άλλα λόγια, εκχωρεί στη διοίκηση την ουσιαστική ρύθμιση, ενώ η Βουλή καλείται να ψηφίσει ένα πλαίσιο του οποίου το πραγματικό περιεχόμενο θα αποφασιστεί εκ των υστέρων.
Θέλω να αναφερθώ και σε μια ακόμη πτυχή του νέου συστήματος, με έντονα συμβολικό χαρακτήρα. Το σημερινό σύστημα των 5 βαθμών, από το Α’ έως το Ε’, διευρύνεται με το άρθρο 80 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως αντικαθίσταται με το άρθρο 4 του νομοσχεδίου, με την προσθήκη 2 ακόμη βαθμών, του ΣΤ’ και του Ζ’, ενώ κάθε βαθμός συνδέεται πλέον με συγκεκριμένο επίπεδο επαγγελματικής εξέλιξης, συμπεριφορών και δεξιοτήτων. Οι βαθμοί Α’, Β’ και Γ’ συνδέονται αντίστοιχα με καθήκοντα προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, Διεύθυνσης και Τμήματος. Η συμπλήρωση, μάλιστα, του απαιτούμενου χρόνου υπηρεσίας σε έναν βαθμό δεν οδηγεί από μόνη της στην προαγωγή, όπως ορίζει ρητά η παρ. 2 του νέου άρθρου 82, όπως αντικαθίσταται με το άρθρο 5 του νομοσχεδίου, αφού στην εξέλιξη συνυπολογίζονται επιπλέον η αξιολόγηση, η επάρκεια δεξιοτήτων και οι λεγόμενοι Δείκτες Ανάπτυξης Σταδιοδρομίας, ενώ, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 27 του νομοσχεδίου, το νέο βαθμολογικό σύστημα λειτουργεί ανεξάρτητα από το μισθολογικό κλιμάκιο του υπαλλήλου. Μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσεται και κάτι που θεωρώ ιδιαίτερα προβληματικό: το ίδιο άρθρο 80 συνδέει τους βαθμούς Α’, Β’ και Γ’ αποκλειστικά με την κατάληψη θέσης προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, Διεύθυνσης ή Τμήματος αντίστοιχα, με αυτοδίκαιη κατάταξη στον βαθμό μόλις εκδοθεί η απόφαση τοποθέτησης του άρθρου 86ΣΤ. Το ίδιο άρθρο 80 προβλέπει, όμως, ότι αν ο υπάλληλος δεν επανεπιλεγεί σε θέση προϊσταμένου ή η θητεία του λήξει πρόωρα, επανέρχεται στη βαθμολογική κατάταξη που είχε πριν από την τοποθέτησή του, με τον χρόνο υπηρεσίας ως προϊσταμένου να συνυπολογίζεται απλώς για τον υπολογισμό του χρόνου προαγωγής της παρ. 1 του άρθρου 82. Πρακτικά, λοιπόν, ένας υπάλληλος που υπηρέτησε επί χρόνια ως προϊστάμενος, ας πούμε Γενικής Διεύθυνσης με βαθμό Α’, και δεν επανεπιλεγεί στην επόμενη θητεία, υποβιβάζεται τυπικά στον βαθμό που κατείχε πριν αναλάβει τη θέση. Πρόκειται ουσιαστικά για μια καθαρά συμβολική υποβάθμιση, αφού συνδέει τον βαθμό του υπαλλήλου όχι με τη συνολική πείρα και προσφορά του, αλλά αποκλειστικά με το αν κατέχει, τη συγκεκριμένη στιγμή, μια θέση ευθύνης.
Το νομοσχέδιο φέρνει ουσιώδεις αλλαγές και στον εισαγωγικό διαγωνισμό της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης. Με το άρθρο 62 του νομοσχεδίου, μάλιστα, αναδιαρθρώνεται ο ίδιος ο διαγωνισμός σε 3 διαδοχικά στάδια, με το τρίτο από αυτά, την προφορική εξέταση, να σταθμίζεται με συντελεστή 34% επί του συνόλου, το υψηλότερο ποσοστό ανάμεσα στα 3 στάδια. Εισάγεται, έτσι, ένα σημαντικό υποκειμενικό στοιχείο ακριβώς στο στάδιο εκείνο που κρίνει, ουσιαστικά, την επαγγελματική πορεία εκατοντάδων υποψηφίων κάθε χρόνο.
Αλλάζει, μάλιστα, ολόκληρη η σύνθεση της Κεντρικής Επιτροπής Διαγωνισμού, καθώς στα 7 μέλη της μόνο 3 συνδέονται με το ΑΣΕΠ, ενώ δεν προβλέπεται πλέον συμμετοχή εκπροσώπου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, του Συνηγόρου του Πολίτη ή της ΑΔΕΔΥ, θεσμικών αντίβαρων που υπήρχαν στο ισχύον καθεστώς. Η ανάθεση της προεδρίας της Κεντρικής Επιτροπής Διαγωνισμού σε στέλεχος του ΑΣΕΠ δεν συνοδεύεται από καμία τεκμηρίωση στην αιτιολογική έκθεση για το ποια δυσλειτουργία ή έλλειμμα αξιοπιστίας του υφιστάμενου συστήματος καλείται να θεραπεύσει.
Αξίζει να πούμε ότι ο εισαγωγικός διαγωνισμός της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης δεν είναι μια απλή διαδικασία γενικής πρόσληψης προσωπικού, αλλά μια από τις πιο απαιτητικές διαδικασίες επιλογής στελεχών του Δημοσίου. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί, τέλος, η πρόβλεψη της παρ. 6 του άρθρου 46, η οποία επιτρέπει στην Κεντρική Επιτροπή Διαγωνισμού να συνεργάζεται, στο πλαίσιο των διατάξεων περί δημοσίων συμβάσεων, με οικονομικούς φορείς για κρίσιμες πτυχές της διεξαγωγής του διαγωνισμού. Η επιλογή των μελλοντικών ανώτερων στελεχών της δημόσιας διοίκησης δεν θα έπρεπε να εξαρτάται, ούτε εν μέρει, από πρακτικές ανάθεσης σε τρίτους που εγείρουν εύλογα ερωτήματα ως προς τα εχέγγυα αμεροληψίας και αξιοπιστίας της όλης διαδικασίας.
Θα ήθελα, ακόμη, να σχολιάσω τη λογική στην οποία στηρίζεται αυτή η μεταρρύθμιση του εισαγωγικού διαγωνισμού. Ο σημερινός διαγωνισμός σχεδιάστηκε το 2021, σε συνεργασία με τη γαλλική Εθνική Σχολή Διοίκησης, με σκοπό να αναδεικνύει διοικητική κρίση και συνθετική σκέψη μέσα από σύνθετες γραπτές δοκιμασίες. Μόλις 5 χρόνια μετά, και με μόλις 4 σειρές αποφοίτων να έχουν προκύψει, η κυβέρνηση εγκαταλείπει αυτή τη φιλοσοφία και στρέφεται σε τυποποιημένες δοκιμασίες γνωστικών δεξιοτήτων, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία συστηματική αξιολόγηση του υπάρχοντος συστήματος και χωρίς η αιτιολογική έκθεση να διευκρινίζει ποιο ακριβώς πρόβλημα καλείται να λύσει η νέα αρχιτεκτονική. Θεωρώ προβληματική και την απόφαση να αντιμετωπίζονται, στο 2ο στάδιο του άρθρου 62, ως εναλλακτικά και αμοιβαία αποκλειόμενα γνωστικά αντικείμενα, από τη μία το Συνταγματικό και Διοικητικό Δίκαιο και από την άλλη τα Δημόσια Οικονομικά με την Ανάλυση Δεδομένων, λες και ένα ανώτερο στέλεχος του Δημοσίου θα μπορούσε να διαθέτει το ένα υπόβαθρο χωρίς το άλλο, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για γνώσεις που αλληλοσυμπληρώνονται και δεν υποκαθιστούν η μία την άλλη. Αυτός ο διαχωρισμός καλλιεργεί την εντύπωση πως η δημόσια διοίκηση πρέπει να επιλέξει ανάμεσα σε στελέχη με νομική κατάρτιση και σε στελέχη με οικονομική ή τεχνοκρατική εξειδίκευση στα δεδομένα, ενώ η πραγματική πρόκληση της σύγχρονης διακυβέρνησης είναι ακριβώς αντίστροφη, να αναδειχθούν στελέχη ικανά να συνδυάζουν την κατανόηση του θεσμικού και κοινωνικού πλαισίου με μια τεκμηριωμένη, βασισμένη σε δεδομένα, άσκηση δημόσιας πολιτικής.
Στο ίδιο πνεύμα, το άρθρο 61 προβλέπει ότι το 50% των θέσεων που προκηρύσσονται κάθε χρόνο στον εισαγωγικό διαγωνισμό δεσμεύεται υποχρεωτικά για κατόχους πτυχίων μηχανικού, πληροφορικής ή οικονομικών, οι οποίοι θα εξετάζονται σε διαφοροποιημένα μαθήματα, προσαρμοσμένα στο δικό τους γνωστικό υπόβαθρο, με στόχο να προσελκύσει στη δημόσια διοίκηση υποψηφίους από πιο ανταγωνιστικές ειδικότητες της αγοράς εργασίας. Πιστεύω, όμως, ότι αυτός ο σχεδιασμός βασίζεται σε λανθασμένη υπόθεση, γιατί προσπερνάει το πραγματικό πρόβλημα, που είναι καθαρά μισθολογικό. Σήμερα, οι αποδοχές των μηχανικών στο Δημόσιο κυμαίνονται περίπου στο 50% με 60% αυτών που προσφέρει αντίστοιχα ο ιδιωτικός τομέας στη χώρα μας. Ο εισαγωγικός μισθός ενός διπλωματούχου μηχανικού ανέρχεται σε περίπου 1.192 ευρώ μεικτά, δηλαδή γύρω στα 870 ευρώ καθαρά τον μήνα, ή περίπου 10.000 ευρώ καθαρά ετησίως, με τις μεικτές ετήσιες αποδοχές να φτάνουν γύρω στα 14.000 ευρώ, ενώ ακόμη και ο καταληκτικός μισθός δεν ξεπερνά τα 30.000 ευρώ μεικτά τον χρόνο. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο οι μηχανικοί στρέφουν σήμερα την πλάτη στον δημόσιο τομέα, και καμία ποσόστωση θέσεων δεν πρόκειται να τους μεταπείσει, όσο η μισθολογική απόσταση από τον ιδιωτικό τομέα παραμένει τόσο μεγάλη.
Τέλος, το νομοσχέδιο περιλαμβάνει και μεμονωμένες, στοχευμένες διατάξεις που δεν έχουν καμία σύνδεση με το κύριο αντικείμενό του, όπως η παράταση συμβάσεων ορισμένου χρόνου αποκλειστικά για τον Ειδικό Περιφερειακό Διαβαθμιδικό Φορέα Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων Νοτίου Αιγαίου, στο άρθρο 109, ή η εκ των υστέρων νομιμοποίηση, στο άρθρο 108, της προσωρινής συμφωνίας του 2026 ανάμεσα στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και σε ιδιωτική βουλγαρική εταιρεία, για την παροχή νερού μέσω του υδροσυστήματος του Άρδα. Τέτοιου είδους ρυθμίσεις, όσο βάσιμες κι αν είναι η καθεμία μεμονωμένα, δεν έχουν θέση σε ένα νομοσχέδιο με τίτλο αναμόρφωση του συστήματος βαθμολογικής διάρθρωσης και επιλογής προϊσταμένων, και πλήττουν τη νομοθετική διαφάνεια.
Κύριε Πρόεδρε, ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να απευθύνω στον κύριο Υπουργό τα εξής ερωτήματα. 1ον, ποιος συγκεκριμένος λόγος δικαιολογεί να απαιτεί η μεταβατική προϋπόθεση της παρ. 11 του άρθρου 28 τα έτη υπηρεσίας να έχουν διανυθεί αποκλειστικά εντός της αντίστοιχης κατηγορίας εκπαίδευσης και μόνο μετά τον διορισμό, τη στιγμή που το πάγιο άρθρο 84Α αρκείται σε 3 έτη συνολικής πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας και βαθμό Ε; Δεν αντιλαμβάνεστε ότι κατά το μεταβατικό στάδιο αποκλείονται αδικαιολόγητα από την ένταξη στο Μητρώο υπάλληλοι έμπειροι και με υψηλά προσόντα που απλά έκαναν το λάθος να μεταταχθούν πρόσφατα σε ανώτερη κατηγορία. 2ον, γιατί η προθεσμία έκδοσης της πρόσκλησης για τη νέα γραπτή εξέταση προϊσταμένων του ΑΣΕΠ ορίζεται μόνο σε επίπεδο έτους, μέσα στο 2027, χωρίς συγκεκριμένο μήνα, αφήνοντας αβέβαιη την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του νέου συστήματος. 3ον, με ποιο σκεπτικό αποφασίστηκε να αφαιρεθεί η συμμετοχή του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, του Συνηγόρου του Πολίτη και της ΑΔΕΔΥ από την Κεντρική Επιτροπή Διαγωνισμού της Σχολής. 4ον, ποια είναι η αιτιολόγηση για το ότι η προφορική εξέταση του εισαγωγικού διαγωνισμού σταθμίζεται υψηλότερα από τα άλλα 2 στάδια. 5ον, ποιο συγκεκριμένο ψυχομετρικό εργαλείο προβλέπεται για το προαιρετικό ερωτηματολόγιο επαγγελματικής αξιολόγησης του άρθρου 62, και με ποια επιστημονική τεκμηρίωση θα επιλεγεί αυτό. 6ον, γιατί η κυβέρνηση προχωρά σε πλήρη ανατροπή της φιλοσοφίας του εισαγωγικού διαγωνισμού του 2021, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία αξιολόγηση των 4 σειρών αποφοίτων που έχουν ήδη βγει μέσα από το ισχύον σύστημα.






