Σε Κοινοβουλευτική Δραστηριότητα

Οι υπογράφοντες βουλευτές του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής προβάλλουμε ένσταση λόγω αντισυνταγματικότητας κατά του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών με τίτλο «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης» και, συγκεκριμένα, κατά των άρθρων 54, 56 και 57 με τίτλο «Σταυροί προτίμησης», «Επιτυχών συνδυασμός και επιλαχόντες συνδυασμοί – Εκλογή δημάρχου και περιφερειάρχη» και «Δεύτερο στάδιο προσμέτρησης» αντίστοιχα.

Με τους προτεινόμενες διατάξεις, προβλέπεται η αντικατάσταση των άρθρων 24 και 25 και 57 και 58 του ν. 4804/2021 (Α’ 90) για την «Εκλογή Δημοτικών και Περιφερειακών Αρχών». Σύμφωνα με το άρθρο 24 του νόμου αυτού, τους σήμερα ισχύει: «1) Τους εκλογές των δημάρχων και των δημοτικών συμβούλων, θεωρείται επιτυχών ο συνδυασμός που πλειοψήφησε με ποσοστό μεγαλύτερο του σαράντα τρία τοις εκατό (43% + 1 ψήφος) του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων και επιλαχόντες συνδυασμού του δημοτικού συμβουλίου αυτοί που έλαβαν έστω και μία (1) έδρα, σύμφωνα με το άρθρο 26. 2) Δήμαρχος εκλέγεται ο επικεφαλής του επιτυχόντος συνδυασμού», ενώ στο άρθρο 25 παρ. 1 του ίδιου νόμου προβλέπεται πως «Αν κανένας συνδυασμός δεν πληροί τους προϋποθέσεις τους παρ. 1 του άρθρου 24, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται την επόμενη Κυριακή μεταξύ των υποψηφίων δημάρχων των δύο (2) συνδυασμών που έλαβαν τους περισσότερες ψήφους. Δήμαρχος εκλέγεται ο υποψήφιος δήμαρχος, επικεφαλής του συνδυασμού που συγκέντρωσε στην επαναληπτική ψηφοφορία την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων. […]». Αντίστοιχο περιεχόμενο έχουν και οι διατάξεις των άρθρων 57 και 58 του ν. 4804/2021 αναφορικά με τον επιτυχόντα συνδυασμό και την ανάδειξη περιφερειάρχη.

Σήμερα, η Κυβέρνηση τους Τους Δημοκρατίας επανέρχεται με τους υπό εξέταση διατάξεις των άρθρων 54, 56 και 57 του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών, επιφέροντας σειρά τροποποιήσεων: Ειδικότερα, με τους προτεινόμενες διατάξεις, εισάγεται για πρώτη φορά τους αυτοδιοικητικές εκλογές το εκλογικό σύστημα τους συμπληρωματικής ψήφου (Supplementary Vote), σε αντικατάσταση του σήμερα ισχύοντος εκλογικού συστήματος των δύο γύρων. Βάσει τους προτεινόμενης αλλαγής, καταργείται η επαναληπτική ψηφοφορία και αντικαθίσταται από τη δυνατότητα των εκλογέων να επιλέξουν ως εναλλακτική ψήφο έως έναν από τους λοιπούς συνδυασμούς. Εφεξής, επιτυχών τους δημοτικές και περιφερειακές εκλογές θα θεωρείται ο συνδυασμός που πλειοψήφησε σε ποσοστό μεγαλύτερο του σαράντα δύο τοις εκατό (42% + 1 ψήφο) του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων, με δήμαρχο και περιφερειάρχη να εκλέγεται ο επικεφαλής των οικείων επιτυχόντων συνδυασμών. Σε περιπτώσεις, ωστόσο, που κανένας συνδυασμός δεν λαμβάνει το ποσοστό αυτό, θα ακολουθεί δεύτερο στάδιο προσμέτρησης ψήφων για τους δύο επικρατέστερους συνδυασμούς βάσει των εναλλακτικών ψήφων που τους αντιστοιχούν από τα ψηφοδέλτια των λοιπών συνδυασμών που δεν μετέχουν στο δεύτερο στάδιο προσμέτρησης, με επιτυχόντα συνδυασμό να αναδεικνύεται εκείνος που έλαβε στο δεύτερο στάδιο τους προσμέτρησης την απόλυτη ή σχετική πλειοψηφία και δήμαρχο ή περιφερειάρχη τον επικεφαλής του επιτυχόντος συνδυασμού αντίστοιχα. Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση του Β’ Μέρους και του άρθρου 57 του σχεδίου νόμου, η προτεινόμενη τροποποίηση στοχεύει να αντιμετωπίσει προβλήματα που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή του τρέχοντος συστήματος εκλογής των δύο γύρων, τους το μειωμένο ενδιαφέρον και συμμετοχή των εκλογέων στον δεύτερο γύρο των εκλογών, «το οξύμωρο φαινόμενο συνδυασμών που μετέχουν στον δεύτερο γύρο να λαμβάνουν μικρότερο απόλυτο αριθμό ψήφων σε σχέση με την αρχική εκλογή» και το «ακόμα πιο οξύμωρο φαινόμενο, εκλογέας να ψηφίζει τον έναν συνδυασμό κατά την αρχική εκλογή (και, επομένως, να κρίνεται από τον συγκεκριμένο εκλογέα ως ικανότερος και καταλληλότερος για δήμαρχος ή περιφερειάρχης) και, κατά την επαναληπτική εκλογή, ο τους εκλογέας να επιλέγει τον αντίπαλο συνδυασμό, παρόλο που συμμετέχει στην επαναληπτική εκλογή ο συνδυασμός που επέλεξε στον πρώτο γύρο».

Η προτεινόμενη ρύθμιση των άρθρων 54, 56 και 57 του σχεδίου νόμου αντίκειται στο Σύνταγμα, καθώς προσκρούει στην αρχή τους λαϊκής κυριαρχίας, η οποία αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, το θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματος, καθώς και στην δημοκρατική αρχή, τους αυτή εξειδικεύεται, μεταξύ άλλων, μέσω του αντιπροσωπευτικού χαρακτήρα του συστήματος ανάδειξης των αρχών τους τοπικής αυτοδιοίκησης που κατοχυρώνει το άρθρο 102 παρ. 2 του Συντάγματος.

Πρώτον, η καθιέρωση συστήματος συμπληρωματικής ψήφου για την εκλογή μονοπρόσωπων οργάνων, τους ο δήμαρχος και ο περιφερειάρχης, εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με τη δημοκρατική αρχή και την απαίτηση αυθεντικής έκφρασης τους λαϊκής βούλησης. Η δημοκρατική αρχή δεν εξαντλείται στην αριθμητική καταμέτρηση των ψήφων, αλλά προϋποθέτει ότι η βούληση του εκλογικού σώματος διαμορφώνεται και εκφράζεται ελεύθερα, υπό συνθήκες πλήρους πολιτικής ενημέρωσης και πραγματικής δυνατότητας επιλογής αντιπροσώπων του. 

Σε αντίθεση με το ισχύον σύστημα δύο γύρων, στο οποίο ο εκλογέας καλείται, μετά την ολοκλήρωση τους πρώτης ψηφοφορίας, να επιλέξει μεταξύ των δύο επικρατέστερων υποψηφίων έχοντας πλήρη γνώση του εκλογικού αποτελέσματος και των πραγματικών εναλλακτικών που τίθενται ενώπιόν του, το σύστημα τους συμπληρωματικής ψήφου υποχρεώνει τον πολίτη να προκαταλάβει την ενδεχόμενη μελλοντική του επιλογή. Ο εκλογέας καλείται να δηλώσει εκ των προτέρων μία εναλλακτική προτίμηση χωρίς να γνωρίζει ποιοι υποψήφιοι θα αναδειχθούν τελικώς ως επικρατέστεροι στο δεύτερο στάδιο προσμέτρησης και χωρίς να έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει εκ νέου τη βούλησή του επί τη βάσει των πραγματικών δεδομένων που θα προκύψουν από το πρώτο στάδιο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η τελική επιλογή μεταξύ των επικρατέστερων υποψηφίων παύει να αποτελεί αυτοτελή και άμεση εκδήλωση τους λαϊκής βούλησης και υποκαθίσταται από μία υποθετική και εκ των προτέρων δήλωση προτίμησης. Η δεύτερη εκλογική κρίση, η οποία στο ισχύον σύστημα αποτελεί διακριτή και πολιτικά ουσιώδη έκφραση τους λαϊκής κυριαρχίας, καταργείται και υποκαθίσταται πλέον από έναν μηχανισμό τεκμαιρόμενης βούλησης, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν δύναται να αποτυπώσει με την ίδια πιστότητα την πραγματική επιλογή του εκλογέα έναντι των τελικώς αναδειχθέντων υποψηφίων. 

Στο σημείο αυτό και σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η Κυβέρνηση στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου περί αντιμετώπισης δήθεν «οξύμωρων φαινομένων» κατά την εκλογική συμπεριφορά των εκλογέων μεταξύ των δύο γύρων, το γεγονός ότι ο εκλογέας δύναται να μεταβάλει την κρίση του μετά την ολοκλήρωση του πρώτου γύρου δεν αποτελεί παθολογία του ισχύοντος εκλογικού συστήματος, αλλά έκφανση του ίδιοι του πυρήνα τους δημοκρατικής διαδικασίας. Η δυνατότητα επαναξιολόγησης των διαθέσιμων επιλογών υπό το φως του αποτελέσματος τους πρώτης εκλογικής αναμέτρησης, καθώς και τυχόν πολιτικών εξελίξεων ή τοποθετήσεων που ενδέχεται να μεσολαβήσουν, συνιστά αναπόσπαστο στοιχείο τους ελεύθερης διαμόρφωσης τους λαϊκής βούλησης και όχι φαινόμενο που χρήζει αντιμετώπισης ή εξάλειψης.

Εξάλλου, το προτεινόμενο σύστημα τους συμπληρωματικής ψήφου μπορεί να οδηγήσει σε εκλογή υποψηφίου χωρίς την πραγματική υποστήριξη τους πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος. Η εξάντληση σημαντικού αριθμού ψηφοδελτίων λόγω έλλειψης έγκυρης δεύτερης προτίμησης έχει ως αποτέλεσμα ο τελικώς εκλεγόμενος να επικρατεί ενίοτε μόνο επί των εναπομεινασών ενεργών ψήφων και όχι επί του συνόλου των πολιτών που συμμετείχαν στην εκλογική διαδικασία. Το αποτέλεσμα αυτό εντείνεται και από την πρόβλεψη του σχεδίου νόμου ότι επιτυχών συνδυασμός και, κατ’ επέκταση, δήμαρχος ή περιφερειάρχης, δύναται να αναδειχθεί ακόμη και με σχετική πλειοψηφία. Η εξέλιξη αυτή αποδυναμώνει τη δημοκρατική νομιμοποίηση των εκλεγόμενων οργάνων, ιδίως όταν πρόκειται για αξιώματα με αυξημένη πολιτική και θεσμική βαρύτητα, τους εν προκειμένω.

Περαιτέρω, η συμπληρωματική ψήφος περιορίζει ουσιωδώς την πληρότητα, με την οποία αποτυπώνονται οι πραγματικές προτιμήσεις του εκλογικού σώματος, καθώς επιτρέπει στον εκλογέα να εκφράσει μόνο μία εναλλακτική προτίμηση. Αντιθέτως, άλλα προτιμησιακά εκλογικά συστήματα επιτρέπουν την κατάταξη περισσότερων ή και του συνόλου των υποψηφίων κατά σειρά προτίμησης, επιτυγχάνοντας πληρέστερη καταγραφή τους εκλογικής βούλησης και περιορίζοντας τον κίνδυνο εξάντλησης ψήφων. Υπό την έννοια αυτή, η επιλογή του συγκεκριμένου συστήματος δεν συνιστά την πλέον αναλογική παρέμβαση επί τους αρχής τους αυθεντικής έκφρασης τους λαϊκής βούλησης, ακόμη και υπό την παραδοχή ότι ο σκοπός του νομοθέτη είναι η διεξαγωγή τους εκλογικής διαδικασίας σε έναν μόνο γύρο και ο περιορισμός των δυσκολιών και μειονεκτημάτων που τυχόν συνεπάγεται η διενέργεια τους δευτέρου γύρου.

Το γεγονός δε ότι το Σύνταγμα δεν επιβάλλει συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα για τους αυτοδιοικητικές εκλογές, αλλά αναθέτει στον κοινό νομοθέτη τη σχετική ρύθμιση, δεν σημαίνει ότι ο τελευταίος διαθέτει απεριόριστη διακριτική ευχέρεια. Η κανονιστική ελευθερία του νομοθέτη οριοθετείται από τους θεμελιώδεις αρχές τους λαϊκής κυριαρχίας, τους δημοκρατικής νομιμοποίησης και τους αυθεντικής και ανόθευτης έκφρασης τους λαϊκής βούλησης. Υπό το πρίσμα αυτό, η καθιέρωση τους συστήματος το οποίο υποκαθιστά την πραγματική δεύτερη εκλογική κρίση των πολιτών με μία προκαταβολική και υποθετική δήλωση προτίμησης δεν συνάδει με τους συνταγματικές απαιτήσεις που διέπουν την ανάδειξη των οργάνων τους τοπικής αυτοδιοίκησης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει, τέλος, το γεγονός ότι το συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα δεν έχει τύχει ευρείας υιοθέτησης σε διεθνές επίπεδο. Αντιθέτως, τους έννομες τάξεις που επιδιώκουν τη διεξαγωγή τους εκλογικής διαδικασίας σε μία μόνο εκλογική αναμέτρηση, απαντώνται συχνότερα συστήματα προτιμησιακής/εναλλακτικής ψήφου που επιτρέπουν στον εκλογέα να κατατάσσει το σύνολο ή μεγαλύτερο αριθμό των υποψηφίων κατά σειρά προτίμησης. Τα συστήματα αυτά επιδιώκουν να αποτυπώσουν πληρέστερα τους πραγματικές προτιμήσεις του εκλογικού σώματος και να περιορίσουν τον κίνδυνο στρέβλωσης τους εκλογικής βούλησης.

Για τους ανωτέρω λόγους, θεωρούμε πως οι προτεινόμενες διατάξεις των άρθρων 54, 56 και 57 του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών είναι αντισυνταγματικές. 

Αθήνα, 25-6-2026

Οι ενιστάμενοι βουλευτές

Μπιάγκης Δημήτριος

Τσίμαρης Ιωάννης

Γερουλάνος Παύλος

Χρηστίδης Παύλος

Αποστολάκη Μιλένα

Βατσινά Ελένη

Γιαννακοπούλου Κωνσταντίνα (Νάντια)

Δουδωνής Παναγιώτης

Θρασκιά Ουρανία (Ράνια)

Καζάνη Αικατερίνη

Κατρίνης Μιχάλης

Κουκουλόπουλος Παρασκευάς (Πάρις)

Λιακούλη Ευαγγελία

Μιχαηλίδης Σταύρος

Νικητιάδης Γεώργιος

Νικολαΐδης  Αναστάσιος

Πάνας Απόστολος

Παπανδρέου Γεώργιος

Παππάς Πέτρος

Παρασύρης Φραγκίσκος

Πουλάς Ανδρέας

Σπυριδάκη Αικατερίνη

Σταρακά Χριστίνα

Χριστοδουλάκης Εμμανουήλ

Πληκτρολογήστε και πατήστε το enter.

ΠΑΣΟΚ - Κίνημα Αλλαγής
Επισκόπηση Πολιτικής Απορρήτου

Το Κίνημα Αλλαγής εγγυάται τον σεβασμό του ιδιωτικού απορρήτου των μελών του, καθώς και την προστασία των προσωπικών τους δεδομένων, είτε αυτά τηρούνται διαδικτυακά είτε στις εγκαταστάσεις του. Για το λόγο αυτό, στο πλαίσιο του ισχύοντος εθνικού και ενωσιακού νομικού πλαισίου που διέπει την προστασία των προσωπικών δεδομένων, ιδίως του Γενικού Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Προστασία Δεδομένων 2016/679 (εφ’ εξής «ΓΚΠΔ»), το Κίνημα Αλλαγής γνωστοποιεί την παρούσα νόμιμη και διαφανή πολιτική προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με σκοπό να παρέχει στα φυσικά πρόσωπα («υποκείμενα των δεδομένων») επαρκή ενημέρωση για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία συλλέγει και επεξεργάζεται κατά την παροχή των υπηρεσιών του προς το κοινό. Με την παρούσα πολιτική καθορίζονται οι βασικές αρχές και οι κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους το Κίνημα Αλλαγής συλλέγει, επεξεργάζεται και αποθηκεύει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται από την εθνική και ενωσιακή νομοθεσία.