Επιθυμώ να αρχίσω αυτήν την ομιλία από μια θέση που πιστεύω βαθιά.
Η αναθεώρηση του Συντάγματος -ως η κορυφαία πολιτειακή λειτουργία της Βουλής- προϋποθέτει προφανώς απόπειρα συναινέσεων. Προϋποθέτει όμως και κάτι περισσότερο και πιο απαιτητικό: να είμαστε ειλικρινείς.
Κι αν θέλουμε να αρχίσουμε από την πιο ειλικρινή αφετηρία, θα πρέπει να το πούμε καθαρά: Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι το Σύνταγμά της.
Πενήντα δύο χρόνια από την αποκατάστασή της, η δημοκρατία στην Ελλάδα είναι ώριμη και σταθερή. Άντεξε στη μεγάλη κρίση, τη δημοσιονομική και την ηθική – πολιτική, χάρη στους θεσμούς της και χάρη στην ανθεκτικότητα του Συντάγματός της, που σήμερα συζητούμε.
Όχι, λοιπόν, το πρόβλημα της χώρας δεν είναι το Σύνταγμά της, αλλά η εφαρμογή του -ή ορθότερα η μη εφαρμογή του.
– Δεν είναι ζήτημα συνταγματικό αν η Βουλή θα λύνει ή αν θα δένει τα χέρια της δικαιοσύνης.
– Δεν είναι ζήτημα Συντάγματος αν η πλειοψηφία θα αλλάξει και τα μαθηματικά για να πλήξει την ανεξαρτησία αρχών.
– Οι απευθείας αναθέσεις, η ευνοιοκρατία, δεν είναι θέμα Συντάγματος.
– Για την άρνηση εφαρμογής δικαστικών αποφάσεων από την ίδια την Κυβέρνηση -όπως συμβαίνει με την απόφαση του ΣτΕ για τις υποκλοπές- δεν φταίει το Σύνταγμα.
– Το δόγμα «έχω 151 βουλευτές και κάνω ό,τι θέλω» δεν είναι συνταγματικό πρόβλημα.
Είναι θέμα νοοτροπίας.
Είναι ζήτημα του πώς βλέπουν κυβερνήσεις και πλειοψηφίες τη δημόσια διοίκηση, το κράτος, πώς σχεδιάζουν και εφαρμόζουν την κοινή νομοθεσία.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι το Σύνταγμα αλλά η μη εφαρμογή του. Η έλλειψη σεβασμού του.
Εδώ, λοιπόν, πρόκειται για μια συζήτηση που διεξάγεται με έντονα φορτία λαϊκισμού. Συνταγματικού λαϊκισμού.
Το Σύνταγμα ως πανάκεια, δια πάσαν νόσον.
Και χειρότερα, το Σύνταγμα ως δικαιολογία. Ως άλλοθι.
Ό,τι δεν μπορεί ή ό,τι δεν θέλει να κάνει, το ανάγει σε συνταγματικό πρόβλημα.
Και κάπως έτσι, η ΝΔ βαπτίζει το ρουσφέτι «επικοινωνία των βουλευτών με την περιφέρειά τους» και μας λέει πως πρέπει και να προβλεφθεί συνταγματικά.
Ή για όλο αυτό φταίει η ταύτιση βουλευτών-υπουργών -αν πιστέψουμε την εντελώς αστήρικτη πρόταση του Πρωθυπουργού για το ασυμβίβαστο -περιστρεφόμενη πόρτα- που φυσικά αφαιρέθηκε τόσο άγαρμπα όσο άγαρμπα προστέθηκε στην πρόταση της ΝΔ.
Αλλά αυτό είναι, πράγματι, λαϊκισμός. Είναι οπορτουνισμός.
Κάθε φορά που ανακύπτει κάτι -που είναι αποτέλεσμα κακονομίας και κακοδιοίκησης, κάθε σκάνδαλο- ο Πρωθυπουργός έριχνε πάντα ένα σύνθημα σε σχέση με το Σύνταγμα!
Αλλά όταν το αναθεωρητικό εγχείρημα ορίζεται από τη συγκυρία και όχι από την ιστορία, τότε είναι καταδικασμένο σε αποτυχία -όπως έδειξε η εμπειρία του 2008.
Σε αυτό το έδαφος, η πρόταση της ΝΔ -δυστυχώς- χαρακτηρίζεται από ευδιάκριτη υποκρισία.
Διότι πώς αλλιώς μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει την πρόταση για το άρθρο 86 Σ.;
Με την πρόταση της ΝΔ δεν αλλάζει τίποτα εκεί που έπρεπε να αλλάξουν όλα. Η ποινική δίωξη υπουργών μένει δεμένη με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, και μάλιστα με ονομαστική ψηφοφορία, που ελέγχει βουλευτές αντί να απελευθερώνει τη δικαιοσύνη.
Μιλάμε για τη συνταγματική κατοχύρωση της θεσμικής εκτροπής της 30ης Ιουλίου 2025. Και, κατά τα λοιπά, μας λέει η ΝΔ ότι θέλει να αναβαθμίσει και τον ρόλο του βουλευτή.
Η αλήθεια είναι μία: η ΝΔ δεν θέλει την αποσύνδεση διαδικασιών από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Θέλει να συνεχίσει να έχει υπό τον έλεγχό της τα πάντα. Επιδιώκει την υπερσυγκέντρωση εξουσίας.
Ή στο άρθρο 16 Σ. και στη… συγκινητική προσπάθεια της ΝΔ να δείξει ότι αναθεωρεί το Σύνταγμα, αφού βέβαια το έχετε ήδη παρακάμψει με τα ιδιωτικά παραρτήματα -ανωτατοποιημένα κερδοσκοπικά κολέγια.
Εδώ, πλέον, σε μια τέτοια διαδικασία κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί. Η ΝΔ αφήνει ορθάνοιχτη την πόρτα σε κερδοσκοπικά πανεπιστήμια. Έπεσαν και τα τελευταία προσχήματα ανάμεσα στην αρχική πρόταση της ΝΔ τον Μάιο και στην τελική της πρόταση που συζητούμε σήμερα.
Κατανοούμε φυσικά ότι το κάνει για να μπορεί να φέρει τα «ΑΕΙ ΑΕ», κερδοσκοπικά πανεπιστήμια. Αντιλαμβάνεται την εκπαίδευση ως μηχανή κέρδους γιατί βλέπει μόνο αριθμούς.
Εμείς ζητούμε ρητά τον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα γιατί αντί για αριθμούς εμείς βλέπουμε ανθρώπους, βλέπουμε την αξία του να επενδύεις στην γνώση, στην έρευνα και την καινοτομία.
Ή πώς αλλιώς μπορεί να δει κανείς τις θέσεις της πλειοψηφίας για το άρθρο 103 Σ.;
Την ώρα που το κράτος και η αυτοδιοίκηση γεμίζουν μετακλητούς και αδιαφανείς εξωτερικούς συμβούλους, οι δημόσιοι υπάλληλοι ενοχοποιούνται.
Την ώρα που η Κυβέρνηση αδυνατεί ή αρνείται να εφαρμόσει τους δικούς της νόμους για αξιολόγηση, κάνει ιδεοληπτικές ασκήσεις επί χάρτου. Διχάζει, ενεργοποιεί κοινωνικό αυτοματισμό.
Εμείς επαναλαμβάνουμε ότι η μονιμότητα είναι εγγύηση νομιμότητας. Η μονιμότητα δεν είναι για να προστατεύει τον υπάλληλο, αλλά το δημόσιο συμφέρον.
Σε όλα αυτά, με αυτήν την υποκρισία και τον λαϊκισμό, ήρθατε να ζητήσετε συναίνεση -«λευκή επιταγή». Και μας ελέγχετε που δεν σας την παρέχουμε.
Απογοητεύεται, λέει, ο Πρωθυπουργός. Έτσι δήλωσε σήμερα το πρωί σε συνέντευξή του.
Φαίνεται πως δεν μας άκουσε ποτέ όταν εξ αρχής είπαμε κάτι πολύ σημαντικό.
Οι συναινέσεις πρέπει να επιτυγχάνονται στη σημαντικότερη στιγμή της αναθεωρητικής διαδικασίας δηλαδή την ώρα που γράφονται οι νέες λέξεις του Συντάγματος. Αυτή η βαθιά μας αντίληψη ότι κάνεις μόνος του δεν μπορεί να αλλάξει το Σύνταγμα είναι που αποδεικνύει τον ύψιστο σεβασμό μας στη συνταγματική τάξη και το κράτος δικαίου.
Η υπερπλειοψηφία πρέπει να επιτευχθεί στις διατυπώσεις.
Γιατί; Πρώτον, διότι αυτό είναι το πνεύμα της διάταξης. Και γι’ αυτό ζητήσαμε την αναθεώρηση της ίδιας της διαδικασίας αναθεώρησης, του άρθρου 110 Σ. Και δεν είμαστε ούτε οι μόνοι ούτε οι πρώτοι που το ζητήσαμε.
Διαβάζω από τα πρακτικά της Επιτροπής Αναθεώρησης, 08.01.2019.
«Η πρόταση της ΝΔ για το άρθρο 110 Σ. απλοποιεί τη αναθεωρητική διαδικασία με διασφάλιση του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος. Η προτείνουσα Βουλή αποφασίζει με απόλυτη πλειοψηφία για τα προς αναθεώρηση άρθρα, η Αναθεωρητική αποφασίζει με πλειοψηφία τριών πέμπτων».
Γενικός εισηγητής Μειοψηφίας, ονόματι Κωνσταντίνος Τασούλας. Απόψε σας περιμένει στο Προεδρικό Μέγαρο να σας λύσει όποιες απορίες.
Και δεύτερον, εξ αιτίας της πικρής εμπειρίας της αναθεώρησης του 2019. Όπου η ΝΔ μόνη άλλαξε τον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας οδηγώντας το 2025 σε μονοκομματική επιλογή -αθετώντας τις δεσμεύσεις της.
Διαβάζω από τα πρακτικά της Ολομέλειας του Σώματος, 25.11.2019. Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης: «Η συνταγματική πρόβλεψη για τελική εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας με απλή πλειοψηφία δεν αναιρεί -επαναλαμβάνω δεν αναιρεί- την πολιτική ευθύνη της εκάστοτε πλειοψηφίας να αναζητεί πρόσωπο το οποίο θα εξασφαλίζει τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση». Ποιος φέρει ακέραιη την ευθύνη, για τη μετατροπή της διακομματικής συναίνεσης σε εσωκομματικής συνεννόησης;
Η κ. Ντόρα Μπακογιάννη, τότε, στην Επιτροπή Αναθεώρησης έλεγε: «Πιστεύω πως ότι υπάρχει το “151” πολιτικά θα μας οδηγήσει στη συναίνεση των “200”». Και αναρωτήθηκε: «Εάν έχεις έναν Πρόεδρο της Δημοκρατίας μειωμένης πολιτικής απήχησης ή έναν Πρόεδρο απλώς “κουκλάκι” ή έναν Πρόεδρο της Δημοκρατίας με ειδικό πολιτικό βάρος δεν έχει μια διαφορά;».
Ο κ. Ευριπίδης Στυλιανίδης μιλούσε τότε για πνεύμα εθνικής συνεννόησης, για την εκλογή Προέδρου με απήχηση 180 ή 200 βουλευτών.
Αυτά, για την ιστορία.
Κι επειδή άκουσα τον κ. Γεραπετρίτη να λέει -σωστά- ότι η αναθεώρηση του 2001Διότι πέτυχε επειδή ήταν συναινετική, συμπληρώνω ότι η αναθεώρηση του 2019 απέτυχε, τουλάχιστον ως προς την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, επειδή ακριβώς δεν ήταν συναινετική -με ευθύνη της ΝΔ.
Κι επειδή άκουσα επίσης τον κ. Αμυρά να αναρωτιέται πριν πώς θα ένιωθε σήμερα ο Κώστας Σημίτης με το σκεπτικό του ΠΑΣΟΚ στην αναθεώρηση, του απαντώ ότι κι εγώ αναρωτιέμαι πώς θα ένιωθε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής -μέρα που είναι- για τη μονοκομματική εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας ή και για την πρόταση της παράταξης που ο ίδιος ίδρυσε για την κατάργηση της δεύτερης θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Και επειδή ακούσαμε τον κ. Μητσοτάκη πως νιώθει απογοήτευση, ας μας πει: Είναι υπερήφανος για το πώς εξέλεξε Πρόεδρο της Δημοκρατίας; Και τον απογοητεύει το ΠΑΣΟΚ;
Και, ξέρετε, στην πραγματικότητα, είναι άδικη η κριτική που μας ασκείται. Διότι για αυτές τις μεγάλες συναινέσεις είμαστε αυτοί που εργαστήκαμε πιο αποτελεσματικά από όλους.
Εμείς, πράγματι, εργαστήκαμε μεθοδικά, με απόλυτο σεβασμό στην κορυφαία πολιτειακή διαδικασία. Είδαμε τη συμμετοχή μας σε αυτήν ως τιμή και ευθύνη. Όσες απογοητεύσεις κι αν μας επιφύλαξε η πλειοψηφία, εμείς μείναμε πιστοί στην αποστολή μας.
Και είμαστε το μοναδικό κόμμα που κατέθεσε πλήρεις προτάσεις, νομοτεχνικά άρτιες.
Δεν μπορούμε, λοιπόν, να ακούμε τον Πρωθυπουργό να μας χαρακτηρίζει «κόμμα διαμαρτυρίας» ή τον γενικό εισηγητή της πλειοψηφίας ή και τον Πρόεδρο της Επιτροπής Αναθεώρησης να μας λένε ότι αποφύγαμε την ουσία.
Και ποιος μας τα λέει αυτά; Η παράταξη που επέλεξε να δώσει μόνο αόριστες κατευθύνσεις. Και να οργανώσει τη συζήτηση μέσα στο θέρος. Σαν να επιδίωκε να είναι αυτή μια διαδικασία που θα περάσει αθόρυβα, με απούσα την κοινωνία, αλλά τελικά και απούσα την ίδια την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Αλήθεια, ακόμη κι αν θέλατε να μας μεταστρέψετε άποψη; Πώς περιμένετε να το κάνετε; Με κλειστή τη Βουλή; Και πού θα μας βρείτε; Πότε; Τον Δεκαπενταύγουστο;
Έγινε συζήτηση στην κοινωνία για την αναθεώρηση; Ή μόνο στο νεφέλωμα του Κοινοβουλίου; Και μάλιστα με τη συμμετοχή λίγο περισσότερων από το 1/3 των βουλευτών μιας Βουλής που λειτουργεί επί ένα και πλέον έτος με ελλιπή σύνθεση, με τρεις βουλευτές λιγότερους.
Επιλέξατε να ανοίξετε τώρα τη συζήτηση γιατί πολύ απλά δεν σας ενδιέφερε ποτέ να αναζητήσετε συγκλίσεις και συναινέσεις. Διότι, εν μέσω προεκλογικής περιόδου, το θερμόμετρο έχει ανέβει ψηλά και δεν αναφέρομαι όπως αντιλαμβάνεστε στον καύσωνα.
Εμείς δεν ανεχόμαστε να εργαλειοποείται ο Καταστατικός Χάρτης της χώρας, ο Ανώτατος Νόμος οφείλει να περιορίζει την αυθαιρεσία της εξουσίας -όχι να την επιτρέπει.
Γι’ αυτό και εμείς μιλήσαμε με προτάσεις πάνω στις αληθείς ανάγκες της κοινωνίας.
– Για ανθεκτικό κράτος δικαίου, δικαιοσύνη για όλους. Ισχυρά θεσμικά αντίβαρα.
– Για διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση και στο πολιτικό χρήμα.
– Για νέα δικαιώματα στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, της κλιματικής κρίσης, των έμφυλων διακρίσεων.
– Για ισχυρό κοινωνικό κράτος.
– Για πραγματική αξιοκρατία και αξιολόγηση στο κράτος.
– Για ισχυρή και χειραφετημένη τοπική αυτοδιοίκηση.
– Για έναν ενιαίο ακαδημαϊκό χάρτη με κεντρική θέση του δημοσίου πανεπιστημίου.
– Για δημόσια κοινωνικά αγαθά -νερό και ενέργεια.
Είδαμε το Σύνταγμα στην πραγματική ιστορική και πολιτειακή του διάσταση. Πέρα και πάνω από τις τεχνητές διαιρέσεις που προσπάθησε να επιβάλει η ΝΔ στον δημόσιο διάλογο. Διότι, το Σύνταγμα είναι η πυξίδα για το πώς κυβερνάται η χώρα. Και εμείς αποδείξαμε πώς αντιλαμβανόμαστε τους θεσμούς και τον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας.
Τελικά, αυτός είναι ο πυρήνας της συζήτησης. Η εμπιστοσύνη. Η εμπιστοσύνη των πολιτών στην πολιτεία. Και η ανάκτηση αυτής της εμπιστοσύνης.
Η επιστροφή του δήμου στη δημοκρατία είναι η μόνη εγγύηση.
Για τη θωράκιση και την προάσπιση της δημοκρατίας απέναντι στις απειλές.
Απέναντι στον αυταρχισμό.
Και με αυτό το κριτήριο αξιολογούμαστε όλοι.
Από τους συμπολίτες μας και την ιστορία μας την ίδια.






