Τις σοβαρές επιφυλάξεις του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής για τη συμπληρωματική σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που αφορά το Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης «ΑΧΕΠΑ», ανέπτυξε στην Ολομέλεια της Βουλής ο Βουλευτής Αργολίδας και Τομεάρχης Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Ανδρέας Πουλάς.
Ο κ. Πουλάς ξεκαθάρισε ότι το ΠΑΣΟΚ αναγνωρίζει τον ιστορικό και κομβικό ρόλο του Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ στη δημόσια υγεία, την ιατρική εκπαίδευση και την έρευνα, καθώς και την ανάγκη αναβάθμισης των υποδομών του. Τόνισε, ωστόσο, ότι η Βουλή δεν καλείται απλώς να εγκρίνει μια παράταση λειτουργίας, αλλά ένα συνολικό σχέδιο για το μέλλον της υγείας και της βιοϊατρικής έρευνας, το οποίο οφείλει να εξεταστεί με πλήρη διαφάνεια και θεσμικές εγγυήσεις.
Στην ομιλία του ανέδειξε ως μείζον θεσμικό ζήτημα τη διάταξη της σύμβασης που επιτρέπει στο Ελληνικό Δημόσιο και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης να μεταβάλλουν στο μέλλον το νομικό και λειτουργικό καθεστώς του ΑΧΕΠΑ χωρίς νέα κύρωση από τη Βουλή, επισημαίνοντας ότι μια τέτοια πρόβλεψη περιορίζει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και δημιουργεί εύλογα ερωτήματα λογοδοσίας.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε επίσης στην ασάφεια που περιβάλλει τη χρηματοδότηση του σχεδιαζόμενου Βιοϊατρικού Κέντρου. Όπως υπογράμμισε, η σύμβαση δεν αποσαφηνίζει το χρηματοδοτικό μοντέλο, το ύψος της επένδυσης ούτε τις δεσμεύσεις των εμπλεκόμενων φορέων, ενώ η αναφορά σε δημόσιους ή ιδιωτικούς πόρους χωρίς συγκεκριμένες εγγυήσεις γεννά εύλογους προβληματισμούς για τη διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα της υγείας και της πανεπιστημιακής έρευνας.
Παράλληλα, εξέφρασε ερωτήματα σχετικά με τον ρόλο της Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και ειδικότερα για το γεγονός ότι τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας των μελετών που θα παραχθούν προβλέπεται να ανήκουν στην Τράπεζα και όχι στο ελληνικό δημόσιο ή στο Πανεπιστήμιο.
Ο Ανδρέας Πουλάς ανέδειξε ακόμη τη μεγάλη αντίφαση της κυβερνητικής πολιτικής στον χώρο της υγείας. Όπως σημείωσε, δεν αρκούν οι εξαγγελίες για νέα κτίρια, βιοϊατρικά κέντρα και καινοτόμες υποδομές όταν το Εθνικό Σύστημα Υγείας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, χιλιάδες κενές οργανικές θέσεις, εξουθένωση των εργαζομένων και συνεχή φυγή νέων γιατρών στο εξωτερικό.
Αναφερόμενος στις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις περί ενίσχυσης του δημόσιου χαρακτήρα του ΕΣΥ, επισήμανε ότι η διαρκής αύξηση των ιδιωτικών δαπανών υγείας, η επέκταση επί πληρωμή υπηρεσιών και η αδυναμία της πρωτοβάθμιας φροντίδας να καλύψει τις ανάγκες των πολιτών οδηγούν στην πράξη σε μια έμμεση μορφή ιδιωτικοποίησης του συστήματος.
Τέλος, άσκησε κριτική στην εικόνα που παρουσιάζει η κυβέρνηση για τον ψηφιακό μετασχηματισμό του ΕΣΥ, τονίζοντας ότι τα δημόσια νοσοκομεία εξακολουθούν να λειτουργούν με διαφορετικά και μη διασυνδεδεμένα πληροφοριακά συστήματα, χωρίς ενιαίο ηλεκτρονικό φάκελο ασθενούς και χωρίς ουσιαστική διαλειτουργικότητα.
«Το ΑΧΕΠΑ αξίζει να αναβαθμιστεί. Οι εργαζόμενοί του αξίζουν καλύτερες συνθήκες εργασίας και οι ασθενείς σύγχρονες υπηρεσίες υγείας. Η αναβάθμιση αυτή, όμως, δεν μπορεί να στηρίζεται σε ασάφειες, αναπάντητα ερωτήματα και ελλιπείς εγγυήσεις δημοσίου συμφέροντος. Η δημόσια υγεία δεν χρειάζεται επικοινωνιακές αφηγήσεις. Χρειάζεται σχέδιο, προσωπικό, χρηματοδότηση και λογοδοσία», υπογράμμισε ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του.»





