Κοινή Δήλωση του Πέτρου Παππά Υπεύθυνου ΚΤΕ Ατόμων με Αναπηρία, Σπάνιες/Χρόνιες Παθήσεις και των Οικογενειών τους, της Κατερίνας Καζάνη, Υπεύθυνης ΚΤΕ Πρόνοιας και Κοινωνικής Συνοχής και της Αναπλ. Γραμ. Ειδικής Αγωγής Τομέα Παιδείας ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, Σοφίας Πουλοπούλου.
Η ανακοίνωση της Β’ φάσης του προγράμματος «Μαριέττα Γιαννάκου», που αφορά την ανακαίνιση 238 σχολείων και σχολικών συγκροτημάτων σε 132 Δήμους της χώρας, δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως ολοκληρωμένη πολιτική για τις σχολικές υποδομές.
Κάθε παρέμβαση που βελτιώνει την καθημερινότητα μαθητών και εκπαιδευτικών είναι θετική. Κάθε σχολείο που γίνεται ασφαλέστερο, λειτουργικότερο, πιο προσβάσιμο και πιο αξιοπρεπές είναι κέρδος για την εκπαιδευτική κοινότητα. Όμως η δημόσια Παιδεία δεν μπορεί να εξαρτάται από αποσπασματικές εργολαβίες, δωρεές, χορηγίες και επικοινωνιακές τελετές. Η κρατική ευθύνη δεν εκχωρείται, δεν μεταβιβάζεται και δεν υποκαθίσταται.
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει με σαφήνεια με ποια κριτήρια επιλέχθηκαν τα σχολεία που εντάσσονται στη Β’ φάση. Προηγήθηκε ουσιαστική τεχνική, παιδαγωγική και λειτουργική αποτύπωση των αναγκών; Ελήφθησαν υπόψη η παλαιότητα των κτιρίων, η σεισμική επάρκεια, η προσβασιμότητα για μαθητές με αναπηρία, η ενεργειακή κατάσταση, η ασφάλεια των αύλειων χώρων, οι συνθήκες υγιεινής, οι ανάγκες εργαστηρίων, οι επιπτώσεις φυσικών καταστροφών και η οικονομική αδυναμία πολλών Δήμων να καλύψουν ακόμη και βασικές εργασίες συντήρησης;
Η ίδια η κατανομή των σχολείων ανά Περιφέρεια γεννά εύλογα ερωτήματα. Η Αττική συγκεντρώνει 106 σχολικές μονάδες, από τις οποίες μόλις 10 στον Δήμο Αθηναίων, 9 στον Κεντρικό Τομέα Αθηνών, 16 στον Βόρειο Τομέα, 11 στον Νότιο Τομέα, 17 στον Δυτικό Τομέα, 18 στην Ανατολική Αττική, 12 στη Δυτική Αττική και 13 στον Πειραιά. Την ίδια ώρα, μόλις 5 σχολεία έχουν επιλεγεί στο Βόρειο Αιγαίο, 6 στο Νότιο Αιγαίο και 5 στα Ιόνια Νησιά. Σε ολόκληρη τη Δυτική Μακεδονία έχουν επιλεγεί μόλις 4 σχολεία, στην Ήπειρο 5, στη Στερεά Ελλάδα 7, στην Πελοπόννησο 19, στη Θεσσαλονίκη 21 και στην Κρήτη 14, με μικρομεσαίους Δήμους, ακόμη και περιοχές που έχουν πληγεί από μεγάλες φυσικές καταστροφές, όπως η Εύβοια ή το Αρκαλοχώρι στο Ηράκλειο Κρήτης, αλλά και σε άλλους μικρότερους Δήμους, να μένουν εκτός ή να συμμετέχουν με εξαιρετικά περιορισμένο αποτύπωμα.
Η συντήρηση ενός σχολείου σε έναν μικρό, ορεινό, αγροτικό ή νησιωτικό Δήμο δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι ζήτημα ισονομίας, κοινωνικής συνοχής και ισότιμης πρόσβασης στην εκπαίδευση. Είναι προϋπόθεση για να παραμένουν οικογένειες στον τόπο τους. Το κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την περιφέρεια ως δεύτερη ταχύτητα.
Ακόμη πιο σοβαρή είναι η εικόνα στην Ειδική Αγωγή. Η ένταξη μόλις 5 ειδικών σχολείων στη Β’ φάση του προγράμματος δεν αποτελεί επαρκή απάντηση στις ανάγκες ενός πεδίου που απαιτεί αυξημένη θεσμική μέριμνα. Τα ειδικά σχολεία, τα ΕΝΕΕΓΥΛ, τα ΕΕΕΕΚ και συνολικά οι δομές που στηρίζουν μαθητές με αναπηρία ή και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες χρειάζονται χώρους ασφαλείς, προσβάσιμους, παιδαγωγικά κατάλληλους, με υποστηρικτικές υποδομές, θεραπευτικούς χώρους, λειτουργικές αυλές, εξοπλισμό και συνθήκες που σέβονται πραγματικά τις ανάγκες όλων των παιδιών.
Η συμπερίληψη δεν είναι σύνθημα για ομιλίες ούτε λέξη για δελτία τύπου. Είναι υποχρέωση του κράτους να διαμορφώνει σχολικά περιβάλλοντα στα οποία κάθε παιδί μπορεί να μαθαίνει, να συμμετέχει, να κινείται, να κοινωνικοποιείται και να νιώθει ασφαλές. Αυτή η υποχρέωση δεν μπορεί να εξαντλείται σε μερικές εντάξεις σχολείων ανά φάση προγράμματος. Και το ερώτημα παραμένει: τι απέγιναν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης για τις σχολικές υποδομές; Αξιοποιήθηκαν με προτεραιότητα τις πραγματικές ανάγκες των σχολείων ή εξαντλήθηκαν σε επιμέρους και επικοινωνιακά έργα;
Ιδιαίτερη απάντηση απαιτείται και για τα συστεγαζόμενα σχολεία. Σε πολλές περιοχές της χώρας, ένα σχολικό κτίριο δεν στεγάζει μόνο μία σχολική μονάδα. Φιλοξενεί δύο ή περισσότερα σχολεία, συχνά διαφορετικών βαθμίδων, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις στον ίδιο χώρο λειτουργούν και νηπιαγωγεία. Η κυβέρνηση οφείλει να διευκρινίσει πώς υπολογίζεται η χρηματοδότηση, πώς κατανέμονται τα κονδύλια και αν οι παρεμβάσεις αφορούν το σύνολο του σχολικού κτιρίου ή μόνο τις αίθουσες και τους χώρους που αντιστοιχούν στη σχολική μονάδα που έχει επιλεγεί. Η ασφάλεια, η προσβασιμότητα, οι χώροι υγιεινής, οι αύλειοι χώροι, οι είσοδοι, οι διάδρομοι και οι κοινόχρηστοι χώροι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται αποσπασματικά.
Το ΠΑΣΟΚ έχει μιλήσει καθαρά για την ανάγκη αύξησης της δημόσιας δαπάνης για την Παιδεία, με στόχο τη σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Έχει θέσει στο κέντρο την ασφάλεια και την προσβασιμότητα των σχολικών υποδομών, τον εκσυγχρονισμό του υλικοτεχνικού εξοπλισμού, τα σύγχρονα εργαστήρια και κέντρα μάθησης, την κατάργηση των κοντέινερ, τη στήριξη της Ειδικής Αγωγής, την ενίσχυση του ολοήμερου σχολείου, το μόνιμο και επαρκές προσωπικό, την πλήρη στελέχωση και αποσυμφόρηση των δομών διάγνωσης, αξιολόγησης και υποστήριξης.
Η χώρα χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο Εθνικό Σχέδιο Σχολικών Υποδομών. Με σταθερή δημόσια χρηματοδότηση. Με διαφάνεια. Με κοινωνικά δίκαια κριτήρια. Με προτεραιότητα στις ευάλωτες περιοχές, στην περιφέρεια, στα νησιά, στις ορεινές κοινότητες και στις περιοχές που έχουν πληγεί από φυσικές καταστροφές. Με ειδική πρόβλεψη για την Ειδική Αγωγή. Με δημόσιο έλεγχο στην πορεία υλοποίησης.
Το σχολικό κτίριο δεν είναι ένα τεχνικό κουτί. Είναι χώρος μάθησης, ασφάλειας, κοινωνικοποίησης και αξιοπρέπειας. Είναι μέρος της παιδαγωγικής διαδικασίας. Είναι δείκτης του τρόπου με τον οποίο η Πολιτεία αντιλαμβάνεται την ισότητα και το δικαίωμα κάθε παιδιού στη γνώση.
Για το ΠΑΣΟΚ, κάθε παιδί, σε κάθε πόλη, χωριό, νησί και γειτονιά της χώρας, έχει δικαίωμα σε ένα δημόσιο σχολείο ασφαλές, προσβάσιμο, σύγχρονο και αξιοπρεπές.
Όχι μόνο τα σχολεία που χωρούν σε μια κυβερνητική ανακοίνωση.
Όχι μόνο όσα εντάσσονται σε μια φάση ενός προγράμματος.
Όλα τα σχολεία. Όλα τα παιδιά. Όλες οι οικογένειες.
Η δημόσια Παιδεία δεν χρειάζεται αποσπασματική διαχείριση. Χρειάζεται σχέδιο, χρηματοδότηση, διαφάνεια, κοινωνική δικαιοσύνη και πολιτική ευθύνη. Αυτό είναι το χρέος της Πολιτείας. Και αυτό είναι το προοδευτικό σχέδιο που οφείλει να υπηρετήσει η χώρα για το δημόσιο σχολείο του 21ου αιώνα.







