Η συνταγή για βιώσιμη ανάπτυξη: η οικονομία μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Άρθρο Κώστα Τσουκαλά, Εκπροσώπου Τύπου ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής στην εφημερίδα “Το Βήμα”
Η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε μια κρίσιμη φάση καθώς ολοκληρώνεται ο κύκλος του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είχε στη διάθεσή της μια ιστορική ευκαιρία: πρωτοφανείς ευρωπαϊκούς πόρους, χαμηλό κόστος χρήματος για μεγάλο διάστημα και ένα ευνοϊκό πλαίσιο για να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Αντί γι’ αυτό, επένδυσε υπερβολικά στην επικοινωνιακή εικόνα της απορρόφησης και λιγότερο στη βαθιά παραγωγική ανασυγκρότηση. Το αποτέλεσμα είναι ότι η χώρα φτάνει στο τέλος του Ταμείου με χαμηλή παραγωγικότητα, περιορισμένη πρόσβαση πολλών μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση και σοβαρές ελλείψεις σε κρίσιμες υποδομές. Η ίδια η συζήτηση για το Ταμείο Ανάκαμψης αποκαλύπτει, τελικά, τα όρια της κυβερνητικής στρατηγικής.
Η ουσία βρίσκεται στο τι μένει πίσω. Δεν αρκεί να έχουν δαπανηθεί χρήματα αν δεν έχει ενισχυθεί μόνιμα η παραγωγική δυνατότητα της χώρας. Η Νέα Δημοκρατία δεν κατάφερε να μετατρέψει αυτή τη μεγάλη ευρωπαϊκή ώθηση σε συνεκτικό σχέδιο για τη μεταποίηση, τον πρωτογενή τομέα, την έρευνα, την καινοτομία και τις εξαγωγές. Αυτό είναι το πραγματικό κενό που πρέπει τώρα να καλυφθεί. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα διαφορετικό αναπτυξιακό υπόδειγμα, λιγότερο εξαρτημένο από την κατανάλωση και δραστηριότητες χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας και περισσότερο στραμμένο στην παραγωγή, στην τεχνολογία και στην εξωστρέφεια.
Στο πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ η παραγωγική ανασυγκρότηση βρίσκεται στον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής. Θέλουμε μια οικονομία που παράγει περισσότερο, εξάγει περισσότερο και δημιουργεί περισσότερη εγχώρια αξία. Αυτό σημαίνει ισχυρότερη μεταποίηση, σύγχρονο αγροδιατροφικό τομέα, τουρισμό υψηλότερης ποιότητας, επενδύσεις στην έρευνα και ουσιαστική σύνδεση των πανεπιστημίων με τις επιχειρήσεις. Σημαίνει επίσης ότι η ανάπτυξη πρέπει να δημιουργεί καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας και δυνατότητες προόδου για τη νέα γενιά.
Κεντρικό ζήτημα είναι η χρηματοδότηση. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν μπορούν να παραμένουν στο περιθώριο μιας επενδυτικής διαδικασίας που ευνοεί κυρίως όσους έχουν ήδη εύκολη πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό και μεγάλα κεφάλαια. Η εμπειρία του Ταμείου έδειξε ότι σημαντικό τμήμα της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας δυσκολεύτηκε να αξιοποιήσει τα διαθέσιμα εργαλεία, ενώ ακόμη και εγκεκριμένα επενδυτικά σχέδια βρέθηκαν αντιμέτωπα με εξάντληση πόρων και αβεβαιότητα. Στο πρόγραμμά μας προβλέπουμε ισχυρότερο αναπτυξιακό χρηματοδοτικό πυλώνα, εγγυοδοτικούς μηχανισμούς, κεφάλαια συμμετοχών και εργαλεία που θα δίνουν πραγματική πρόσβαση σε βιώσιμες επιχειρήσεις με σχέδιο ανάπτυξης.
Το ενεργειακό κόστος αποτελεί δεύτερο μεγάλο εμπόδιο. Η κυβέρνηση επέλεξε επί χρόνια να διαχειρίζεται το πρόβλημα κυρίως με επιδοτήσεις, χωρίς να αλλάζει τις δομικές συνθήκες που επιβαρύνουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Όμως η βιομηχανία, η μεταποίηση, ο αγρότης και η μικρή επιχείρηση δεν μπορούν να σχεδιάζουν το μέλλον τους με ένα μόνιμα ασταθές και υψηλό ενεργειακό κόστος. Χρειαζόμαστε επενδύσεις στα δίκτυα, στην αποθήκευση, στην ενεργειακή αποδοτικότητα, στις ενεργειακές κοινότητες και στην αυτοπαραγωγή, ώστε η πράσινη μετάβαση να μειώνει πραγματικά το κόστος και να ενισχύει την ανταγωνιστικότητα.
Η κλιματική κρίση προσθέτει μια ακόμη διάσταση. Πλημμύρες, πυρκαγιές, λειψυδρία και ακραία καιρικά φαινόμενα καταστρέφουν παραγωγικό κεφάλαιο, πιέζουν τις τοπικές οικονομίες και αυξάνουν το δημοσιονομικό κόστος. Οι καθυστερήσεις σε αντιπλημμυρικά έργα, έργα ύδρευσης, άρδευσης και πολιτικής προστασίας δεν είναι απλώς διοικητικές αδυναμίες. Είναι αναπτυξιακές αποτυχίες. Η πρόληψη και η ανθεκτικότητα πρέπει να αποτελέσουν κεντρικό κριτήριο των δημόσιων επενδύσεων της επόμενης περιόδου.
Στο νέο παραγωγικό τοπίο, η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί μεγάλη ευκαιρία, αλλά μόνο αν η χώρα πάψει να λειτουργεί ως απλός καταναλωτής τεχνολογιών που αναπτύσσονται αλλού. Χρειαζόμαστε επενδύσεις σε ψηφιακές δεξιότητες, ερευνητικά κέντρα, πανεπιστήμια, υπολογιστικές υποδομές και νεοφυείς επιχειρήσεις. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα στη βιομηχανία, στη γεωργία, στον τουρισμό, στην υγεία και στη δημόσια διοίκηση. Χρειάζεται, όμως, σχέδιο με σαφείς στόχους και μετρήσιμα αποτελέσματα, όχι άλλη μία επικοινωνιακή καμπάνια περί εκσυγχρονισμού.
Σημαντικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει και το Υπερταμείο, εφόσον η δημόσια περιουσία πάψει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως πηγή άμεσων εσόδων. Μπορεί ως Ταμείου Εθνικού Πλούτου όπως προτείνει το ΠΑΣΟΚ να μετονομασθεί, με μια άλλη φιλοσοφία και στοχοπόρευση, να λειτουργήσει ως μοχλός επενδύσεων σε μεταφορές, ενέργεια, τεχνολογία και υποδομές, με σαφείς στόχους, διαφάνεια και λογοδοσία. Η αξία της δημόσιας περιουσίας πρέπει να μετριέται και από τη συμβολή της στην περιφερειακή ανάπτυξη, στην ανταγωνιστικότητα και στην ποιότητα των υπηρεσιών.
Καθοριστικό είναι και το ανθρώπινο κεφάλαιο. Δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη επενδυτική δυναμική χωρίς εργαζομένους με σύγχρονες δεξιότητες και χωρίς νέους που βλέπουν προοπτική στην Ελλάδα. Η επαγγελματική εκπαίδευση, η διά βίου κατάρτιση και η σύνδεση πανεπιστημίων και παραγωγής πρέπει να αποκτήσουν πραγματικό περιεχόμενο. Οι καλύτεροι μισθοί δεν είναι μόνο κοινωνική ανάγκη είναι όρος για να κρατήσουμε ανθρώπινο δυναμικό υψηλής ποιότητας και να οικοδομήσουμε οικονομία που ανταγωνίζεται στη γνώση και όχι στο χαμηλό κόστος.
Απαιτείται, τέλος, ένα κράτος που λειτουργεί. Μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, η Νέα Δημοκρατία πανηγυρίζει επικοινωνιακά για τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό, ενώ επιχειρήσεις και πολίτες εξακολουθούν να συναντούν γραφειοκρατία, καθυστερήσεις, αβεβαιότητα και ένα κράτος που συχνά αδυνατεί να υλοποιήσει εγκαίρως όσα το ίδιο σχεδιάζει. Η ψηφιοποίηση ορισμένων υπηρεσιών δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για τις αδυναμίες στη δικαιοσύνη, στις αδειοδοτήσεις, στον συντονισμό της διοίκησης και στην εκτέλεση κρίσιμων έργων.
Σε ένα αβέβαιο διεθνές περιβάλλον, η χώρα χρειάζεται ανθεκτικότητα, διαφοροποιημένη παραγωγική βάση και ισχυρότερες εγχώριες αλυσίδες αξίας. Το ΠΑΣΟΚ προτείνει ένα διαφορετικό αναπτυξιακό συμβόλαιο: παραγωγικές επενδύσεις, ισχυρές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, ανθεκτικές υποδομές, επένδυση στη γνώση, καλύτερες δουλειές και αποτελεσματικούς θεσμούς. Η επόμενη μέρα δεν μπορεί να είναι μια παράταση της σημερινής αδράνειας. Χρειάζεται μια οικονομία που να δημιουργεί πλούτο με σταθερότητα, να επενδύει στις δικές της παραγωγικές δυνάμεις και να μετατρέπει την ανάπτυξη σε πραγματική ασφάλεια και προοπτική για την κοινωνία. Αυτή είναι η βιώσιμη ανάπτυξη που χρειάζεται η χώρα και αυτή είναι η πολιτική αλλαγή που οφείλουμε να κάνουμε πράξη.






