«Η ισότητα δεν κατοχυρώνεται με εκθέσεις και διακηρύξεις, αλλά με ελέγχους, λογοδοσία και πραγματική προστασία των εργαζομένων»
Στην Ολομέλεια της Βουλής τοποθετήθηκε η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ, Κατερίνα Σπυριδάκη, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για την ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής Οδηγίας σχετικά με την ίση αμοιβή μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή εργασία ίσης αξίας.
Κατά την ομιλία της υπογράμμισε ότι, παρά τον θετικό πυρήνα της ευρωπαϊκής Οδηγίας, η Κυβέρνηση για ακόμη μία φορά περιορίζεται στην τυπική ενσωμάτωση ευρωπαϊκών διατάξεων, χωρίς να αντιμετωπίζει τις πραγματικές παθογένειες της ελληνικής αγοράς εργασίας. Παράλληλα, άσκησε συνολική κριτική στην εργασιακή πολιτική της κυβέρνησης, επισημαίνοντας ότι η ισότητα στις αμοιβές δεν μπορεί να υπάρξει όταν εξακολουθούν να κυριαρχούν η επισφάλεια, η ελαστική εργασία, η υποστελέχωση των ελεγκτικών μηχανισμών και η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων.
Ξεκινώντας την τοποθέτησή της, επέλεξε να τοποθετήσει το νομοσχέδιο μέσα στο συνολικό πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής για την εργασία, υπενθυμίζοντας τις επιλογές που –όπως υποστήριξε– σημάδεψαν την τελευταία περίοδο.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Είμαι σε αυτήν την Αίθουσα για να μιλήσουμε για ένα νομοσχέδιο του Υπουργείου Εργασίας. Αλλά ας μην ξεχνάμε ότι η ηγεσία του συγκεκριμένου Υπουργείου θα μείνει για πάντα στη μνήμη όλων μας ως εκείνη που απορρύθμισε τις εργασιακές σχέσεις, ως η πολιτική ηγεσία του δεκατριάωρου και ως η πολιτική ηγεσία εκείνη που ποτέ δεν έλαβε υπόψη της τα αιτήματα των ξενοδοχοϋπαλλήλων.»
Στη συνέχεια εξήγησε ότι η ενσωμάτωση μιας ευρωπαϊκής Οδηγίας δεν αρκεί από μόνη της για να αλλάξει την πραγματικότητα των εργαζομένων, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπου εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές ανισότητες στην αγορά εργασίας.
Όπως τόνισε: «Κάθε Οδηγία έρχεται για να θωρακίσει δικαιώματα, να θεσπίσει προδιαγραφές και να αναβαθμίσει την ποιότητα. Όμως, στη δική μας χώρα, στη χώρα του δεκατριάωρου, στη χώρα της εργασίας με ημιαπασχόληση χωρίς αξιοπρεπείς απολαβές, χωρίς να έχουμε διαμορφώσει τις φορολογικές κλίμακες έτσι ώστε να μην απορροφώνται οι όποιες αυξήσεις από τη φορολογία, στη χώρα που έχουμε συμβάσεις ορισμένου χρόνου εργασίας, πόσα περισσότερα πράγματα χρειάζεται να γίνουν για να φτάσουμε στο ίδιο επίπεδο με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους πολίτες;»
Αναφερόμενη στον βασικό σκοπό του νομοσχεδίου, αναγνώρισε ότι η αρχή της ίσης αμοιβής αποτελεί μια ιστορική κατάκτηση του εργατικού κινήματος, υπογράμμισε όμως ότι η πραγματική πρόκληση βρίσκεται στην εφαρμογή και όχι στη νομοθέτηση.
Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε: «Υπάρχουν νομοσχέδια που κρίνονται από αυτά που γράφουν και υπάρχουν νομοσχέδια που κρίνονται από αυτά που δεν γράφουν. Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο υπάγεται και στις δύο κατηγορίες. Στον πυρήνα του βρίσκεται μια αυτονόητη αρχή: ίση αμοιβή για ίση εργασία. Πρόκειται για μια αρχή παλιά, όσο και οι αγώνες του εργατικού κινήματος, θεσμικά κατοχυρωμένη αλλά ακόμη ανολοκλήρωτη στην πράξη, όσο υπάρχει μια γυναίκα που κάνει την ίδια δουλειά αλλά αμείβεται λιγότερο, όσο υπάρχει μια εργαζόμενη που βλέπει τη μητρότητα να μετατρέπεται σε επαγγελματική ποινή.»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις διατάξεις που αφορούν τη διαφάνεια στις αμοιβές, εξηγώντας ότι τα όρια που θέτει το νομοσχέδιο αφήνουν εκτός ελέγχου το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επιχειρηματικότητας.
Όπως υπογράμμισε: «Το άρθρο 11 προβλέπει υποχρέωση περιοδικής υποβολής στοιχείων μόνο για επιχειρήσεις τουλάχιστον εκατό εργαζομένων. Για την ελληνική οικονομία το όριο αυτό είναι υπερβολικά υψηλό. Στην πλειονότητά τους οι επιχειρήσεις είναι μικρές και μεσαίες. Άρα η πλειονότητα μένει έξω από αυτή την υποχρέωση διαφάνειας. Εκεί όμως ακριβώς είναι που οι διακρίσεις είναι δυσκολότερο να εντοπιστούν και να ελεγχθούν.»
Παρουσιάζοντας την πρόταση του ΠΑΣΟΚ, εξήγησε ότι απαιτούνται ουσιαστικοί μηχανισμοί διαφάνειας, δημοσιοποίησης στοιχείων και ελέγχου, ώστε η ισότητα να μην παραμείνει μια θεωρητική διακήρυξη.
Όπως ανέφερε: «Η δική μας θέση είναι καθαρή. Μείωση του ορίου στους πενήντα εργαζόμενους και σταδιακή εφαρμογή. Υποβολή στοιχείων για όλες τις επιχειρήσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής. Υποχρεωτική ανάρτηση σε ενιαία ψηφιακή πλατφόρμα. Σχέδιο εξάλειψης του μισθολογικού χάσματος με συγκεκριμένες προθεσμίες. Αυτόματη ενεργοποίηση ελέγχου από την Επιθεώρηση Εργασίας όταν καταγράφεται σοβαρή απόκλιση. Κλιμακωτές κυρώσεις με πραγματικά αποτρεπτικό χαρακτήρα και τεχνική υποστήριξη στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.»
Στη συνέχεια στάθηκε στον ρόλο της Επιθεώρησης Εργασίας, τονίζοντας ότι δεν αρκεί να της ανατίθενται νέες αρμοδιότητες χωρίς την αντίστοιχη ενίσχυση σε προσωπικό και μέσα.
Όπως χαρακτηριστικά επισήμανε: «Θα περίμενε κανείς να δει την αντίστοιχη θεσμική ενίσχυση ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις νέες αρμοδιότητες. Δεν το βλέπουμε αυτό. Δεν αρκεί να αναθέτουμε νέες ευθύνες αν δεν γνωρίζουμε με πόσο προσωπικό, με ποια εξειδίκευση και με ποια εργαλεία θα λειτουργήσει η Επιθεώρηση Εργασίας.»
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο φαινόμενο της ψευδοαπασχόλησης, επισημαίνοντας ότι χιλιάδες εργαζόμενοι εξακολουθούν να εργάζονται ως δήθεν ελεύθεροι επαγγελματίες, ενώ στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες ανάγκες εξαρτημένης εργασίας.
Όπως ανέφερε: «Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στο ζήτημα της ψευτοαπασχόλησης. Εργαζόμενοι που δουλεύουν στην πράξη με όρους εξαρτημένης εργασίας, αλλά αμείβονται με δελτίο παροχής υπηρεσιών. Δεν έχουν προστασία κατώτατου μισθού, δεν αναγνωρίζεται η πραγματική σχέση εργασίας και αναγκάζονται συχνά να προσφύγουν στα δικαστήρια με κόστος, καθυστέρηση και κίνδυνο να χάσουν τη δουλειά τους. Για αυτούς τους εργαζόμενους ο κανόνας είναι ότι δεν υπάρχει κανόνας.»
Ιδιαίτερα εκτενής ήταν η αναφορά της στους 727 Εργασιακούς Συμβούλους της ΔΥΠΑ, τους οποίους χαρακτήρισε χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας πολιτικής που απαξιώνει την εμπειρία και την προσφορά ανθρώπων που στήριξαν κρίσιμες δημόσιες υπηρεσίες τα τελευταία χρόνια.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Οι συμβάσεις επτακοσίων είκοσι επτά ανθρώπων ολοκληρώθηκαν στις 30 Ιουνίου του 2026, ενώ ήδη από τον Απρίλιο είχε αποχωρήσει το ένα τρίτο του ανθρώπινου δυναμικού. Εργαζόμενοι που από το 2022 στήριξαν καθημερινά ανέργους, επιχειρήσεις και ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Έρχεται τώρα ένα νέο πρόγραμμα που μιλά για χίλιους άνεργους πτυχιούχους, χωρίς να αναγνωρίζει την ειδική εμπειρία αυτών των ανθρώπων, θέτοντας ηλικιακά όρια και δίνοντας υπερβολικό βάρος στη συνέντευξη. Οι άνθρωποι που μέχρι πριν από δύο ημέρες εργάζονταν, σήμερα κινδυνεύουν να αποκλειστούν επειδή ακριβώς δεν ήταν άνεργοι.»
Μάλιστα, άσκησε ιδιαίτερα αιχμηρή κριτική στην κυβερνητική διαχείριση του ζητήματος, επισημαίνοντας την αντίφαση που δημιουργείται.
Όπως ανέφερε: «Το Ταμείο Ανάκαμψης δεν είναι μισθολογικό εργαλείο. Είναι εργαλείο αναβάθμισης της υπηρεσίας. Η ειρωνεία είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται πλέον άνεργοι, χωρίς να έχουν εργασιακούς συμβούλους να τους εξυπηρετήσουν. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία.»
Κλείνοντας την ομιλία της, η Βουλευτής συνόψισε την πολιτική της κριτική, υπογραμμίζοντας ότι η πραγματική ισότητα δεν εξαρτάται από την ψήφιση μιας Οδηγίας αλλά από την ύπαρξη ισχυρών θεσμών που μπορούν να την εφαρμόσουν.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Το νομοσχέδιο μιλάει για διαφάνεια αλλά δεν θωρακίζει επαρκώς τον έλεγχο. Μιλάει για δικαιώματα αλλά δεν ενισχύει τους μηχανισμούς που θα τα προστατεύσουν. Επικαλείται την ισότητα αλλά αφήνει γκρίζες ζώνες μέσα στις οποίες η ανισότητα αναπαράγεται. Γιατί ο νόμος για την ισότητα δεν ολοκληρώνεται με την ψήφιση μιας Οδηγίας. Ολοκληρώνεται όταν το βάρος της εφαρμογής παύει να πέφτει στον αδύναμο και μεταφέρεται εκεί όπου πραγματικά ανήκει: στους θεσμούς και στην ίδια την Πολιτεία.»







