Δημήτρης Μάντζος: «Η Ν.Δ. θα ζητήσει ποτέ συγγνώμη από τους αγρότες;»
Ομιλία Δημήτρη Μάντζου, Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής στη συζήτηση του Σ/Ν Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης για την Τεχνητή Νοημοσύνη
α. Για τις δικαστικές εξελίξεις στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ
Το δικαστικό δελτίο της σήμερον δεν είναι καθόλου καλό για τη ΝΔ, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης σε τέσσερις βουλευτές της πλειοψηφίας για το σκάνδαλο διασπάθισης ευρωπαϊκών πόρων μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Κι όμως, αντί για σκυμμένα κεφάλια και συστολή στη ΝΔ, δεν προλαβαίνουμε να ακούμε και να διαβάζουμε παιάνες και πανηγυρισμούς.
Ακούμε τον κ. Άδωνι Γεωργιάδη να παρεμβαίνει στην ελληνική και ευρωπαϊκή δικαιοσύνη, «προεξοφλώντας» απαλλαγές. Τα ίδια ακούμε από τον κ. Μάκη Βορίδη, που έπρεπε ο ίδιος να είναι ελεγχόμενος από τη δικαιοσύνη, αλλά τον προστάτευσε η ΝΔ με την περσινή θεσμική εκτροπή. Ακούμε τον κ. Παύλο Μαρινάκη να μας καλεί να ζητήσουμε και… συγγνώμη!
Πού ζείτε; Εμείς να ζητήσουμε συγγνώμη που αποκαλύψαμε την υπόθεση; Που ζητήσαμε τη διερεύνηση;
Εσείς; Από τους αγρότες θα ζητήσετε ποτέ συγγνώμη; Που στερήθηκαν κρίσιμους πόρους για χάρη των φραπέδων και των χασάπηδων. Θα πείτε μια συγγνώμη;
Που ορθώσατε τείχος προστασίας για τους υπουργούς σας; Θα ζητήσετε συγγνώμη;
Που ο υποψήφιος ευρωβουλευτής σας, Πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ, καταδικάστηκε από τη δικαιοσύνη, για τη διασπάθιση των αγροτικών ενισχύσεων, θα πείτε συγγνώμη;
Καλά, δεν ενημερώθηκε κανείς στη ΝΔ τι αποφάσισε η εισαγγελία;
Δεν γνωρίζει κανείς τους τι σημαίνει η ποινική δίωξη;
Σε νομικό επίπεδο, μόνο η Δικαιοσύνη θα αποφασίσει, με σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας.
Σε επίπεδο πολιτικό, όμως, πιστοποιείται η ύπαρξη και λειτουργία μιας εγκληματικής οργάνωσης με πολιτική κάλυψη και προστασία.
Και κατά τα λοιπά η ΝΔ ήρθε και να «συνταγματοποιήσει» το ρουσφέτι. Μας είπε στην αναθεώρηση ότι πρέπει να διευκολύνεται η επικοινωνία του βουλευτή με την περιφέρειά του και το κράτος. Ότι δηλαδή τα έκαναν όλα καλά και τους έφταιγε το Σύνταγμα. Τόσος κυνισμός.
β. Για την υπόθεση των υποκλοπών
Έχουν περάσει ημέρες από την συνέντευξη του πρώην ΓΓ Πρωθυπουργού Γρ. Δημητριάδη. Και όμως, κανείς από τη ΝΔ δεν βρήκε μια λέξη να πει. Δεν βρέθηκε κάποιος να αποδοκιμάσει την ορολογία μαφίας του κ. Δημητριάδη, την αναφορά του σε προστασία του «αφεντικού», στην omerta, όρους της μαφίας, modus operandi της μαφίας.
Αντιθέτως, ορισμένοι, όπως ο κ. Λαζαρίδης, ενεργούν και ως συνήγοροι υπεράσπισης του κ. Δημητριάδη, παραινώντας μάλιστα να καταθέσει και μηνύσεις εις βάρος στελεχών του ΠΑΣΟΚ, όπως του Θ. Γλαβίνα, Βουλευτή Β΄ Θεσσαλονίκης τον Μάιο 2023 και Μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ.
Τον άνθρωπο που στέλνει αυτό το μήνυμα προς τον Πρωθυπουργό υποστηρίζετε. Όπως και τον άνθρωπο που εκβιάζει ωμά και δημόσια τον Πρωθυπουργό ως «Νίξον της Ελλάδας». Τον κ. Δημητριάδη και τον κ. Ντίλιαν καλύπτετε, όταν εμποδίζετε την πρόσκλησή τους στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας.
Σας εκφράζει, την υιοθετείτε; Όλοι σας;
Την ώρα που ο καταδικασμένος Ταλ Ντίλιαν καταθέτει αγωγή στο Ισραήλ μιλώντας ευθέως και επισήμως πλέον για πώληση του λογισμικού σε ελληνικές κρατικές αρχές. Του ίδιου λογισμικού που εξήχθη με την άδεια του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών σε κράτη της Αφρικής. Του ίδιου λογισμικού που χρησιμοποιήθηκε για να γίνουν επιθέσεις σε σειρά δημόσιων αξιωματούχων, παράλληλα ή διαδοχικά προς την επίσημη παρακολούθηση από την ΕΥΠ. Μια επιχείρηση που εργαλειοποίησε ωμά και κακοποίησε τον κρίσιμο όρο της «εθνικής ασφάλειας».
γ. Για το περιστατικό Θ. Ντόκου
Την εθνική ασφάλεια για την οποία, κατά τα λοιπά, η Κυβέρνηση συνέστησε και Γενική Γραμματεία. Ο ΓΓ της οποίας αισθάνθηκε παρά ταύτα την ελευθερία σε μη διασφαλισμένη μη επιβεβαιωμένη διαδικτυακή σύνδεση, να μοιραστεί όχι μόνο εκτιμήσεις για τον χρόνο των εκλογών και την επίδραση του ουκρανικού ζητήματος σε αυτές, αλλά και διαβαθμισμένες πληροφορίες σε σχέση με την παρουσία του Διοικητή της ΕΥΠ σε πρωτεύουσες τρίτων κρατών.
Κι όμως, η Κυβέρνηση τον κράτησε στη θέση του, λέγοντας ότι δέχτηκε υβριδική επίθεση. Ενώ οι ίδιοι οι δράστες της μιλούν για απλή εξαπάτηση, χωρίς χρήση ιδιαίτερων λογισμικών.
Όμως, εδώ απαιτείται και ειλικρίνεια. Να είμαστε ειλικρινείς και στους ορισμούς. Τι είναι η βαθυπαραποίηση, το deep fake, και τι είναι η φάρσα. Τι είναι μια υβριδική επίθεση και τι είναι μια ερασιτεχνική παγίδα μέσω ενός κοινού mail. Απαιτείται ειλικρίνεια, διότι δεν είναι όλα επικοινωνία.
Διότι ναι οι κίνδυνοι είναι υπαρκτοί, αλλά πρέπει πρώτα να τους αναγνωρίζουμε στις πραγματικές τους διαστάσεις και έπειτα φυσικά να τους αντιμετωπίζουμε.
Απαιτείται θωράκιση. Απαιτείται κυβερνοασφάλεια.
δ. Για το σχέδιο νόμου για την Τεχνητή Νοημοσύνη
Κάθε μείζον νομοθέτημα που αφορά στην ασφάλεια στο διαδίκτυο, την τεχνητή νοημοσύνη, πρέπει να υφίσταται εξαντλητική προνομοθετική διαβούλευση, θεσμοθετημένη, με συμμετοχή όλων των αναγκαίων φορέων και αρχών. Και λέγοντας αυτό, δεν είναι δυνατό πράγματι να μην προσκαλείται η αρμόδια Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας σε σχέδια νόμου του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο καλούμαστε να προσεγγίσουμε το σημερινό σχέδιο νόμου, για την ευθυγράμμιση της ελληνικής έννομης τάξης προς τον Κανονισμό της ΕΕ για την τεχνητή νοημοσύνη. Και το κάνουμε με θετικό, δημιουργικό τρόπο, όπως απέδειξε και στην αρμόδια επιτροπή αλλά και στην Ολομέλεια ο Απόστολος Πάνας. Με τεκμηρίωση και αναφορά σε απόψεις φορέων, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης ή της κοινοβουλευτικής ακρόασης.
Ο AI Act είναι το νέο νομοθετικό εργαλείο που συμπληρώνει το ενωσιακό ρυθμιστικό πλαίσιο για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την ιδιωτικότητα των επικοινωνιών, την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο. Και συμπλέει με τη σύμβαση πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Εδώ, λοιπόν, δεν καλούμαστε να κρίνουμε έναν Κανονισμό, που έχει ούτως ή άλλως γενική και άμεση εφαρμογή. Αλλά τον τρόπο που η Κυβέρνηση επιλέγει να προχωρήσει στην ευθυγράμμιση της χώρας μας προς τον Κανονισμό και κυρίως στην εφαρμογή του. Δεν είναι δηλαδή τόσο ζήτημα του τι θα ψηφίσουμε σήμερα όσο του αν αυτό θα εφαρμοστεί.
Να δούμε αν και κατά πόσον η αρχή που επιφορτίζεται με τόσες αρμοδιότητες έχει τον απαιτούμενο βαθμό ανεξαρτησίας, αν έχει το αναγκαίο προσωπικό και τους επαρκείς πόρους για να εκπληρώσει την αποστολή της.
Και η ανησυχία γίνεται πιο εύλογη όταν έχουμε να κάνουμε με μια Κυβέρνηση που δεν δείχνει και τη μεγαλύτερη ευαισθησία στην προστασία δικαιωμάτων και προσωπικών δεδομένων.
Όταν έχουμε μια Κυβέρνηση που η στάση της απέναντι στις ανεξάρτητες αρχές εξαρτάται από τα πρόσωπα που τις στελεχώνουν.
Όταν έχουμε μια Κυβέρνηση που αντιμετωπίζει το δημόσιο και τους δημοσίους υπαλλήλους, σχεδόν εχθρικά, θεωρώντας πως για όλες τις παθογένειες φταίνε οι ίδιοι και η μονιμότητα.
Η τεχνητή νοημοσύνη φαντάζει και είναι κάτι άγνωστο, κάτι που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει, να περιγράψει, πολλώ δε μάλλον να περιορίσει. Δεν είναι, σίγουρα, μια ακόμη τεχνολογική πρόοδος, δεν είναι ούτε καν μια τεχνολογική επανάσταση. Είναι αλλαγή πολιτιστικού παραδείγματος. Είναι κοινωνική μετατόπιση.
Δεν τίθεται, λοιπόν, θέμα ως προς το εάν υποδεχόμαστε θετικά ή όχι την Τεχνητή Νοημοσύνη -δεν υπάρχει χώρος για την τεχνοφοβία. Η ανησυχία υπάρχει ως προς το εάν θα υπάρξουν οι διασφαλίσεις, τα εργαλεία θωράκισης των δικαιωμάτων, των προσωπικών δεδομένων και η προστασία από τυχόν κυβερνοεπιθέσεις.
Άρα είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε για ρύθμιση. Που θα κινείται παράλληλα με την καινοτομία. Θα την ακολουθεί χωρίς να την εμποδίζει. Για ένα κοινωνικό περιβάλλον που θα εμπνέει εμπιστοσύνη στους πολίτες ότι τα δικαιώματά τους διασφαλίζονται και θα καλλιεργεί το κατάλληλο έδαφος για επενδύσεις και ανάπτυξη.
Η ρύθμιση αφορά και στον κοινό νομοθέτη αλλά ακόμη και στον ίδιο τον καταστατικό χάρτη της χώρας. Και θα επιχειρήσω εδώ μια αναγκαία «γέφυρα» ανάμεσα στη σημερινή συζήτηση και τις συζητήσεις που κάναμε στο πλαίσιο της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, που χθες ολοκλήρωσε τις εργασίες της.
Και ιδίως τη συζήτηση που έγινε για την τεχνητή νοημοσύνη και την τεχνολογική πρόοδο, στο πλαίσιο των συνταγματικών ελευθεριών, των ατομικών δικαιωμάτων. Αφετηρία είναι η διαπίστωση της ανάγκης της Πολιτείας μας να μην ξεπεραστεί από την πρόοδο της τεχνολογίας. Το συνταγματικό κείμενο, ως κείμενο δυναμικό, οφείλει να συνομιλεί με την τεχνολογική πρόοδο, όσο αλματώδης ή και απρόβλεπτη κι αν είναι.
Αυτό γίνεται κατ’ εξοχήν στο πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων, με την καθιέρωση νέων δικαιωμάτων και εγγυήσεων απέναντι στις συνέπειες που μπορεί να έχει η χρήση τεχνολογικών μέσων και εφαρμογών -ιδίως στην εποχή του διαδικτύου και της τεχνητής νοημοσύνης. Η προσέγγιση αυτή καταλήγει στην εμπέδωση του «ψηφιακού συνταγματισμού», ώστε να δοθεί από το Σύνταγμα η κατεύθυνση στις δικαστικές κρίσεις που θα ακολουθήσουν. Μια νέα νομολογία είναι υπό διαμόρφωση και η αναγνώριση νέων δικαιωμάτων είναι καταλυτικής σημασίας.
Η προστιθέμενη αξία της πρότασής μας για το νέο άρθρο 5Β Συντάγματος είναι στην απαγόρευση του ψηφιακού αποκλεισμού, στη διασφάλιση της ελεύθερης πρόσβασης όλων στις εφαρμογές των νέων τεχνολογιών. Το μεγάλο στοίχημα είναι να μην υπάρχουν αποκλεισμοί. Πρέπει να αποτρέψουμε μια κοινωνία δύο ταχυτήτων.
Εκεί θεωρούμε ότι εντοπίζεται η πολιτική αξία της συζήτησης. Στη γεφύρωση του ψηφιακού χάσματος. Στην άρση των ψηφιακών ανισοτήτων. Που πλέον έχουν αλλάξει περιεχόμενο, αλλά όχι ένταση. Η ανισότητα πλέον αναφέρεται τόσο στην πρόσβαση στην τεχνολογία όσο στην επίγνωση αυτής, στην κατανόηση του τι αυτή σημαίνει, πώς αλλάζει τις ζωές μας. Είναι εξ ίσου κρίσιμο πλέον τόσο το αν έχει κανείς πρόσβαση στο ψηφιακό περιβάλλον όσο το αν μπορεί να το αξιοποιήσει με ασφάλεια. Να το κατανοήσει.
Έχουμε ακόμη το ακριβότερο διαδίκτυο στην ΕΕ. Το κόστος ενός GB μέσω κινητής ή σταθερής σύνδεσης παραμένει σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Άρα η πρόσβαση μετατρέπεται σε πολυτελές προνόμιο.
Η ψηφιακή συμπερίληψη παραμένει ζητούμενο -η διασφάλιση ότι όλοι θα έχουν ισότιμη πρόσβαση, γνώση και χρήση των ψηφιακών τεχνολογιών. Αυτό όμως που στη βιβλιογραφία αναφέρεται ως γνωσιακή ανισότητα ή ανισότητα αντίληψης συνιστούν ακόμη πιο βαθύ και έντονο κίνδυνο.
Άρα το βασικό αντικείμενο συζήτησης οφείλει να είναι η ψηφιακή παιδεία, η εκπαίδευση στις νέες ψηφιακές δεξιότητες και ιδίως στην τεχνητή νοημοσύνη, η οποία έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό.
Και το επόμενο είναι η ρύθμιση. Ως εγγύηση διαφάνειας. Η διαυγής ενημέρωση για το περιεχόμενο που παράγεται από τεχνητή νοημοσύνη. Να υπάρχει υπεύθυνη χρήση αλγορίθμων ώστε να είναι εφικτή και η λογοδοσία.
Και όλη αυτή η λογοδοσία διαφάνεια οφείλει να διέπει τη δημόσια διοίκηση και ως προς την ψηφιακή της εκδοχή. Την παροχή ψηφιακών υπηρεσιών στον πολίτη. Το «λογισμικό της δημόσιας διοίκησης». Ένα κράτος που θα έπρεπε να εργάζεται διαρκώς για την άρση των ανισοτήτων -και στο ψηφιακό επίπεδο. Με τη διευκόλυνση της πρόσβασης στο διαδίκτυο, ως κοινωνικό πλέον αγαθό και με την υποστήριξη της εκπαίδευσης. Ώστε να υπάρχει δίκαιη πρόσβαση στην τεχνολογία. Με την αναβάθμιση «Διαύγειας» και την αξιοποίηση ανοικτών δεδομένων. Ως εργαλείο διαφάνειας, εγγύηση δημοκρατίας
Στηρίζουμε τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την καινοτομία, την έρευνα. Αλλά με ισότητα πρόσβασης, συμπερίληψη και υπέρβαση ανισοτήτων.






