Προσεισμικός έλεγχος στις αθλητικές εγκαταστάσεις: θετικό πρώτο βήμα, όχι κυβερνητικός θρίαμβος
Κοινή ανακοίνωση της Χριστίνας Σταρακά υπεύθυνης Κ.Τ.Ε. Αθλητισμού και Νέας Γενιάς, του Ανδρέα Πουλά Υπεύθυνου Κ.Τ.Ε. Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, του Τομέα Αθλητισμού, του Τομέα Κλιματικής Κρίσης και Ανθεκτικότητας και του Δικτύου Ομοσπονδιών και Αθλητικών Σωματείων
Η ολοκλήρωση του πρωτοβάθμιου προσεισμικού ελέγχου σε 2.500 αθλητικά συγκροτήματα αποτελεί αναμφίβολα ένα θετικό και αναγκαίο πρώτο βήμα. Η απογραφή, η καταγραφή και η αρχική αξιολόγηση της σεισμικής διακινδύνευσης κρίσιμων υποδομών είναι σημαντικές, ιδίως όταν αφορούν χώρους μαζικής συνάθροισης, άθλησης και κοινωνικής ζωής.
Από αυτό το σημείο, όμως, μέχρι τον κυβερνητικό πανηγυρισμό περί «θωράκισης των υποδομών» υπάρχει μεγάλη απόσταση. Ο πρωτοβάθμιος προσεισμικός έλεγχος δεν είναι πιστοποιητικό σεισμικής επάρκειας. Είναι ταχύς, οπτικός και μακροσκοπικός έλεγχος, που ιεραρχεί προτεραιότητες και δείχνει πού απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση. Δεν αντικαθιστά τον δευτεροβάθμιο ή τριτοβάθμιο έλεγχο, δεν αποτελεί πλήρη αποτίμηση σεισμικής επάρκειας και, φυσικά, δεν σημαίνει ότι οι εγκαταστάσεις έχουν ήδη ενισχυθεί.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν έγιναν 2.500 έλεγχοι. Είναι τι γίνεται από εδώ και πέρα. Πόσες αθλητικές εγκαταστάσεις, ιδιαίτερα κερκίδες, στέγαστρα, επιστεγάσεις, πυλώνες φωτισμού και κατασκευές μεγάλου ανοίγματος, εμφανίζουν υψηλή τρωτότητα; Πόσες χρειάζονται άμεσο δευτεροβάθμιο ή τριτοβάθμιο έλεγχο; Ποιοι Δήμοι, Περιφέρειες και φορείς διαχείρισης έχουν ενημερωθεί αναλυτικά; Υπάρχει δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα παρεμβάσεων, προϋπολογισμός αποκατάστασης και μηχανισμός παρακολούθησης;
Η ίδια η κυβερνητική ανακοίνωση παραδέχεται ότι απομένουν περίπου 1.000 αθλητικά συγκροτήματα. Άρα δεν μιλάμε για ολοκλήρωση του συνολικού έργου, αλλά για ολοκλήρωση ενός σημαντικού τμήματος του πρώτου σταδίου. Επιπλέον, η χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης για το σχετικό έργο έχει ουσιαστικά κλείσει, ενώ παραμένουν εκκρεμότητες τόσο σε δημόσια κτίρια όσο και σε αθλητικές εγκαταστάσεις. Συνεπώς, το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος θα χρηματοδοτήσει τη συνέχεια.
Αν, όπως είναι αναμενόμενο με βάση την ηλικία και τη συντήρηση μεγάλου μέρους του κτιριακού αποθέματος, σημαντικό ποσοστό εγκαταστάσεων χρειάζεται περαιτέρω έλεγχο ή παρεμβάσεις, τότε ποιος θα πληρώσει; Το κράτος, οι Δήμοι, οι Περιφέρειες, τα αθλητικά σωματεία ή οι φορείς διαχείρισης; Θα υπάρξει ειδικό χρηματοδοτικό εργαλείο ή θα μεταφερθεί το βάρος στους ήδη υποχρηματοδοτημένους ΟΤΑ;
Η αντισεισμική προστασία δεν είναι φωτογραφία με αριθμούς. Είναι δημόσια πολιτική ολοκληρωμένου κύκλου, που περιλαμβάνει απογραφή, πρωτοβάθμιο έλεγχο, περαιτέρω αποτίμηση όπου απαιτείται, τεχνικές μελέτες, ιεράρχηση παρεμβάσεων, χρηματοδότηση, υλοποίηση, επανέλεγχο και περιοδική επανάληψη. Οι κατασκευές γερνούν, οι βλάβες εξελίσσονται και ο σεισμικός κίνδυνος δεν παγώνει επειδή ολοκληρώθηκε μια πλατφόρμα.
Το ίδιο ισχύει και για το σύνολο των δημόσιων κτιρίων. Σχολεία, νοσοκομεία, παιδικοί σταθμοί, διοικητικές υπηρεσίες, πυροσβεστικοί σταθμοί και χώροι μαζικής συνάθροισης δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται αποσπασματικά, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα ενός ευρωπαϊκού προγράμματος. Χρειάζεται μόνιμη εθνική στρατηγική αντισεισμικής θωράκισης κρίσιμων υποδομών, με ανοιχτά δεδομένα, προτεραιοποίηση βάσει κινδύνου και δεσμευμένη χρηματοδότηση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η σύνδεση της αντισεισμικής προστασίας με τις ενεργειακές ανακαινίσεις. Ανακαινίσεις χωρίς στατική και δομική αποτίμηση είναι κοντόφθαλμη πολιτική. Η χώρα χρειάζεται ενιαίο πρόγραμμα παράλληλης ενεργειακής και σεισμικής αναβάθμισης, ιδίως τώρα που οι κανονισμοί επιτρέπουν πιο σαφή κατάταξη σεισμικής ικανότητας.
Τέλος, η ασφάλεια των κατασκευών δεν μπορεί να γίνει ταξικό ζήτημα. Για τα ιδιωτικά κτίρια απαιτούνται φορολογικά κίνητρα, άτοκα ή χαμηλότοκα δάνεια και προγράμματα επιδότησης με κοινωνικά κριτήρια. Ταυτόχρονα, χρειάζεται προσοχή, γιατί ένα δυσμενές αποτέλεσμα πρωτοβάθμιου ελέγχου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένα κτίριο είναι επικίνδυνο, αλλά ότι απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση.
Η χώρα δεν χρειάζεται θριαμβολογία. Χρειάζεται καθαρές απαντήσεις για τα ευρήματα, τις προτεραιότητες, το κόστος, τη χρηματοδότηση, τους υπεύθυνους φορείς, την ολοκλήρωση των εκκρεμών ελέγχων και την περιοδική επανάληψή τους.
Η πρόληψη δεν είναι επικοινωνιακό αφήγημα. Είναι αλυσίδα πράξεων, ευθύνης και χρηματοδότησης. Η θωράκιση αρχίζει όταν το κράτος περνά από τη διάγνωση στην πράξη. Και σε αυτή τη φάση, τα δύσκολα μόλις αρχίζουν.






