Παναγιώτης Δουδωνής για άρθρο 86: «Αναθεωρείτε το Σύνταγμα όχι για να σας προστατεύσει από τον εαυτό σας, αλλά για να προστατέψετε τον εαυτό σας από το Σύνταγμα»
Μιλάμε σήμερα για την αναθεώρηση του άρθρου 86 και, όπως κάθε φορά, έχετε στη διάθεσή σας το κείμενο των προτάσεών μας. Το τελικό κείμενο, έτσι όπως θέλουμε να είναι μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος, είναι η πρότασή μας: πλήρης, τεκμηριωμένη, που απαντά στα προβλήματα τα οποία έχουν ανακύψει κατά την εφαρμογή. Προβλήματα όχι χωρίς υπαίτιους. Θα ήθελα στο σημείο αυτό να πω τα εξής: κάνοντας μια ευρύτερη, αν θέλετε, ανάλυση σε σχέση με τις προτάσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ζήσαμε πριν από ένα μήνα ένα θέατρο του παραλόγου από την κυβέρνηση σε σχέση με την τετραήμερη εργασία. Μια πρότασή μας πολύ σημαντική, όπως την ανακοίνωσε ο Πρόεδρός μας. Ζήσαμε το ότι αυτό συνιστά, λέει, την καταστροφή της χώρας. Περίπου, η τετραήμερη εργασία θα φέρει την καταστροφή της οικονομίας. Και ενώ λέγαμε ότι είναι ένα μέτρο με βάση κίνητρα, εσείς επιμένετε στη δική σας θεώρηση των πραγμάτων, αποκλείοντας οποιαδήποτε άλλη άποψη. Αυτό δεν είναι κυβέρνηση, αυτός είναι ένας ολοκληρωτικός τρόπος σκέψης που δεν αφήνει περιθώριο για καμία άλλη πρόταση. Και λέω λοιπόν: ενώ εσείς λέγατε ότι θα καταστραφούν τα πάντα αν εφαρμοστεί μια πιλοτική, εθελοντική τετραήμερη εργασία, έρχεται σήμερα το πρωτοσέλιδο των «ΝΕΩΝ» — και το έχω εδώ ακριβώς — και μιλάει για τετραήμερη εργασία και στην Ελλάδα, για το πώς αρχίζει πιλοτικά στη χώρα μας και για το τι ανακοινώθηκε από τον ΟΤΕ, μια πολύ μεγάλη επιχείρηση. Άρα, ποιος ήταν εδώ πέρα αυτός ο οποίος έλεγε ψέματα; Ήμασταν εμείς που προτείναμε, με βάση κίνητρα, κάτι το οποίο συμβαίνει στο εξωτερικό; Ή ήσασταν εσείς, οι οποίοι ό,τι δεν ακούγεται από τα δικά σας χείλη είναι αυτομάτως για εσάς κάτι σαν αίρεση; Αυτό δεν είναι τρόπος δημοκρατικής λειτουργίας.
Και το λέω αυτό γιατί και εδώ έχουμε πλήρεις, σαφείς και τεκμηριωμένες προτάσεις. Αλλά να πάω λίγο για το πού στηρίζονται οι προτάσεις αυτές. Έχουμε πει πάρα πολλές φορές ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος στηρίζεται στην παρατήρηση της συνταγματικής πρακτικής και, ενίοτε, και της αντισυνταγματικής πρακτικής. Τι θέλω να πω με αυτό; Βλέπουμε πού το Σύνταγμα έχει εφαρμοστεί με έναν τρόπο άλλον από αυτόν ο οποίος θα ήταν ο ενδεδειγμένος, είτε λόγω του γεγονότος ότι υπήρχε κάποιο ακούσιο κενό, είτε λόγω του γεγονότος ότι καταστρατηγήθηκαν διατάξεις του, είτε λόγω του γεγονότος ότι, εν πάση περιπτώσει, προέκυψαν νέα δεδομένα και παρεμβαίνουμε σε αυτό. Εδώ όμως έχουμε τη δεύτερη περίπτωση από αυτές που σας είπα: έχουμε την καταστρατήγηση, συστηματικά, κατά τη διάρκεια αυτής της βουλευτικής περιόδου, αυτής εδώ που διανύουμε, της διατάξης του άρθρου 86, με την εφαρμογή της διάταξης αντίθετα με το πνεύμα της. Και σας υπενθυμίζω ότι το πνεύμα της είναι το εξής: η πρόταση για σύσταση ειδικής κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, δηλαδή της λεγόμενης «προανακριτικής Επιτροπής» (κακώς, αλλά έτσι λεγόμενης), απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Εσείς όμως, στην περίπτωση Καραμανλή, βαφτίσατε «προδήλως αβάσιμο» το πόρισμα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, και τον χειροκροτούσε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας, όρθια και κατενθουσιασμένη, για την καταστρατήγηση του άρθρου 86 του Συντάγματος. Επιπλέον, έχω εδώ τις δηλώσεις του κ. Γεωργιάδη για το ζήτημα του σκανδάλου ΟΠΕΚΕΠΕ και, ιδίως, για τη μη παραπομπή του κυρίου Αυγενάκη και του κυρίου Βορίδη, που είναι εδώ από πάνω.
«Δεν έχει δικαίωμα η Ευρωπαία εισαγγελέας να μας πει αν θεωρεί ένοχο τον Βορίδη ή τον Αυγενάκη», λέει ο κύριος Γεωργιάδης. Ξέρετε τι δικαίωμα έχει μόνο; Τώρα ξεκινάει το ενδιαφέρον λέει. «Δείτε, αν θέλετε, να το ελέγξετε. Ποιος έχει στο Σύνταγμα την αρμοδιότητα να δει αν πρέπει να ελεγχθούν; Η Βουλή.» Προσέξτε, για να εντοπίσουμε πού είναι το πρόβλημα, πού είναι η καταστρατήγηση: «τι λέει η Βουλή, δηλαδή η πλειοψηφία της; Ποια είναι η πλειοψηφία της; Η Νέα Δημοκρατία. Τι αποφάσισε η Νέα Δημοκρατία; Ότι δεν θέλει να ελεγχθούν. Τέλος.» Ε, λοιπόν, δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω περισσότερο για το τι πρέπει να αλλάξει στο άρθρο 86. Αρκεί να σας διαβάσω ξανά και ξανά τη δήλωση του κυρίου Γεωργιάδη. Τι λέει ο κύριος Γεωργιάδης; Ότι μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπορεί να παρέχει όποιου είδους ασυλία θέλει στα μέλη της κυβέρνησης την οποία στηρίζει και από την οποία αποτελούνται οι υπουργοί. Αυτό από μόνο του δεν έχει ξαναλεχθεί, με συγχωρείτε, με τόσο κυνικό τρόπο, σε καμία χώρα που έχω υπ’ όψιν μου. Άκουσα τα παραδείγματα του κυρίου Στυλιανίδη: αν το έλεγε αυτό υπουργός, κύριε Στυλιανίδη, που είπε ο κύριος Γεωργιάδης, δεν θα ήταν στην κυβέρνηση, το να λέει «έχουμε την πλειοψηφία, άρα κάνουμε ό,τι θέλουμε». Άρα, «τέλος».,Δεν υπάρχει τέλος. Το «τέλος» αφορά σε αντιλήψεις οι οποίες δεν σχετίζονται με τον συνταγματικό μας πολιτισμό. Και, επιπλέον, σας θυμίζω ότι το ζήτημα της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας δεν ήταν καν τόσο αθώο. Ήταν πολύ πιο ένοχο, αν θέλετε, και πολύ μεγαλύτερη καταστρατήγηση του Συντάγματος.
Διότι κάποιοι βουλευτές, όταν αντιλήφθηκε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, και η Νέα Δημοκρατία και η κυβέρνηση ιδίως, ότι δεν είναι αρραγής, ότι υπάρχουν βουλευτές οι οποίοι ενδεχομένως θα ψήφιζαν, κατά τη μυστική ψηφοφορία, υπέρ της παραπομπής, της σύστασης της Προανακριτικής Επιτροπής, της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, τότε — και μην κοιτάτε αλλού, εδώ έγιναν μπροστά μας, στα μάτια όλων μας — κάποιους τους έστειλε σπίτι τους, κάποιους τους έστειλε με ασθένεια, ψήφισαν με επιστολική. Κάποιοι ψήφισαν με επιστολική και δεν το ήξεραν, ήταν παρόντες γιατί δεν είχαν ενημερωθεί, και γενικώς εξευτελίστηκε το Κοινοβούλιο. Γιατί εξευτελίστηκε; Για να παρασταθεί ότι υπάρχει εκείνη η πλειοψηφία στην οποία αναφερόταν ο κύριος Γεωργιάδης, λέγοντας «έχουμε την πλειοψηφία, άρα τέλος». Άρα, ούτε την πλειοψηφία δεν είχατε ως προς αυτό. Συνεπώς, τι πρέπει να αλλάξει; Πρέπει να αλλάξει ο παθολογικός τρόπος με τον οποίο αυτή η κοινοβουλευτική πλειοψηφία προσεγγίζει το ζήτημα. Και, δεδομένου ότι δεν μπορούμε να εγγυηθούμε ότι ποτέ στο μέλλον δεν θα υπάρχει κάποιος άλλος σαν κι εσάς που θα έχει την ίδια αντίληψη με εσάς, πρέπει να αλλάξουμε το Σύνταγμα για να το προστατεύσουμε από την καταχρηστική χρήση της διάταξης του άρθρου 86 από πλειοψηφίες σαν και τη δική σας. Με λίγα λόγια, ο κύριος Μητσοτάκης θέλει να αλλάξει το Σύνταγμα για να το προστατέψει από τον εαυτό του. Όμως, επειδή αυτό δεν μπορεί να στηριχθεί λογικά, αντιλαμβάνεστε ότι δεν προκύπτει ούτε από την ίδια την πρόταση. Εξηγούμαι: λέει το άρθρο 86 της Νέας Δημοκρατίας — θα έρθω και στο δικό μας — «διενέργεια ανάκρισης, προανάκρισης, προκαταρκτικής εξέτασης από εισαγγελέα Εφετών για την πρόταση δίωξης από ανώτατο δικαστικό όργανο.»
Καταρχάς, εδώ πέρα, σε σχέση με το ανώτατο δικαστικό όργανο και την εμπλοκή ανώτατων δικαστών, θα συζητήσουμε και το άρθρο 90. Αν δεν υπάρξει ριζική αλλαγή στο άρθρο 90, εξακολουθεί να υφίσταται, εν πάση περιπτώσει, κακή διασταύρωση στο επίπεδο της επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Κάποιοι, δε, εξ αυτών, οι οποίοι είναι προς επιλογή, μπορεί να επιλαμβάνονται και επί των ζητημάτων του άρθρου 86 στην πρώτη φάση του και όχι στην τελική φάση του, δηλαδή στη φάση του Ειδικού Δικαστηρίου, που κατανοούμε ότι, εκ των πραγμάτων, υπάρχει ανάγκη να ενδύεται το κύρος ανώτατων δικαστικών. Όμως, ήδη από την πρώτη φάση, φαίνεται να επιμένετε σε αυτού του είδους τη σύνδεση με την ανώτατη δικαστική εξουσία. Κατάργησε τις διαβεβαιώσεις, την υποχρέωση αμελλητί παροχής στοιχείων προς τη Βουλή κ.λπ. Και ερχόμαστε στο πιο κρίσιμο: «η άσκηση δίωξης για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν μέλη της κυβέρνησης και υφυπουργοί κατά την άσκηση των καθηκόντων τους γίνεται» προσέξτε, «με απόφαση της Βουλής.» Άρα διατηρείται η Βουλή, διατηρείται αυτό το οποίο είπε ο κύριος Γεωργιάδης: «έχουμε την πλειοψηφία, άρα τέλος», και δεν μπορούμε να το προστατεύσουμε έναντι καμίας μελλοντικής πλειοψηφίας. Άρα, παραμένει η πλειοψηφική αρχή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το ζήτημα η σημερινή κυβέρνηση και, ενδεχομένως, και κάποια μελλοντική κυβέρνηση. Γιατί δεν νομοθετούμε μόνο για τις επόμενες εκλογές τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το άρθρο 86, με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Αλλά, προσέξτε, εδώ εμφιλοχωρεί και μια πολύ ύποπτη αλλαγή: με ονομαστική ψηφοφορία.
«Για να μην ξαναγίνει κάτι περίεργο και αναγκαζόμαστε να τους στέλνουμε να κάνουν τους ασθενείς, τους οδοιπόρους, τους απόντες, ή να ακούμε τους βουλευτές να ψηφίζουν με επιστολική ψήφο ενώ ήταν παρόντες και μετά να κρύβονται στα ορεινά». Με την ονομαστική ψηφοφορία θέλω να σας πω ότι καταφέρατε κάτι πολύ δύσκολο: κάνατε την κατάσταση χειρότερη απ’ ό,τι ήταν με αυτή την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αυτό είναι εξαιρετικά σύνθετο και ομολογώ ότι το πετύχατε. Για την ακρίβεια, θεραπεύονται έτσι ρηγματώσεις της δικής σας κοινοβουλευτικής ομάδας δια της αναθεώρησεως του Συντάγματος, πράγμα το οποίο δείχνει ότι αναθεωρείτε το Σύνταγμα όχι για να σας προστατεύσει από τον εαυτό σας, αλλά για να προστατέψετε τον εαυτό σας από το Σύνταγμα. Αυτό είναι εξόχως προβληματικό. Θα επανέλθω, αλλά θέλω τώρα να αναφερθώ στην πρότασή μας. Εμείς τι λέμε; Πού είναι το πρόβλημα; Το πρόβλημα είναι μια παθολογική σύνδεση της πλειοψηφίας της Βουλής με την κίνηση της διαδικασίας και με την άσκηση της δίωξης. Εντάξει, αυτό δεν συνέβαινε πάντα· συμβαίνει επειδή εσείς τώρα έχετε αυτή την αντίληψη για τα πράγματα, και επειδή το κακό λειτουργεί μεταδοτικά, σε αντίθεση με το καλό, το οποίο χρειάζεται πειθώ για να προχωρήσει. Αυτό έχει περάσει πια ως μια συνήθης κατάχρηση του άρθρου 86 του Συντάγματος κατά την παρούσα βουλευτική περίοδο. Άρα λοιπόν, το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι εσείς — και ο κύριος Γεωργιάδης το λέει και το ομολογεί, ενώ άλλοι κάνουν θεωρίες — αντιλαμβάνεστε ότι το γεγονός πως έχετε την πλειοψηφία στη Βουλή σάς δίνει τη δυνατότητα να γλιτώνετε, να το πω έτσι απλά, από οποιονδήποτε έλεγχο τους υπουργούς σας.
Εκεί είναι το πρόβλημα, και αυτό πρέπει να λύσουμε: το ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία λέει «έχω την πλειοψηφία, άρα τέλος», όπως λέει και ο κ. Γεωργιάδης. Αυτό λοιπόν το πρόβλημα λύνεται με έναν τρόπο, με έναν μόνο τρόπο: με την αποσύνδεση της διαδικασίας από την εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Να σπάσουμε, δηλαδή, τον ομφάλιο λώρο που συνδέει τη σύσταση της επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης και την άσκηση ποινικής δίωξης με την πλειοψηφική αρχή μέσα στο Κοινοβούλιο. Άρα, πρακτικά, επειδή το Κοινοβούλιο δεν μπορεί να λειτουργήσει αντιπλειοψηφικά, η λύση είναι να αποσυνδέσουμε πρακτικά την άσκηση της δίωξης από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και, εν γένει, από τη Βουλή. Είναι πολύ απλή και πολύ όμορφη λύση. Ακούστε πώς γίνεται με λίγες λεξούλες: οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 16 αντικαθίστανται ως εξής: «Δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί, για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ασκείται μετά από απόφαση Ειδικού Συμβουλίου, το οποίο ενεργεί ως εισαγγελική αρχή, με όλες τις προβλεπόμενες για ένα τέτοιο όργανο αρμοδιότητες και εξουσίες. Το Ειδικό Συμβούλιο συγκροτείται για κάθε υπόθεση χωριστά και αποτελείται από έναν Πρόεδρο Εφετών και δύο Εισαγγελείς Εφετών, οι οποίοι κληρώνονται μαζί με τους αντίστοιχους αναπληρωματικούς, όπως ο νόμος ορίζει. Απαγορεύεται η θέσπιση ιδιώνυμων υπουργικών αδικημάτων. 2. Αν, στο πλαίσιο ανάκρισης, προανάκρισης, προκαταρκτικής εξέτασης ή διοικητικής, προκύψουν στοιχεία τα οποία σχετίζονται με τα πρόσωπα και τα ζητήματα της προηγούμενης παραγράφου, αυτά διαβιβάζονται στο Ειδικό Συμβούλιο από αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, προανάκριση ή εξέταση» — και φυσικά ακολουθούν, με αναρίθμηση, οι δύο επόμενες παράγραφοι.
Τόσο απλά. Θέλω να πω, και το επαναλαμβάνω. Δεν αλλάζετε το Σύνταγμα για να αλλάξετε και τη συμπεριφορά σας, αλλά θέλετε να αλλάξετε το Σύνταγμα για να παραμείνει η συμπεριφορά σας ίδια, χωρίς κυρώσεις, και για να μην οδηγηθεί ξανά οποιαδήποτε πλειοψηφία στον ευτελισμό στον οποίο οδηγήθηκε η δική σας, με όλες αυτές τις μεθόδους τις οποίες έχετε εφαρμόσει. Τι να θυμηθώ; Τα χειροκροτήματα στον Καραμανλή για τον κύριο Βορίδη και τον κύριο Αυγενάκη· την επιστολική ψήφο με τους «ασθενείς» και «οδοιπόρους» βουλευτές· τον κύριο Τριαντόπουλο, για τον οποίο δεν έγινε προκαταρκτική και πήγε κατευθείαν στην ποινική δίωξη· τον κύριο Καραμανλή, που κατηγορήθηκε για άλλα αδικήματα από αυτά για τα οποία θα έπρεπε να κατηγορηθεί, με απώτερο σκοπό να αθωωθεί. Τα έχετε κάνει όλα. Δεν υπάρχει καμία πατέντα που να μην έχετε χρησιμοποιήσει εις βάρος του σκοπού του άρθρου 86. Δεν λέω, προσέξτε, δεν λέμε ότι δεν πρέπει να αλλάξει το άρθρο, ότι δεν πρέπει να υπάρξουν διορθώσεις. Οι αλλαγές όμως, και η ανάγκη τους, προκύπτουν από τον τρόπο με τον οποίο εσείς το εφαρμόσατε καταχρηστικά, ερμηνεύοντάς το σε μια πλειοψηφική εκδοχή που καμία σχέση δεν έχει με το κράτος δικαίου. Γιατί να είστε βέβαιοι ότι όλοι αυτοί που σας ανέφερα πριν, με όλες τις πατέντες που κάνατε, αν ήταν απλοί πολίτες, θα είχαν ελεγχθεί και πιθανότατα θα είχαν φτάσει στο ακροατήριο, και εκεί θα αποφάσιζε το δικαστήριο. Δεν κρίνουμε εμείς ως δικαστές, αλλά πρέπει να αφήσουμε τους δικαστές να κρίνουν.
Αυτό λειτουργεί επιμολυντικά σε όλο το πολιτικό σύστημα, και αισθανόμαστε την ανάγκη να πούμε ότι πρέπει να αλλάξει. Και, αφού δεν αλλάζετε εσείς, πρέπει να αλλάξει η διάταξη του Συντάγματος, για να προστατευθεί το Σύνταγμα από την καταχρηστική του ερμηνεία και εφαρμογή από εσάς ή από όποιους, στο μέλλον, ευρισκόμενοι στη δική σας θέση, θελήσουν να το χρησιμοποιήσουν με τον ίδιο τρόπο. Αυτό είναι διαφορετικό από αυτό που σωστά ελέχθη, ότι τίθεται το ζήτημα του κόστους μιας απόφασης, ή του φόβου της υπογραφής, ή του κόστους της έλλειψης αποφάσεων. Εμείς δεν θέλουμε να δυσκολέψουμε τη διακυβέρνηση της χώρας· θέλουμε να τη βάλουμε σε κανόνες, διότι το Σύνταγμα είναι ακριβώς αυτό: οι κανόνες με τους οποίους διακυβερνάται και κυβερνάται η χώρα, αλλά και προστατεύονται τα δικαιώματα των πολιτών. Άρα, ως προς την πλειοψηφική αρχή, αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο περιορίζεται η εκτελεστική εξουσία, ενώ ως προς τα δικαιώματα, είναι ο τρόπος με τον οποίο προστατεύονται κυρίως οι μειοψηφίες, και το λέω σε σχέση με διάφορες συζητήσεις οι οποίες έχουν γίνει. Γι’ αυτό και κάθε συζήτηση περί «δικαιωμάτων της πλειοψηφίας» έχει ένα πολιτικό ενδιαφέρον, αλλά δεν αναφέρεται στον πυρήνα του ζητήματος, που είναι τα δικαιώματα. Και το λέω και σε κάποιους από τη δεξιά αντιπολίτευση: τα δικαιώματα δεν τίθενται με βάση την πλειοψηφική αρχή. Δεν θα αποφασίζει η πλειοψηφία για τα δικαιώματα του άλλου· δίνονται τα δικαιώματα. Αντιστοίχως, σε σχέση με τη λήψη αποφάσεων από υπουργούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, δεν πρέπει να είναι οι συνάδελφοί τους που τους χειροκροτούν εντός του Κοινοβουλίου, αυτοί της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αυτοί οι οποίοι θα τους κρίνουν.
Δεν είναι αυτοί οι οποίοι αισθάνονται αλληλέγγυοι για διάφορους λόγους. Θα έπρεπε να είναι η δικαστική εξουσία — τηρουμένων των αναλογιών, βλέπετε, τηρουμένων των αναλογιών, δεδομένου του γεγονότος ότι έχουν ασκήσει δημόσια εξουσία — και όχι η αυτοπροστασία του πολιτικού συστήματος μέσω της συναδελφικής αλληλεγγύης βουλευτών του ίδιου κόμματος. Όχι, αυτό δεν μπορεί να είναι το μέτρο της υπουργικής ευθύνης. Και λυπάμαι, γιατί, ενώ είδατε πόσο εύκολο είναι να το ξεπεράσουμε αυτό με τη δική μας πρόταση για το άρθρο 86, εσείς κάνατε μια ολόκληρη πρόταση για να καταλήξετε πού; Να μετατρέψετε, εν τέλει, στο τελικό στάδιο, μια ψηφοφορία η οποία είναι μυστική σε ονομαστική, για να μην πάθετε αυτό που πάθατε πέρυσι τέτοιον καιρό, όταν ψάχνατε να βρείτε τους βουλευτές — ή μάλλον ψάχνατε να διώξετε τους βουλευτές σας, για να ακριβολογούμε, και σε αυτούς που ήταν εδώ τους λέγατε «ταξιδεύστε μακράν», όπως έλεγαν και στον βασιλιά Κωνσταντίνο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Άρα λοιπόν, όταν μιλάμε για την αναθεώρηση του άρθρου 86, καλό είναι να έχουμε υπ’ όψιν μας τα παραδείγματα του εξωτερικού. Ναι, είμαι, και είμαστε, οι πρώτοι που θα πούμε ότι, φυσικά, το συγκριτικό συνταγματικό δίκαιο αποδίδει· ναι, βεβαίως. Καλό είναι να έχουμε υπ’ όψιν μας τα παραδείγματα από καταβολής του ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα — τα άκουσα σωστά, ήταν, άκουσα και την περίφημη υπόθεση Πονηρόπουλου — αλλά το πιο βασικό είναι τι έχει συμβεί μεταξύ της προηγούμενης αναθεώρησης, της αναθεώρησης του 2019, και αυτής που καλούμαστε να κάνουμε. Ας πούμε ότι είναι η αναθεώρηση του 2027. Μεταξύ της προηγούμενης και αυτής, είχαμε, αυτή τη βουλευτική περίοδο, αυτή την αντιθεσμική και καταχρηστική, ως προς το Σύνταγμα, συμπεριφορά από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας. Άρα, ναι, βεβαίως, στην υπουργική ευθύνη πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας και το κόστος λήψης μιας απόφασης, μιας νόμιμης όμως απόφασης. Όμως, αν διατηρήσουμε τον ομφάλιο λώρο μεταξύ της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, της κίνησης της διαδικασίας και της άσκησης δίωξης, θα καταλήξουμε στα ίδια αποτελέσματα. Και, επειδή θα είναι πλέον ονομαστική και όχι μυστική η ψηφοφορία κατά την πρότασή σας, σε πολύ χειρότερα αποτελέσματα. Για την ακρίβεια, καλύτερα για εσάς — κατά το ότι, αν κάποιος θελήσει να κάνει το ίδιο με εσάς, δεν θα εξευτελίζεται με όλη αυτή τη μανούβρα της επιστολικής ψήφου — αλλά πολύ χειρότερα για τους θεσμούς και το κράτος δικαίου. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει ανεκτό, πρώτα απ’ όλα, από τους πολίτες. Γι’ αυτό, βεβαίως, ναι, να αναθεωρηθεί το άρθρο 86, αλλά όχι με τον τρόπο που ζητάτε εσείς. Γιατί εσείς συνεχίζετε ένα καθεστώς ατιμωρησίας για ανθρώπους που, από τα παραδείγματα που έχουμε δει ως τώρα, θα έπρεπε να ήταν ενώπιον της δικαιοσύνης και η δικαιοσύνη να αποφασίσει. Εσείς τους καλύψατε. Και αυτό το παράδειγμα θέλετε να συνεχιστεί επ’ άπειρον, ενδεδυμένο και με τη συνταγματική περιβολή της αναθεώρησης του Συντάγματος; Άρα, η δική μας λογική είναι μια εντελώς άλλη λογική. Δεν είμαστε οι ίδιοι, έχουμε άλλη ανάγνωση, γιατί έχουμε και άλλη προσέγγιση πάνω σε αυτό που έχει γίνει, αλλά κυρίως πάνω σε αυτό που πρέπει να συμβεί.







