ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΤΗΣ ΚΠΕ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ

ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΞΕΚΑΛΑΚΗ

ΣΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΑ ΣΤΕΛΕΧΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ

ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ – ΘΡΑΚΗΣ,

ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

ΣΤΟ ΔΗΜΑΡΧΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 

 

Συντρόφισσες, Σύντροφοι,

Η σημερινή διαδικασία εντάσσεται στο πλαίσιο της επιλογής μας να βρισκόμαστε δίπλα στα στελέχη μας, ανεξαρτήτως του γεωγραφικού ή εργασιακού χώρου δραστηριοποίησής τους, για να διαμορφώσουμε από κοινού τις προγραμματικές μας θέσεις και την πολιτική μας στρατηγική.

Γι’ αυτό και σήμερα το κρίσιμο δεν είναι απλά να τοποθετηθούμε εμείς, αλλά να πάρετε το λόγο εσείς.

Από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων μου, εδώ δηλαδή και περίπου 5 μήνες, είχα την ευκαιρία, κατόπιν προσκλήσεων από τους κατά τόπους συντρόφους, να μιλήσω και να συμμετάσχω σε διαδικασίες νομαρχιακών επιτροπών σε 23 εκ των 52 νομών της Χώρας.

Ειδικότερα μετεκλογικά, διαπιστώνω ότι στους περιφερειακούς νομούς το κλίμα για το ΠΑΣΟΚ και την Προοδευτική Παράταξη βελτιώνεται με γεωμετρική πρόοδο.

Κακά τα ψέματα όμως σύντροφοι, όσο η κοινωνική μας απήχηση καθίσταται ανύπαρκτη στα μεγάλα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στις 7 εκλογικές περιφέρειες της Αττικής και της Θεσσαλονίκης, ακόμα και 20% να πάρουμε σε κάποιους νομούς, το πανελλαδικό μας ποσοστό θα παραμένει «καθισμένο» σε επίπεδα κάτω των προσδοκιών μας.

 

Και με ποσοστό που έχει μεγάλη απόσταση από αυτό των εν δυνάμει κυβερνητικών συμμάχων, όσες προτάσεις κι αν έχεις να καταθέσεις στο τραπέζι ενδεχόμενων προγραμματικών συζητήσεων, πάντα στα μάτια των δυνητικών εταίρων θα είσαι η αδύναμη συνιστώσα και στα μάτια της κοινωνίας το κυβερνητικό δεκανίκι.

Είναι όμως εύκολη η άμεση αναστροφή του κλίματος στα μεγάλα αστικά κέντρα;

Αρκεί η αποτυχία διακυβέρνησης από μέρους του ΣΥΡΙΖΑ για να γυρίσουν οι ψηφοφόροι στο ΠΑΣΟΚ και στη Δημοκρατική Συμπαράταξη;

Η πολιτική ιστορία της Χώρας, αλλά και η διεθνής πραγματικότητα έχει δείξει πως η αποτυχία αριστερών ή δήθεν αριστερών Κομμάτων στη διακυβέρνηση μιας Χώρας οδηγεί τους πολίτες σε συντηρητικές – φοβικές επιλογές.

Δείτε τι συμβαίνει το τελευταίο διάστημα στη Λατινική Αμερική, η οποία βέβαια ως προς τα χαρακτηριστικά της απέχει παρασάγγας κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά από την Ευρώπη, όμως αποτελεί δείγμα της αποστροφής των λαών σε κυβερνήσεις που κατέλαβαν την εξουσία με το μανδύα του ριζοσπαστισμού, της προόδου και της κοινωνικής αλληλεγγύης και στην πράξη απέδειξαν ότι αδυνατούν να βρουν τις απαντήσεις, έναντι του διεθνούς οικονομικού και πολιτικού περιβάλλοντος, για την εφαρμογή πολιτικών που θα συνέβαλαν στην άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, μέσα από τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των χαμηλών και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων.

Αναλογιστείτε που οδηγούν οι ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές που έχουν κυριαρχήσει στην Ευρώπη.

Που οδηγούν οι πολιτικές των κρατών σε ακανθώδη ζητήματα, όπως είναι το προσφυγικό – μεταναστευτικό και η τρομοκρατία, που γεννήθηκε από την αλαζονεία των μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες επέλεξαν τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και την ενίσχυση του παρακράτους για να φέρουν την Αραβική «άνοιξη» και τελικά το μόνο που κατάφεραν είναι να οδηγήσουν σ’ ένα βαρύ Ευρωπαϊκό «χειμώνα».

Η ενίσχυση της Λεπέν στη Γαλλία και των άλλων εθνικιστικών δυνάμεων στις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες δεν είναι το «δάσος», αλλά το «δέντρο» του προβλήματος.

Ένα «δέντρο» που στη Γαλλία εκφράστηκε μέσω της ψήφου στο Εθνικό Μέτωπο, αλλά σε άλλες χώρες, όπως στη Μεγάλη Βρετανία ή στη Δανία, εκφράζεται μέσω της δυναμικής που αναπτύσσει το ρεύμα για αποχώρηση των Χωρών από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το πρόβλημα λοιπόν είναι η ενίσχυση του ευρωσκεπτικισμού στην Ευρώπη και όχι η μορφή που αυτό εκφράζεται.

Άλλωστε, και στην Ελλάδα ένα μεγάλο ποσοστό του «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα του καλοκαιριού σηματοδοτούσε την αλλαγή της στάσης ενός μεγάλου τμήματος της Ελληνικής Κοινωνίας έναντι της συμμετοχής της Χώρας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

Εκεί πρέπει να εστιάσουν οι πολιτικές δυνάμεις που επιθυμούν τη διατήρηση και τον κοινωνικό μετασχηματισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κι ανάσχεση αυτού του κλίματος δυσαρέσκειας των πολιτών προς τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς δε θα γίνει με λόγια, αλλά με ρηξικέλευθες πολιτικές αποφάσεις για το μέλλον της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που θα υπερβαίνουν το στενό πλαίσιο μιας νομισματικής ένωσης και θα δίνουν σάρκα και οστά στο όραμα των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών για μια Ευρώπη των Λαών.

Σε αυτό το Παγκόσμιο και Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι η Χώρα μας πορεύεται με μια Κυβέρνηση ανήμπορη ή και αρνητική στο να υπερβεί τις ιδεοληψίες της και να ξεφύγει από τη λογική του Κόμματος – Κράτους.

Η «ανατολικογερμανικής» προελεύσεως φιλοσοφία που διέπει τον βασικό κυβερνητικό εταίρο έγκειται στη λογική της εξίσωσης όλων των κοινωνικών και παραγωγικών τάξεων προς τα κάτω.

Εχθρεύεται το επιχειρείν και την καινοτομία και αδυνατώντας να υλοποιήσει έστω και κατ’ ελάχιστο ακόμα και τις προεκλογικές υποσχέσεις του Σεπτεμβρίου, επιδιώκει την πολιτιστική, εκπαιδευτική, οικονομική και γενικότερα τη βιοτική φτωχοποίηση του Ελληνικού λαού.

Στόχος του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ είναι η προοπτική υλοποίηση των υποσχέσεών του, ακόμα και στις κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες που στηρίχθηκε για να ανέλθει στην εξουσία, δια της ισοπέδωσης.

Θα μπορούσε να πει κανείς με γλαφυρότητα ότι επιδιώκει π.χ. να επαναφέρει το 13ο και 14ο μισθό και τις συντάξεις δια της εξαφάνισης των πραγματικών εισοδημάτων.

Όταν δηλαδή πάνε τους μισθούς και τις συντάξεις στα 100 Ευρώ, θα επαναφέρουν τα δώρα και θα μας πουν πως έκαναν πράξη το προεκλογικό τους πρόγραμμα!!!!

Από την άλλη πλευρά έχουμε μια αξιωματική αντιπολίτευση, έρμαιο των εσωκομματικών της προβλημάτων, των τζακιών και των φέουδων.

Δείχνει ανήμπορη να επιτελέσει τα θεσμικά της καθήκοντα και αυτό, βάσει των εξαγγελιών των επίδοξων Προέδρων, δεν φαίνεται ότι μπορεί ν’ αλλάξει ακόμα και μετά το πέρας της προεδρικής εκλογής.

Για μας είναι αδιάφορο το που θα κάτσει η «μπίλια» της εκλογής.

Είτε αποκτήσει νεοφιλελεύθερο, είτε φιλοβασιλικό, είτε λαϊκιστικό, είτε εθνικιστικό προσανατολισμό, πάντα θα είναι δεξιά και θα αποτελεί τον παραδοσιακό μας αντίπαλο.

Για την αποτυχία διακυβέρνησης από μέρους του ΣΥΡΙΖΑ και την αδυναμία της Νέας Δημοκρατίας να ασκήσει το ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ως Έλληνες πολίτες δεν μπορούμε να επιχαίρουμε και ως τμήμα του πολιτικού προσωπικού δεν μπορούμε να αδρανούμε.

Η ανισορροπία που παρατηρείται σήμερα στο πολιτικό μας σύστημα και η αδυναμία των αστικών φιλοευρωπαϊκών κομμάτων να διαχειρισθούν την κρίση είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει στη «φοιτητοποίηση» της πολιτικής ζωής του τόπου με απρόβλεπτες συνέπειες για τη Δημοκρατία.

Σε μια κατάσταση δηλαδή, όπου θα ψηφίζει το 20% με 30% του εκλογικού σώματος και το ενδιαφέρον για την Πολιτική και τα Κόμματα, όλη την υπόλοιπη περίοδο, θα περιορίζεται στους εμπλεκόμενους μ’ αυτή, στους συγγενείς και στους φίλους τους.

Θα μπορούσε όμως η κατάσταση αυτή να αποτραπεί μέσα από το σχηματισμό μιας οικουμενικής κυβέρνησης;

Κατά τη γνώμη μου η λογική της κυβερνητικής συνύπαρξης όλων των «φιλοευρωπαϊκών» δυνάμεων δεν αποτελεί τη λύση του προβλήματος, αντιθέτως μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες ατραπούς χωρίς επιστροφή.

Τι θα πει ο όρος φιλοευρωπαϊκές ή αντιευρωπαϊκές δυνάμεις;

Είναι δυνατόν να επαναφέρουμε όρους που κυριάρχησαν προ δύο αιώνων στα εσωτερικά πολιτικά δρώμενα με τη μορφή του φιλορωσικού, του φιλοαγγλικού και του φιλογαλλικού κόμματος;

Αλλά ακόμα κι αν υιοθετούσαμε αυτή τη λογική, ποιο θα ήταν το πολιτικό προσωπικό που θα αποτελούσε τους συνοδοιπόρους μας;

Θα ήταν ο κύριος Καμμένος, ο κύριος Κατρούγκαλος, ο κύριος Φίλης, ο κύριος Καρατζαφέρης, ο κύριος Βορίδης, ο κύριος Μπαλτάκος, ο κύριος Πλεύρης ή ο κύριος Γεωργιάδης;

Ρωτάω, γιατί ο καθένας εξ αυτών και πολλοί αντίστοιχοι άλλοι αυτοχαρακτηρίζονται ως φιλοευρωπαϊστές.

Μπορεί το σημερινό ΠΑΣΟΚ και η Δημοκρατική Συμπαράταξη να συνεργαστεί μαζί τους;

Κι ακόμα κι αν μπορούσε να συνεργασθεί με αυτούς ή τον οποιοδήποτε άλλο που μπορεί να έχει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά απ’ αυτούς, αν η κυβέρνηση συνεργασίας που θα σχηματισθεί μεταξύ όλων των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων αποτύχει, θα αφήσουμε ως μόνη εναλλακτική επιλογή για το εκλογικό σώμα τα κόμματα του ευρωσκεπτικισμού;

Κυβερνήσεις συνεργασίας ή οικουμενικές δεν γίνονται με όρους Δαβίδ – Γολιάθ.

Αν ο Ελληνικός λαός ήθελε οικουμενική κυβέρνηση θα έδινε το Σεπτέμβριο στα Κόμματα ποσοστά αντίστοιχα με αυτά των εκλογών της 6ης Μαΐου του 2012.

Η πρόσφατη ετυμηγορία των πολιτών είναι σεβαστή και οδήγησε σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

Με τα σημερινά κοινοβουλευτικά δεδομένα, το ΠΑΣΟΚ, όσο εμπεριστατωμένες, προοδευτικές προτάσεις κι αν έχει δε θα μπορούσε στην πράξη να επιβάλει τον προγραμματικό του λόγο, γιατί πολύ απλά δεν έχει ακόμα την κοινωνική στήριξη και την κοινοβουλευτική ισχύ για να το πράξει.

Πρακτικά δηλαδή, η συμμετοχή του θα περιοριζόταν απλά και μόνο σε μια λογική συνδιαχείρισης και κατανομής θέσεων και ρόλων σε υπουργεία και σε δημόσια αξιώματα.

Κι αυτό σίγουρα δεν αποτελεί μια νέα αρχή…….

Αν φιλοδοξούμε λοιπόν να γίνουμε ξανά πρωταγωνιστές των πολιτικών εξελίξεων, οφείλουμε να μείνουμε έξω από τους κυβερνητικούς θώκους και να κοιτάξουμε τα του οίκου μας.

Οφείλουμε να συνεχίσουμε με μεγαλύτερη ένταση τη δουλειά που ήδη έχουμε ξεκινήσει και περιλαμβάνει γόνιμη αντιπολιτευτική δράση εντός του κοινοβουλίου και πολλή οργανωτική και πολιτική δουλειά για την ανασυγκρότηση του πολιτικού μας φορέα.

Δουλειά που θα διέπεται από συλλογικότητα και αποκεντρωμένη θεσμική λειτουργία.

Αν θέλουμε να εκπροσωπήσουμε ξανά την κοινωνία και τις παραγωγικές δυνάμεις αυτού του τόπου, οφείλουμε μαζί τους να συγγράψουμε και να παλέψουμε για να υλοποιήσουμε ένα νέο συμβόλαιο με το Λαό.

 

Αυτός είναι ο στόχος και αυτός ο στόχος γίνεται πράξη:

  • Μέσα από τη διασφάλιση της εσωκομματικής δημοκρατίας, το σεβασμό στις καταστατικές μας αρχές, στις αποφάσεις του συνεδρίου μας, στα θεσμικά όργανα και στις αποφάσεις τους.
  • Μέσα από τη λειτουργία των κεντρικών και αποκεντρωμένων δομών, στις οποίες θα παράγονται οι πολιτικές μας θέσεις και θα διαμορφώνεται η στρατηγική του Κινήματος.
  • Μέσα από τη σύνθεση των απόψεων όλων των μελών και το σεβασμό σε ενδεχόμενες πλειοψηφίες και μειοψηφίες.
  • Μέσα από την προσφυγή στη βάση, μέσω δημοψηφισμάτων, για μείζονα θέματα που ενδεχομένως θα προκύψουν, όπως αυτό των κυβερνητικών συνεργασιών ή της ανασυγκρότησης και μετεξέλιξης του χώρου.

Σ’ αυτή τη νέα αρχή, σας καλούμε όλους να γίνετε συμμέτοχοι και από μέρους μας δεσμευόμαστε ότι ο χρόνος που θα αφιερώσετε, η ενεργητικότητα που θα διαθέσετε, δε θα είναι μάταια.

Οι παθογένειες του παρελθόντος, εφόσον παρατηρηθούν σε ενεστώτα χρόνο, θα αποτραπούν εν τη γενέσει τους.

Όσοι ονειρεύονται «μαγαζάκια» και οργανώσεις «γαλατικά χωριά», να το ξεχάσουν.

Οι λογικές, που θέλουν τη διατήρηση ενός μικρού, φοβικού και διαχειρίσιμου από μια μικρή κάστα στελεχών ΠΑΣΟΚ, είναι ακυρωμένες στην πράξη και όποτε εφαρμόσθηκαν οδήγησαν σε περιθωριοποίηση της οργάνωσης από τα μέλη και εν γένει από την εκλογική μας βάση.

Εμείς θέλουμε ένα μεγάλο ΠΑΣΟΚ.

Ένα ΠΑΣΟΚ που να χωράει την ιστορία, τα όνειρα και τις φιλοδοξίες μας.

Ένα Κίνημα Λαού που θα ενσαρκώνει τις ελπίδες και θα δίνει προοπτική στους Έλληνες Πολίτες και στη Νέα Γενιά.

Αν προοπτικά, όσο εξελίσσεται η ανασυγκρότηση του χώρου, η Δημοκρατική Συμπαράταξη θα ομογενοποιηθεί και θα μετασχηματισθεί σε αυτοτελή πολιτικό σχηματισμό, αυτό είναι μια απόφαση που, σε ότι αφορά το ΠΑΣΟΚ, θα τη λάβει αποκλειστικά και μόνο το σύνολο των μελών του Κινήματος.

Μόνο η κομματική μας βάση έχει την ηθική και πολιτική νομιμοποίηση να το πράξει.

Μέχρι να έρθει η ώρα αυτή, αν έρθει, το ΠΑΣΟΚ δεν «τελειώνει» δια της αδράνειας και της διολισθήσεως.

«By pass» διαδικασίες για τόσο κομβικά θέματα δεν υπάρχουν.

Το ΠΑΣΟΚ, ως βασική συνιστώσα της προοδευτικής παράταξης, είτε το θέλουν κάποιοι, είτε όχι, προχωράει μπροστά, ανασυγκροτείται, δυναμώνει, ενισχύει την κοινωνική του επιρροή.

Με μπροστάρη την Πρόεδρο μας Φώφη Γεννήματα, με όλους εσάς τα κομματικά μας στελέχη, τις εκφράσεις μας στους μαζικούς χώρους, στο συνεταιριστικό κίνημα, στους επαγγελματικούς και επιστημονικούς συλλόγους, στα επιμελητήρια, μαζί με την κοινωνία και τις παραγωγικές δυνάμεις αυτού του τόπου θα ξανακάνουμε το Κίνημα πρωταγωνιστή των πολιτικών εξελίξεων.

Σύντροφοι, ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ!!!!