Ομιλία Γιάννη Κουτσούκου, Εισηγητή της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, στο Σ/Ν του Υπουργείου Οικονομικών

α. Κύρωση του Απολογισμού του Κράτους οικονομικού έτους 2013.
β. Κύρωση του Ισολογισμού του Κράτους οικονομικού έτους 2013.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ: Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.

Συζητάμε σήμερα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, με σχετική καθυστέρηση, τον απολογισμό του 2013 και θα ήλπιζε κάποιος ότι αυτή η συζήτηση θα αξιοποιηθεί για την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων, για το πώς και υπό ποίες συνθήκες τίθενται δημοσιονομικοί στόχοι, ποιο σχέδιο υπηρετούν, πώς επηρεάζουν την πραγματική οικονομία και το οικονομικό κλίμα και ποιο είναι το συνολικό αποτέλεσμα που παράγουν για το λαό και τη χώρα.

Δηλώνω προκαταβολικά, όμως, ότι ακούγοντας τόσο τον εισηγητή της Πλειοψηφίας, αλλά και έχοντας υπ’ όψιν μου όσα είπε ο κ. Χουλιαράκης την προηγούμενη εβδομάδα στην Επιτροπή Οικονομικών η συζήτηση αυτή, για την Πλειοψηφία δεν είναι παρά μία ακόμα ευκαιρία για την επανάληψη των γνωστών συνθημάτων για την κατάρρευση της χώρας που την έκαναν οι κακοί, δηλαδή εμείς, την ίδια ώρα που τις καταστροφικές συνέπειες της δικής της πολιτικής προσπαθεί να τις παρουσιάσει ως επιτυχίες, των οποίων μάλιστα είναι και θύμα -Τσακαλώτος έφη- όταν το ένα και μοναδικό θύμα είναι ο ίδιος ο λαός, που τελικά καλείται να πληρώσει τα 6,4 δισεκατομμύρια μέτρα του τρίτου Μνημονίου για το 2015-2016, για να επιτύχουμε στόχους στο τέλος της τριετίας που τους θεωρούσαμε κεκτημένο της πεντάχρονης προσπάθειας δημοσιονομικής προσαρμογής που προηγήθηκε.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, ο προϋπολογισμός του 2013, τον απολογισμό του οποίου σήμερα συζητάμε αποτέλεσε συνέχεια μιας δύσκολης προσπάθειας δημοσιονομικής προσαρμογής που ξεκίνησε το 2010.

Θυμίζω -για τον ιστορικό του μέλλοντος- ότι κατατέθηκε από τον τότε Υπουργό Οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα, της τρικομματικής κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας–ΠΑΣΟΚ–ΔΗΜΑΡ που εκπροσωπούσε 48% παρακαλώ του Εκλογικού Σώματος και η οποία σχηματίστηκε τον Ιούνιο του 2012 μετά τις δεύτερες εκλογές του Ιουνίου, καθώς είχε απορριφθεί η πρόταση του ΠΑΣΟΚ μετά τις εκλογές του Μαΐου για σχηματισμό κυβέρνησης ευρύτερης συμμετοχής και συγκρότηση εθνικής διαπραγματευτικής ομάδας.

Τα λέω αυτά για να έχουμε υπ’ όψιν το πολιτικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο συγκροτήθηκε τότε η Κυβέρνηση και πάρθηκαν ορισμένες αποφάσεις.

Ο προϋπολογισμός, λοιπόν, του 2013 στόχευε στη συνέχιση της πορείας δημοσιονομικής προσαρμογής με την επίτευξη διατηρήσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων, τη σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας και τη δημιουργία όρων για την επιστροφή στην ανάπτυξη, την αντιστροφή δηλαδή της υφεσιακής πορείας, που θυμίζω ότι ξεκίνησε στη χώρα μας από το 2008.

Θυμίζω ακόμα ότι βρεθήκαμε το 2009 στην κορύφωση ενός δημοσιονομικού εκτροχιασμού, ο οποίος οδήγησε στην αμφισβήτηση της δυνατότητας της χώρας μας να δανείζεται για να καλύψει τα ελλείμματα και χρειάστηκε τότε η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να πάρει δραματικές αποφάσεις, ώστε να δημιουργήσει ένα πλαίσιο πρωτόγνωρο για την Ευρώπη, μέσα στο οποίο η χώρα μας θα μπορούσε κι έπρεπε να αποφύγει την άτακτη χρεοκοπία.

Θυμίζω ότι το 2009 το έλλειμμα ήταν 15,7% του ΑΕΠ ή περίπου 36 δισεκατομμύρια σε ετήσια βάση και το χρέος είχε διπλασιαστεί την περίοδο 2004 – 2009 και ήταν κοντά στα 360 δισεκατομμύρια.

Είναι γνωστό επίσης –αλλά θέλω να το επαναλάβω- ότι τη διετία 2010-2012 το διαρθρωτικό δημοσιονομικό έλλειμμα μειώθηκε από το 19,1% του ΑΕΠ στο 8,3% του ΑΕΠ το 2011 και στο 2,6% το 2012, ενώ από το 2013 και μετά παρουσιάζονται και πλεονάσματα.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι τα 2/3 αυτής της διαρθρωτικής προσαρμογής, δηλαδή η απόσταση που καλύψαμε, γύρω στα 27 δισεκατομμύρια από το 2009 μέχρι το τέλος του 2014, οφείλεται στις αποφάσεις που πήραμε μέχρι το 2012, ενώ το υπόλοιπο αναλογεί στις αποφάσεις που πήραμε με τη συγκυβέρνηση μετά το 2012.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της 26ης και 27ης Οκτωβρίου του 2011 η χώρα διασφάλισε το δεύτερο πρόγραμμα που της έδωσε τη δυνατότητα στη συνέχεια να μειώσει το χρέος μέσω του PSI και σε συνδυασμό με την επαναγορά του χρέους, που έγινε μερικούς μήνες αργότερα, κατάφερε αυτό που και πάλι είναι πρωτοφανές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τη μείωση του χρέους κατά 126 δισεκατομμύρια.

Παράλληλα, με αυτό το πρόγραμμα διασφαλίστηκαν 50 δισεκατομμύρια για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, που σώθηκαν εκείνη την περίοδο, επέστρεψαν οι καταθέσεις και μάς περίσσεψαν και 11 δισεκατομμύρια στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, τα οποία θέλαμε να τα αξιοποιήσουμε στο σχέδιο μας για την έξοδο της χώρας μας από τα μνημόνια. Δυστυχώς, όμως, αυτά η σημερινή Κυβέρνηση τα επέστρεψε γιατί έκρινε ότι ήταν αχρείαστα.

Αυτή η πρωτοφανής δημοσιονομική προσαρμογή που δεν έχει γίνει σε άλλη ευρωπαική χώρα, ούτε σε χώρα του ΟΟΣΑ, είναι σίγουρο –και το γνωρίζουμε- ότι έγινε σε πολύ δύσκολες και πρωτοφανείς συνθήκες όπου το πολιτικό κόστος το επωμίστηκε μία παράταξη, η παράταξή μας, το ΠΑΣΟΚ.

Εκτιμούμε, όμως, ότι τα αποτελέσματα θα ήταν καλύτερα και για την οικονομία και για την κοινωνία, χωρίς δηλαδή τις τεράστιες κοινωνικές επιπτώσεις στο επίπεδο ζωής, στην ανεργία και στο οικονομικό κλίμα, εάν είχαμε τότε και τη στήριξη άλλων πολιτικών δυνάμεων που επένδυαν στην αντιμνημονιακή ρητορεία, προσαρμόστηκαν, όμως, αργότερα και σταδιακά όταν βρέθηκαν αντιμέτωπες με τη σκληρή πραγματικότητα.

Αναφέρομαι στην αντιμνημονιακή Νέα Δημοκρατία των Ζαππείων και στις απίστευτες αντιμνημονιακές θεωρίες των σημερινών μνημονιακών, της Συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Φυσικά, είναι γνωστό ότι όταν παίρνεις περιοριστικά μέτρα, έχεις επιπτώσεις στο κοινωνικό επίπεδο. Το κάνεις, όμως, συνειδητά για να αποφύγεις τα χειρότερα, προκειμένου να φθάσεις σε μία άλλη περίοδο όπου θα μπορείς να εφαρμόσεις προοδευτικές πολιτικές, αν το σχέδιό σου υλοποιηθεί. Αν δεν υλοποιηθεί το σχέδιό σου, τότε τα πράγματα θα γίνουν ακόμα χειρότερα. Εύκολες και επιτυχημένες συνταγές δεν υπάρχουν, ούτε θαύματα γίνονται, όπως αποδεικνύει και η σημερινή σκληρή πραγματικότητα του τρίτου αχρείαστου και επαχθέστατου μνημονίου.

Στο επίπεδο, λοιπόν, των συμπερασμάτων, ο απολογισμός του 2013 επιβεβαιώνει ότι από το 2010 και μετά μπήκαμε σε μια πορεία αξιόπιστων πραγματικών προϋπολογισμών, αφού οι αποκλίσεις προϋπολογισθέντων και πραγματοποιηθέντων εσόδων και δαπανών είναι μικρές, με επιμέρους αποκλίσεις στοιχείων που καλύφθηκαν από βελτιωμένες αποδόσεις άλλων.

Η θετική αυτή εξέλιξη, απ’ ό,τι φαίνεται, θα ανατραπεί για τον προϋπολογισμό του 2015 για τους λόγους που ανέφερα και κατά τη συζήτηση του προσχεδίου προϋπολογισμού στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων, δηλαδή στην πολιτική αβεβαιότητα και αστάθεια της περιόδου από το τέλος του 2014 έως και το πρώτο επτάμηνο του 2015.

Επίσης, ο Απολογισμός του 2013 διαπιστώνει την επίτευξη των στόχων του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για είσπραξη εσόδων κυρίως από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ επιβεβαιώνεται η επίσπευση των διαδικασιών εκταμίευσης του ΕΣΠΑ.

Αποτυπώνει, επίσης, για πρώτη φορά την αύξηση μη φορολογικών εσόδων λόγω επιστροφής κερδών των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών από τη διακράτηση ομολόγων του ελληνικού δημοσίου -τα γνωστά ΑΝFA- σύμφωνα με την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου του 2012 του Eurogroup.

Όμως, ο Απολογισμός του 2013 επιβεβαιώνει, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κυρίως την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων και μάλιστα βελτιωμένων στο επίπεδο της Γενικής Κυβέρνησης, συνεκτιμωμένων των δαπανών για τη συμμετοχή του ελληνικού δημοσίου στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου του ΤΧΣ και στην εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών, που σηματοδότησε την έναρξη της περιόδου δημιουργίας πρωτογενών πλεονασμάτων.

Δυστυχώς, αυτή η πορεία ανακόπτεται, όπως προκύπτει και από το προσχέδιο του Προϋπολογισμού που είναι γνωστό σε όλους.

Παράλληλα, το 2013 ήταν ένας χρόνος με ιδιαίτερη συμβολή στην αντιμετώπιση των λεγομένων «δίδυμων ελλειμμάτων», αφού πέρα από την επίτευξη του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κατέγραψε πλεόνασμα 0,6% του ΑΕΠ.

Αξίζει, πάντως, να σημειώσουμε ότι ως ΠΑΣΟΚ είχαμε επισημάνει κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού του 2013 την επιβάρυνση του από πρόσθετα μέτρα, τα οποία θα μπορούσαμε να είχαμε αποφύγει αν η υλοποίηση του προγράμματος δεν είχε ανακοπεί από την εμμονή της Νέας Δημοκρατίας για προκήρυξη εκλογών τον Μάιο, καθώς και από τις πολιτικές σκοπιμότητες που οδήγησαν στις δεύτερες εκλογές του Ιουνίου. Η περίοδος αυτή, ουσιαστικά το πεντάμηνο Μάιος-Σεπτέμβριος του 2012, οδήγησε στην ανάγκη κάλυψης του δημοσιονομικού κενού που παρουσιάστηκε κατά την περίοδο της ακυβερνησίας.

Να το κρατήσουμε, παρακαλώ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι αυτό, γιατί πρέπει να έχουμε όλοι υπόψιν μας -και κυρίως ο λαός που μας ακούει και πληρώνει- τι επιπτώσεις έχουν οι πολιτικές εμμονές και σκοπιμότητες στην οικονομία, πολύ, δε, περισσότερο όταν η ακυβερνησία και η αβεβαιότητα συνοδεύεται από ψευδολογίες, τυχοδιωκτισμούς και πολιτικούς πειραματισμούς όπως συνέβη από το Δεκέμβρη του 2014 μέχρι τον Ιούλιο του 2015. Δυστυχώς, όλα εδώ πληρώνονται!

Στον Απολογισμό επίσης, του 2013 αποτυπώνεται η βελτίωση των μεγεθών του δημοσίου χρέους ως αποτέλεσμα του PSI, η αλλαγή της σύνθεσής του και η μείωση του κόστους εξυπηρέτησής του.

Επειδή, λοιπόν, η συζήτηση κατά το επόμενο διάστημα θα αφορά και την διαπραγμάτευση του χρέους, η βελτίωση των παραμετρικών στοιχείων του χρέους που επιτεύχθηκε, που σε συνθήκες πραγματικής παρούσης αξίας θα ήταν περίπου στο 60% του ΑΕΠ, όπως το εκτιμούν διεθνείς οίκοι, επιτρέπει την παραπέρα βελτίωση των παραμετρικών του στοιχείων, σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου Κορυφής το Νοέμβριο του 2012, όπως επαναλήφθηκε μερικώς –κουτσουρεμένη δηλαδή- με τη συμφωνία στις 12/7/2015, με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα ξεπεράσουμε -αν το ξεπεράσουμε- το πισωγύρισμα των πειραματισμών του προηγούμενου επτάμηνου, που έχει επηρεάσει αρνητικά όλα τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας.

Συμπερασματικά, λοιπόν, θα πρέπει να δούμε τον Απολογισμό του Προϋπολογισμού του 2013 σαν ένα σταθμό στη δύσκολη αυτή πορεία της χώρας, η οποία συνεχίστηκε βελτιούμενη το 2014. Κι αν δεν είχε συμβεί η ανατροπή της προσπάθειας απεγκλωβισμού από τα μνημόνια και το ΔΝΤ, όπως τη σχεδιάζαμε και την προωθούσαμε με ένταξη της χώρας μας στην πιστωτική προληπτική γραμμή και έξοδο στις αγορές, σήμερα θα ήμασταν σε πολύ καλύτερο σημείο, χωρίς των ανάγκη του τρίτου μνημονίου και των επαχθών μέτρων που περιέχει.

Σε ό,τι αφορά τις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου για μια σειρά ζητήματα, νομίζω ότι πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προσοχής από την ηγεσία του Υπουργείου Οικονομικών.

Εμείς, με τις παρατηρήσεις αυτές, θα ψηφίσουμε τον Απολογισμό του 2013. Περιμένω, βέβαια, να ακούσω τι θα πει ο κ. Τσακαλώτος, ο οποίος ως Υπουργός Οικονομικών είναι υποχρεωμένος να ψηφίσει τον Απολογισμό που διαπιστώνει την υλοποίηση του Προϋπολογισμού του 2013, που ο ίδιος είχε προβλέψει ότι δεν θα υλοποιηθεί.

Ως επίλογο οφείλω να καταθέσω τον προβληματισμό μου, καθώς, παρακολουθώντας τα μακροοικονομικά δεδομένα όπως κάθε φορά αποτυπώνονται στις εισηγητικές εκθέσεις των προϋπολογισμών, κυρίως από την περίοδο της κρίσης μέχρι και σήμερα, γεννάται ένα ερώτημα το οποίο δεν φαίνεται να έχει απαντηθεί, ούτε, όμως, απαντιέται από τις προοπτικές του νέου προγράμματος του τρίτου μνημονίου της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Αναφέρομαι στα πολύ υψηλά επίπεδα της ανεργίας οι ρυθμοί ανόδου της οποίας ανακόπηκαν την περίοδο 2014, αρχές του 2015. Επανέρχονται αυξανόμενοι, όμως, σύμφωνα με τις προβλέψεις για το 2016.

Το μείζον αυτό ζήτημα για την κοινωνία μας, την οικονομία και το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα, μάς υποχρεώνει να απαντήσουμε στο κρίσιμο ερώτημα για το ύψος των επενδύσεων που απαιτούνται για να δημιουργηθούν σε ετήσια βάση τουλάχιστον πενήντα χιλιάδες θέσεις εργασίας, καθώς και του τρόπου προσέλκυσης αυτών των επενδύσεων.

Το ερώτημα, πέρα από τις επιμέρους προτάσεις για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης που κάθε κόμμα -όπως κι εμείς- έχει καταθέσει, δεν έχει ακόμα απαντηθεί.

Η απάντηση αυτή, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, χρειάζεται πολιτικές προϋποθέσεις, που σήμερα δεν υπάρχουν καθώς η πορεία της Κυβέρνησης όχι μόνο δεν τις διαμορφώνει στην καθημερινή άσκηση εξουσίας, αλλά φαίνεται να μην την απασχολούν τουλάχιστον προς το παρόν. Αναφέρομαι στην αναγκαία πολιτική συνεννόηση και την κοινωνική συναίνεση για ένα μακρόχρονο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης που θα υπερβαίνει τους όρους του τρίτου μνημονίου.

Η απάντηση σε όλα αυτά από την Κυβέρνηση είναι στο συνθηματολογικό επίπεδο, «Εσείς καταστρέψατε τον τόπο και δεν δικαιούστε να ομιλείτε», αποσιωπώντας συστηματικά ότι τα οικονομικά δεδομένα του Γενάρη του 2015, όταν έγιναν Κυβέρνηση, με πρωτογενή πλεονάσματα και την ανάπτυξη να ξεκινάει έστω και δειλά, τους έδιναν τη δυνατότητα, μαζί και με τις δικές μας ευχές –σας θυμίζω- εδώ στις προγραμματικές δηλώσεις, για μια γρήγορη και αποτελεσματική διαπραγμάτευση.

Θυσίασαν, όμως, τους κόπους του λαού μας για την επίτευξη αυτών των αποτελεσμάτων στην προεκλογική και μετεκλογική ρητορεία, «Σκίζω τα μνημόνια».

Σε θεωρητικά επίπεδο τώρα, δια του οικονομικού επιτελείου, όπως ακούσαμε και από τον κ. Χουλιαράκη στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων, επιχειρείται ένα πολιτικό μασάζ κυρίως προς την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ που καλείται να ψηφίσει τα αντιλαϊκά και αχρείαστα μέτρα του τρίτου μνημονίου. Η ρητορεία αυτή λέει, «Εμείς δεν έχουμε προκυκλικά υφεσιακά μέτρα όπως εσείς και η μείωση του στόχου των πρωτογενών πλεονασμάτων αποτελεί διαπραγματευτική επιτυχία της Κυβέρνησης που δίνει έναν άλλο αέρα στην ελληνική οικονομία.».

Αυτές, κυρίες και κύριοι, οι μεταμνημονιακές ψευδολογίες καταρρίπτονται από το γεγονός ότι τα δημοσιονομικά μέτρα -φόροι και περικοπές ύψους 6,4 δισεκατομμυρίων για την περίοδο 2015-2016- έχουν υφεσιακή επίδραση στην οικονομία και βαρύνουν τους αδύναμους αν σκεφτεί κανείς ότι τα 2,2 δισεκατομμύρια είναι από το ΦΠΑ που θα πληρώσει ο λαός στις καταναλωτικές δαπάνες.

Η μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων είναι το κόστος: Έντεκα δισεκατομμύρια από τη μείωση του ΑΕΠ, τα χρήματα για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών λόγω των capital controls χάριν στο νέο πολιτικό σχέδιο, όπως διαπιστώνει και η εισηγητική έκθεση του προσχεδίου του Προϋπολογισμού του 2016 που κατέθεσε η Συγκυβέρνηση.

Κατά συνέπεια, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το μήνυμα που εκπέμπεται από την εξέλιξη των πολιτικών και οικονομικών δεδομένων, διαψεύδει και τις νέες, προσαρμοσμένες μεταμνημονιακά, ελπίδες που καλλιέργησε το δίδυμο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Αυτή η ελπίδα αναζητείται σε ένα νέο, εντελώς διαφορετικό πολιτικό πεδίο για το οποίο εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να δουλέψουμε και δουλεύουμε συστηματικά.

Σας ευχαριστώ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.