Ευ. Βενιζέλος: Καλησπέρα. Είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα, φιλική και ουσιαστική συζήτηση με τον Πρωθυπουργό. Ο κ. Τσίπρας είχε την καλοσύνη να με ενημερώσει εις βάθος για τους χειρισμούς και για το σχεδιασμό των επόμενων κινήσεων και εγώ είχα την ευκαιρία να του μεταφέρω τη μακρά και δύσκολη εμπειρία μου από τα 5,5 προηγούμενα χρόνια .Από δύσκολες διαπραγματεύσεις για την Ελλάδα σε σημείο πολύ χειρότερο από το σημερινό, γιατί σήμερα είμαστε πια στο τέλος αυτής της μεγάλης προσπάθειας και έχουμε πετύχει πολύ σημαντικά, δημοσιονομικά και μεταρρυθμιστικά επιτεύγματα.

Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι έχουν γίνει δυο μεγάλες αλλαγές στην κυβερνητική γραμμή. Η κυβέρνηση μετά την εκλογή της άλλαξε ριζικά τη θέση της σε σχέση με το χρέος. Εγκατέλειψε τις θεωρίες για μονομερείς ενέργειες. Εγκατέλειψε τις θέσεις για την ανάγκη να γίνει πανευρωπαϊκή ή διεθνής διάσκεψη και υιοθέτησε την δική μας λογική ότι ήδη έχει γίνει ένα σημαντικό κούρεμα, έχει γίνει μια ριζική αναδιάρθρωση και υπάρχουν δεσμεύσεις του Eurogroup για περαιτέρω επεμβάσεις οι οποίες μειώνουν ακόμη περισσότερο το χρέος σε καθαρή παρούσα αξία, άρα μπορούμε να βελτιώσουμε τη βιωσιμότητά του και έτσι να χαλαρώσουμε το μακροοικονομικό πλαίσιο.

​Έδωσα ένα σημείωμα στον κ. Τσίπρα με δηλώσεις μου του παρελθόντος για να γίνει αντιληπτό πόσες φορές έχω θέσει δημόσια την ανάγκη το επιδιωκόμενο πρωτογενές πλεόνασμα να είναι μικρό, λογικό, εφικτό για να αναπνεύσει η χώρα δημοσιονομικά, να μπορούν να εφαρμοστούν αναπτυξιακές και κοινωνικές πολιτικές.

Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή είναι αυτή που αφορά την αποδοχή του λεγομένου προγράμματος, του πλαισίου, της δανειακής σύμβασης. Εμείς είχαμε ζητήσει και ψηφίσει με νόμο στη Βουλή την παράταση της δανειακής σύμβασης και του προγράμματος μέχρι 28 Φεβρουαρίου.

Έδωσα στον κ. Τσίπρα ένα αντίγραφο του νόμου για να δούμε πώς είναι αυτή η δανειακή σύμβαση η οποία παραπέμπει στο μνημόνιο και τις αξιολογήσεις. Από την αρχή έτσι συνέβαινε. Άρα το αίτημα που υποβάλει η ελληνική κυβέρνηση εκ μέρους της χώρας για παράταση της δανειακής σύμβασης, είναι ένα αίτημα που πρέπει να οδηγήσει αυτόματα στη σύγκλιση  του Eurogroup, στην αποδοχή του αιτήματος και στην επανέναρξη της διαπραγμάτευσης επί της ουσίας.

Στην διαπραγμάτευση επί της ουσίας εμείς είχαμε θέσει πολύ αυστηρές κόκκινες γραμμές. Δεν δεχόμασταν νέα δημοσιονομικά μέτρα λιτότητας, δεν δεχόμασταν μείωση μισθών και συντάξεων, δεν δεχόμασταν παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό, δεν δεχόμασταν παρεμβάσεις στην εργασιακή νομοθεσία. Επιμέναμε σε όλα τα μέτρα που αφορούσαν την προστασία των δανειοληπτών, την απαγόρευση πλειστηριασμών κοκ.

Σε αυτά φυσικά πρέπει να επιμείνει και θα επιμείνει, είμαι βέβαιος και η σημερινή κυβέρνηση. Η δική μου άποψη είναι ότι δεν έπρεπε να χάσουμε χρόνο σε μια συζήτηση επί των τύπων, σε μια συζήτηση γύρω από ανύπαρκτες λέξεις.” Δεν υπογράφω την παράταση, δεν ζητάω

παράταση ” .Ζητάμε τελικά παράταση. Θα ήταν προτιμότερο να έχουμε δαπανήσει το Φεβρουάριο ώστε να ολοκληρώσουμε τη διαπραγμάτευση επί της ουσίας, να φύγουμε από το πρόγραμμα και να πάμε στην προληπτική πιστωτική γραμμή. Εάν η κυβέρνηση δεν θέλει να μιλάει για προληπτική πιστωτική γραμμή, αλλά για πρόγραμμα γέφυρα, διαφορά δεν έχει. Σημασία έχει μετά να βγούμε από κάθε επιτήρηση και κάθε πρόγραμμα και να είμαστε μια φυσιολογική χώρα της ευρωζώνης.

Και παράλληλα υπάρχει το πρόγραμμα του ΔΝΤ για το οποίο δεν συζητάμε, το οποίο ισχύει μέχρι το Μάρτιο του 2016 και το οποίο στο δικό μας σχεδιασμό θα ζητούσαμε να μετατραπεί και αυτό σε προληπτικό ώστε να υπάρχει εναρμόνιση των δυο προγραμμάτων ,για να μπορούμε να γυρίσουμε στις αγορές και να διαλέγουμε κεφάλαια με το καλύτερο επιτόκιο. Ό,τι συμφέρει τη χώρα.

Άρα έχει πολύ μεγάλη σημασία να ξέρουμε πού βρισκόμαστε. Γι’ αυτό και έδωσα στον Πρωθυπουργό τα σημειώματα του ΠΑΣΟΚ για το πού βρισκόμαστε τώρα σε σχέση με τη διαπραγμάτευση και για το τι σήμαινε η δήλωση του Υπουργού Οικονομικών ότι θα υπογράφαμε το προσχέδιο Μοσκοβισί.

Αυτό σημαίνει πάρα πολλά πράγματα για να μιλάμε στο λαό με απλότητα και ειλικρίνεια. Να μην παίζουμε παιχνίδια πάνω στα ευγενικά του αισθήματα πατριωτισμού και αξιοπρέπειας. Η αλήθεια έχει κόστος και όταν κυβερνάς πρέπει να αναλαμβάνεις το κόστος της αλήθειας.

Δημοσιογράφος: Υπάρχει διαχωρισμός μνημονίου – δανειακής σύμβασης;

Ευ. Βενιζέλος: Όχι. Η δανειακή σύμβαση ρητά ,από το προοίμιό της, από την πρώτη παράγραφό της, παραπέμπει στο μνημόνιο. Αυτό είναι προφανές:  Ότι όταν η κυβέρνηση λέει  “θέλω παράταση της δανειακής σύμβασης “, θέλει παράταση του νομικού πλαισίου επί τη βάσει του οποίου κινείται η σχέση μας με τους εταίρους.

​Δεν μπορεί να πει κανείς στην Ευρώπη ότι δεν έχει υποβληθεί το αίτημα. Το αίτημα έχει υποβληθεί, μπορούμε να κινηθούμε ομαλά χωρίς προβλήματα, χωρίς κινδύνους σε σχέση με το τραπεζικό μας σύστημα και σε σχέση με την ταμειακή ρευστότητα και τη ρευστότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος.

​Πρέπει να κερδίσουμε τις μέρες που κατά τη γνώμη μου χαθήκανε, αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ. Και πρέπει να προχωρήσουμε μέσα στο χαραγμένο πλαίσιο κάνοντας το καλύτερο για τη χώρα, αλλά βεβαίως με σκληρή διαπραγμάτευση επί των ουσιαστικών όρων, όπως κι εμείς κάναμε.  Αλλά την κάναμε την διαπραγμάτευση αυτή χωρίς να έχουμε τη στήριξη της αντιπολίτευσης και της κοινωνίας.

​Δεν καταλαβαίνω γιατί, τα ίδια πράγματα διαπραγματευόμασταν. Τώρα υπάρχει στήριξη της αντιπολίτευσης και της κοινωνίας. Άρα η θέση μας είναι καλύτερη και πρέπει να πετύχουμε όλα αυτά που εμείς διεκδικούσαμε.

Δημοσιογράφος: Μετά τα όσα σας είπε ο Πρωθυπουργός είστε αισιόδοξος ότι μπορεί να υπάρξει λύση την Παρασκευή;

Ευ. Βενιζέλος: Κατ’ αρχάς πιστεύω ότι με το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης για παράταση της δανειακής σύμβασης και άρα όλου του πλαισίου και του προγράμματος, δεν μπορεί κανείς να πει ότι αρνούμαι να συγκαλέσω το Εurogroup.

​Επίσης πρέπει να τελειώσουμε ταχύτατα με τις τυπικές διαδικασίες και να μπούμε στην ουσία. Τώρα εάν τη συζήτηση αυτή την είχαμε κάνει 27 Ιανουαρίου, θα τα είχα πει αυτά 27 Ιανουαρίου. Τώρα είμαστε περίπου 20 μέρες αργότερα, πρέπει να προχωρήσουμε με ταχύτητα, διότι κάθε μέρα που περνάει έχουμε αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία, αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη, στα έσοδα, στη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, στις προοπτικές. Αυτά όλα αφορούν τον απλό άνθρωπο, τον πολίτη.

Σας ευχαριστώ.