«Παγιδευμένοι ανάμεσα σε ολόκληρα ψέματα και μισές αλήθειες»


Έχουμε φτάσει σε μία κρίσιμη πολιτικά και εθνικά στιγμή. Έχουμε μπροστά μας μια εκλογική αναμέτρηση που θα διαμορφώσει τους όρους ζωής των Ελλήνων στα χρόνια που έρχονται. Το πολιτικό σύστημα απέτυχε να συναινέσει σε έναν ελάχιστο παρονομαστή κοινής λογικής προκειμένου το θεσμικό ορόσημο της προεδρικής εκλογής να μην μετατραπεί σε μία ακόμη πολιτική κρίση. Παράλληλα, εκκρεμεί η διαπραγμάτευση της τελευταίας φάσης του ελληνικού προγράμματος, την οποία θα κληθεί να ολοκληρώσει η επόμενη κυβέρνηση. Είναι κρίσιμο λοιπόν τις μέρες που απομένουν μέχρι τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου να κυριαρχήσει η νηφάλια πληροφόρηση και η ουσιαστική συζήτηση για τα διλήμματα και τις επιλογές, που ανοίγονται μπροστά μας.

Είναι πλέον σαφές ότι το success story, που επιχείρησε να στήσει η Νέα Δημοκρατία πριν λίγους μόλις μήνες με την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές, αποτέλεσε μια άκαιρη επικοινωνιακή κίνηση για εσωτερική κατανάλωση. Όσα ακολούθησαν θα πρέπει να θεωρηθούν ως ένα μήνυμα με πολλούς αποδέκτες. Η παραδοχή αυτή δε σημαίνει ότι θα πρέπει να υποχωρήσουμε στον καταστροφικό μηδενισμό που προβάλλει ο ΣΥΡΙΖΑ. Δε σημαίνει ότι παραγνωρίζονται οι πραγματικές επιτυχίες της χώρας, που πραγματοποιήθηκαν χάρη στις θυσίες του ελληνικού λαού. Η αποφυγή της χρεοκοπίας, το πρωτογενές πλεόνασμα, η επιστροφή στους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης αποτελούν αναμφισβήτητα σημεία αναφοράς για τα πεπραγμένα της κυβέρνησης συνεργασίας. Είναι όλα όσα δημιουργούν το περιβάλλον ώστε να είναι σήμερα εφικτή και μάλιστα ευκολότερη η διαπραγμάτευση της Ελλάδας με τους δανειστές και βεβαίως να γίνει μια συνολική διευθέτηση του χρέους. Είναι όλα όσα δίνουν σήμερα τη δυνατότητα στον κύριο Τσίπρα να κάνει τη δική του «μνημονιακή» στροφή περνώντας από το «σκίσιμο» του Μνημονίου και τη μονομερή καταγγελία των όρων της δανειακής σύμβασης καταλήγοντας στο στόχο της σκληρής διαπραγμάτευσης, μια πορεία αντίστοιχη με αυτή του κυρίου Σαμαρά την περίοδο 2010-2012. Είναι όλα όσα έγιναν με την επιμονή του ΠΑΣΟΚ στην πολιτική του ρεαλισμού και της υπευθυνότητας, με όποια λάθη μπορεί να δικαιολογήσει η πρωτόγνωρη συγκυρία. Αυτή είναι η ολόκληρη αλήθεια.

Όμως η πραγματικότητα της Ελλάδας του 2015, όπως τη γνωρίζουν οι πολίτες αυτής της χώρας, έχει και άλλες όψεις. Η ανεργία εξακολουθεί να μαστίζει τις παραγωγικές ηλικίες και ιδίως τους νέους. Η ανάπτυξη παραμένει αναιμική. Η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, που αποτελεί διαχρονικά τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, αγωνίζεται για την επιβίωση. Η μάχη κατά της φοροδιαφυγής και κατά των φορολογικών αδικιών δεν έχει κερδηθεί ακόμη. Παράλληλα, τα επίπεδα φτώχειας και η όξυνση των ανισοτήτων δεν επιτρέπουν θριαμβολογίες και εφησυχασμούς. Η κρίση αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος, οφείλεται μεταξύ άλλων και στο γεγονός ότι οι πολιτικοί συχνά μιλούν για μια πραγματικότητα, που δεν αντιστοιχεί σε όσα βιώνει η ελληνική κοινωνία.

Ο απερχόμενος πρωθυπουργός και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης διαγκωνίζονταν μεταξύ τους για το ποιος θα προλάβει να «σκίσει» πρώτος τα μνημόνια. Δεν έδωσαν όμως πειστικές απαντήσεις για το πώς θα συνεχιστεί ο δανεισμός της χώρας, πώς θα περιφρουρηθεί η εθνική ανεξαρτησία και θα προστατευθεί η κοινωνία από τις συνέπειες των πολιτικών λιτότητας. Οι μισές αλήθειες και τα λιγότερο ή περισσότερο συγκαλυμμένα ψεύδη συντηρούν τη συνωμοσιολογία, την τεχνητή εμφυλιοπολεμική πόλωση, τον άκρατο λαϊκισμό. Από την άλλη πλευρά, όσοι νεόκοποι υπόσχονται μια «πολιτική χωρίς πολιτικούς» και «χωρίς κομματικό παρελθόν», αλλά δε διστάζουν να ενσωματώσουν στελέχη από όλο το κομματικό φάσμα, που πρωταγωνίστησαν σε θέσεις εξουσίας, απλά αποδεικνύουν τον κυνισμό και τη διγλωσσία της παλαιάς πολιτικής τάξης, ανεξάρτητα από το νέο της περιτύλιγμα.

Όσο διατηρείται αυτό το κλίμα, η ελληνική κοινωνία παραμένει δέσμια μιας μετέωρης εθνικής αφήγησης γιατί η πολιτική τάξη δεν μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο εθνικό όραμα. Είναι γεγονός ότι έχουμε διανύσει μεγάλη απόσταση από την κρίσιμη διετία 2010-2012. Όμως, παρά τις επιτυχίες, η κρίση δεν έχει τελειώσει. Και η έξοδος από αυτήν δεν είναι μονόδρομος, που αποκλείει πισωγυρίσματα. Και αυτό είναι κάτι για το οποίο πρέπει να μιλήσουμε ανοικτά. Όπως πρέπει να μιλήσουμε ανοικτά και για τον τρόπο με τον οποίο θα χτίσουμε το παραγωγικό και κοινωνικό μας μοντέλο εντός της Ευρώπης. Μία προοδευτική τρίτη λύση μπορεί και πρέπει να περιέχει ένα πλαίσιο πολιτικών θέσεων και προγραμματικών δεσμεύσεων προσανατολισμένο σε όλα τα κρίσιμα πεδία της κοινωνίας, των θεσμών και της καθημερινότητας. Μπορεί και πρέπει να απαντήσει στις πραγματικές προκλήσεις της κρίσιμης μεταβατικής περιόδου που διανύουμε.

Οι πολίτες θα πιστέψουν ξανά στη δύναμη της πολιτικής, όταν το πολιτικό σύστημα απευθυνθεί σε αυτούς όχι με κραυγές εντυπωσιασμού αλλά με ουσιαστικές λύσεις στα ζητήματα που τους απασχολούν.