Η κρίσιμη τρίτη εντολή

Γιατί η Ελλάδα με ένα από τα καλύτερα πρωτογενή πλεονάσματα διεθνώς, με θετικό ρυθμό ανάπτυξης και τραπεζικό σύστημα που ανταπεξήλθε με επιτυχία στις δοκιμασίες αντοχής των ευρωπαϊκών συστημικών τραπεζών, βρίσκεται και πάλι στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης;

Γιατί βγήκαν ξανά στην επιφάνεια οι φόβοι και τα φαντάσματα του 2009-2010;

Γιατί ενώ τα θεμελιώδη δημοσιονομικά και μακροοικονομικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας είναι καλύτερα, οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων είναι πέντε φορές μεγαλύτερες από αυτών της Πορτογαλίας, για παράδειγμα;

Η εξήγηση είναι καθαρά πολιτική. Η πολιτική αβεβαιότητα είναι το στοιχείο που προκαλεί την περιδίνηση.

Όχι η πιθανότητα κυβερνητικής αλλαγής, αλλά η ύπαρξη πολιτικών δυνάμεων που διεκδικούν την εξουσία και αμφισβητούν την αρχή της συνέχειας του κράτους και των δεσμεύσεών του. Αυτό προκαλεί πολιτικές αντιδράσεις μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου συνεχώς διεξάγονται εθνικές εκλογές και υπάρχουν κυβερνητικές αλλαγές, χωρίς να θίγεται η συνέχεια των κρατικών πολιτικών και ιδίως των δεσμεύσεων των κρατών-μελών. Προκαλεί όμως και χρηματοοικονομικές αντιδράσεις στις αγορές από τις οποίες δανείζονται όλα τα κράτη. Η ίδια η έννοια του δημοσίου χρέους δημιουργεί μια σχέση κράτους-αγοράς που λειτουργεί ασύμμετρα κατά της κρατικής κυριαρχίας και υπέρ της παντοδυναμίας των αγορών για κράτη με δυσκολίες δανεισμού και πολύ περισσότερο για κράτη αποκλεισμένα από τις αγορές.

Αυτή η κατάσταση εγκλωβίζει και αδικεί την Ελλάδα και τα εντυπωσιακά βήματα που έκανε τόσο στον τομέα της δημοσιονομικής προσαρμογής και εξυγίανσης, όσο και στον τομέα των μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και τείνουν σε ένα καλύτερο κράτος.

Το πραγματικό στοίχημα των εκλογών της 25ης Ιανουαρίου δεν είναι ο συσχετισμός κοινοβουλευτικών δυνάμεων που θα διαμορφωθεί, αλλά το αν η χώρα θα ξεφύγει από τον εγκλωβισμό αυτό. Διαφορετικά ο εγκλωβισμός στην πολιτική αβεβαιότητα -όπως αυτή προβάλλεται στις σχέσεις της Ελλάδας με τους Ευρωπαίους εταίρους της και τις διεθνείς αγορές- θα στραγγαλίσει όλα τα δημοσιονομικά, μακροοικονομικά και χρηματοπιστωτικά επιτεύγματα.

Είναι κρίμα να συμβεί αυτό. Ο ελληνικός λαός με δημοκρατική αξιοπρέπεια και ανεξαρτησία θα κάνει τις επιλογές του. Ούτε η πολιτική του απλοϊκού εκφοβισμού, ούτε η πολιτική του απλοϊκού λαϊκισμού προσφέρουν τίποτα τώρα. Έφτασε η ώρα της αλήθειας, όχι με βιβλικό αλλά με πρακτικό τρόπο για το επίπεδο της ελληνικής οικονομίας και το επίπεδο ζωής των Ελλήνων.

Την απάντηση στην κατάσταση αυτή δεν την δίνει η τυφλή πόλωση σε μεσαία ποσοστά μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, ούτε η διεκδίκηση μιας τεχνητής αυτοδυναμίας λόγω εκλογικού συστήματος. Μπορεί να τη δώσει μόνο η υπέρβαση του διχασμού σε «μνημονιακές» και «αντιμνημονιακές» δυνάμεις. Μόνο η ευρύτερη συνεργασία όλων των δυνάμεων του συνταγματικού τόξου που αποδέχονται τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας. Αυτό που κακώς δεν έγινε το 2010 και το 2012 πρέπει να γίνει τώρα για λόγους σεβασμού στις θυσίες των Ελλήνων. Για λόγους εθνικής αυτοπροστασίας.

Τον καταλυτικό ρόλο προς την κατεύθυνση αυτή μπορεί να τον παίξει το τρίτο κόμμα, ο φορέας της τρίτης εντολής για το σχηματισμό κυβέρνησης, σύμφωνα με τις προβλέψεις του ελληνικού Συντάγματος.

Η τρίτη θέση είναι βεβαίως επίζηλη. Πολλοί δηλώνουν διεκδικητές. Το ζήτημα είναι ποιος έχει την εμπειρία, τη γνώση, την δοκιμασμένη βούληση να λειτουργήσει ως εγγυητής της εθνικής στρατηγικής εξόδου από τη κρίση και επιστροφής της Ελλάδας στην ομαλότητα μιας κανονικής χώρας-μέλους της Ευρωζώνης.

Το ίδιο το μεγάλο και δυσανάλογο κόστος που έχει καταβάλει το ΠΑΣΟΚ τα τελευταία πέντε χρόνια λειτουργεί ως τίτλος αξιοπιστίας σε σχέση με όλους τους άλλους, παλιότερους και νεώτερους. Ως τίτλος αυτοκριτικής, ειλικρίνειας, εμπειρίας και συνέπειας.

Το ΠΑΣΟΚ δεν είναι κυβερνητικός μπαλαντέρ. Δεν διεκδικεί, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, συμμετοχή σε μια κυβέρνηση. Κάθε άλλο. Διεκδικεί όμως το δικαίωμα να αγωνίζεται να προειδοποιήσει και να πείσει ότι υπάρχει μια και μόνη, υπεύθυνη και ασφαλής, εθνική στρατηγική εξόδου από το μνημόνιο. Η Ελλάδα πρέπει να κάνει το ένα βήμα μπροστά που απομένει για την αλλαγή σελίδας και όχι πολλά βήματα πίσω.