Ομιλία Κωνσταντίνου Μπαργιώτα για τον Προϋπολογισμό του 2019

 

 

«Η συζήτηση του προϋπολογισμού φέτος συνοδεύεται από μια ασαφή προσπάθεια της Κυβέρνησης να δώσει έναν τόνο θριαμβολογίας και πανηγυρισμού. Άκουσα για «χρονιά ορόσημο» πριν από λίγο από κάποιον από τους Υπουργούς. Νομίζω ότι κάποιος από τους Υπουργούς σίγουρα το είπε αυτό. Ακούω για μεγάλες αλλαγές. Γενικώς, υπάρχει μια φιλότιμη προσπάθεια καλλιέργειας ενός κλίματος θριαμβολογίας: Η αποθέωση της θεωρίας της δημιουργίας του δημοσιονομικού χώρου, η οποία με τη σειρά της επέτρεψε μια προεκλογική παροχολογία, η οποία σκοπίμως συγχέεται με την ευημερία και με ένα νέο κλίμα, το οποίο υποτίθεται πως έρχεται στη χώρα. Βέβαια η παροχολογία με τον τρόπο που γίνεται αποδεικνύει ένα πράγμα, ότι η Κυβέρνηση αυτή δεν έχει αντιληφθεί, ακόμη και σήμερα, τους λόγους για τους οποίους μπήκε αυτή η χώρα στα μνημόνια, πολύ φοβάμαι. Ίσως γιατί αρνείται να αξιολογήσει την περίοδο 2004-2009, την οποία επιμένει να μη βλέπει, από την οποία θα μπορούσε να αντλήσει σημαντικά διδάγματα, για το πώς μια συγκεκριμένου τύπου διαχείριση μπορεί να οδηγήσει τη χώρα στα βράχια. Αλλά παρά την προσπάθεια της δημιουργίας κλίματος ευφορίας -που οφείλω να ομολογήσω είναι λίγο πιο ήπια από τους πανηγυρισμούς της άνοιξης για καθαρή έξοδο, την εποχή που αρνηθήκαμε την πιστοληπτική γραμμή, γιατί θα βγαίναμε από τα μνημόνια και δεν θα μας έλεγχε κανένας και θα περνάγαμε σε μια νέα εποχή- η αλήθεια είναι ότι η πορεία της οικονομίας μας εξακολουθεί να είναι προβληματική και βαθύτατα ανησυχητική. Πραγματικά, ελπίζω να διαψευστούμε, όσοι ανησυχούμε.

Όμως, το σημαντικότερο στοιχείο του τελευταίου πενταμήνου, από την 21η Αυγούστου και μετά, είναι ότι βρισκόμαστε σε αδυναμία δανεισμού. Η χώρα αδυνατεί να δανειστεί, αδυνατεί να αποκαταστήσει μια υγιή σχέση με αυτό που λέμε «αγορές με τα πιστωτικά ιδρύματα», αδυνατεί να αντλήσει κεφάλαια σε λογικά επιτόκια. Οι αγορές, βλέπετε, εκτός από τις διεθνείς εξελίξεις, αντιμετωπίζουν μάλλον με καχυποψία και τα επενδυτικά προγράμματα ή την έλλειψη επενδυτικών προγραμμάτων της ελληνικής Κυβέρνησης και το πρωτότυπο προεκλογικό φεστιβάλ παροχών, που παρακολουθούμε τον τελευταίο καιρό. Υπάρχουν στοιχεία που πυκνώνουν γι’ αυτό τελευταία. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε να σταθούμε χωρίς τον πρώτο πυλώνα, που είναι η αποκατάσταση μιας υγιούς σχέσης με τις αγορές. Αυτό είναι το πρώτο σημαντικό βήμα που πρέπει να γίνει και δεν έχει γίνει.

Το δεύτερο σημαντικό είναι ότι τα πλεονάσματα πρέπει να παράγονται από μια ενδογενή αυτοτροφοδοτούμενη ανάπτυξη, ικανή να παράξει περισσότερο πλούτο. Ο τρόπος με τον οποίον η συγκεκριμένη Κυβέρνηση, δηλαδή η αυξημένη φορολογία, αποταμιεύει το πλεόνασμα και το υπερπλεόνασμα, είναι στην ουσία ένας φαύλος κύκλος, καθώς η ανάπτυξη είναι ανεμική. Θυμίζω ότι όλοι οι προϋπολογισμοί αυτής της Κυβέρνησης έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: αποτυγχάνουν στην πρόβλεψη του ποσοστού της ανάπτυξης. Κάθε χρόνο το ποσοστό της ανάπτυξης είναι λιγότερο από αυτό που προβλέπεται. Ελπίζω αυτήν τη φορά το 2,5% πραγματικά να επιβεβαιωθεί, γιατί είναι απαραίτητο για τη χώρα. Παρόλα αυτά, τα πλεονάσματα για το 2019 είναι 3,6% ήτοι 7 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και στο καλό σενάριο του 2,5% ανάπτυξη, υπάρχει μια διαφορά που πρέπει από κάπου να καλυφθεί.

Πώς καλύπτεται από τον Προϋπολογισμό και άλλα έσοδα από φόρους, περίπου 600 εκατομμύρια; Διατήρηση των ληξιπρόθεσμων ψηλά: ήταν τον Νοέμβριο γύρω στα 3 δισεκατομμύρια και δεν έχουν τάση να κατέβουν. Αυτό σχετίζεται και με ενδογενείς πάγιες και χρόνιες αδυναμίες του ελληνικού δημοσίου. Ακόμα χειρότερα: περικοπή του ήδη ανεμικού προγράμματος δημοσίων επενδύσεων. Ένα από τα προβλήματα μέσα στην κρίση, είναι η καθήλωση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων σε πολύ χαμηλές τιμές. Φέτος είναι ακόμα χαμηλότερες κατά 550 εκατομμύρια.

Μείωση του κοινωνικού κράτους: Ο κοινωνικός προϋπολογισμός, μαζί με τις περικοπές των συντάξεων αθροίζει 1,2 δισεκατομμύρια περικοπές, σε αυτήν τη χρονιά. Η φιλολαϊκή Κυβέρνηση από τη μια μεριά μοιράζει κοινωνικό μέρισμα και από την άλλη περικόπτει άγρια το κοινωνικό κράτος, περικόπτει τον προϋπολογισμό της παιδείας, ο οποίος πέφτει από το 4% το 2018 στο 3,8% το 2019 ως ποσοστό του ΑΕΠ και μειώνεται σε απόλυτα νούμερα. Διατηρεί πρακτικά σταθερά τις δαπάνες για την υγεία. Αυξάνονται κατά 100 εκατομμύρια ως προσδοκία αυξημένων εσόδων, αλλά πέφτουν ως ποσοστό από το 4,9% στο 4,8%.

Αυτή η φαινομενική σταθερότητα επιτρέπει κάποιους και την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου να μιλάει για σταθεροποίηση της λειτουργίας του συστήματος υγείας. Είναι έτσι; Στην πραγματικότητα, σταθερός προϋπολογισμός γύρω στο 4,8%-4,9%, δηλαδή πολύ χαμηλότερα από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ, σημαίνει ότι τα προβλήματα που χρονίζουν και αθροίζονται στο σύστημα υγείας από την πάγια υποχρηματοδότηση στη διάρκεια της κρίσης αυξάνονται και χειροτερεύουν. Παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, το ισοζύγιο του προσωπικού στο Εθνικό Σύστημα Υγείας βαίνει μειούμενο ακόμα και το 2017. Δεν έχω στοιχεία για το 2018. Οι αποχωρήσεις, όμως, εξακολουθούν να είναι περισσότερες από τις προσλήψεις οι οποίες και λιγότερες είναι από αυτές που ισχυρίζεται ο κ. Πολάκης και καθυστερούν. Το ισοζύγιο εξακολουθεί να είναι αρνητικό, όπως αρνητικό εξακολουθεί να είναι το ισοζύγιο των υποδομών, οι οποίες φθίνουν και φθάνουν σε αυτό που λέμε «end of life» -μιλάω για τον εξοπλισμό- καθώς δεν ανανεώνονται και εκτός από τις δωρεές, οι οποίες είναι λίγες και δεν φθάνουν, δεν προβλέπονται ουσιαστικά πραγματικά ποσά για την ανανέωση και υποστήριξή τους.

Ταυτόχρονα, δεν γίνεται καμία ουσιώδης μεταρρύθμιση. Ακούμε για μπαλώματα, ακούμε για προσθήκες, αλλά στην πραγματικότητα καμία ουσιαστική μεταρρύθμιση δεν έχει προχωρήσει. Τι θα πει σταθερή δαπάνη λοιπόν, για το Εθνικό Σύστημα Υγείας; Τι θα πει σταθερή δαπάνη για το φάρμακο, για την οποία επαίρεται η Κυβέρνηση λέγοντας ότι κατόρθωσε να σταθεροποιήσει τη δαπάνη για το φάρμακο; Τα τελευταία τέσσερα χρόνια είναι 1,945, με το στρεβλό τρόπο του claw back και του rebate.

Είμαστε η μοναδική χώρα του ΟΟΣΑ η οποία έχει σταθεροποιημένες δαπάνες για το φάρμακο. Σε όλες τις άλλες αυξάνονται μοιραία, λόγω της αύξησης των αναγκών του πληθυσμού και λόγω της αύξησης των καινοτόμων φαρμάκων που, όπως είναι γνωστό, έχουν πολύ μεγάλη τιμή. Τι σημαίνει πρακτικά για τον ασθενή σταθερή δαπάνη φαρμάκου; Σημαίνει αύξηση των ιδιωτικών δαπανών, δηλαδή των χρημάτων που πληρώνει ο ίδιος για φάρμακα και σημαίνει μειωμένη πρόσβαση σε καινοτόμα ακριβά φάρμακα. Η Κυβέρνηση επαίρεται, βέβαια γιατί λέει ότι κατόρθωσε να κάνει τα δώδεκα θεραπευτικά πρωτόκολλα που παρέλαβε, πενήντα μέσα σε τέσσερα χρόνια, αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα.

Πολύ λίγα πράγματα προχώρησαν. Έχουμε να δούμε ολοκληρωμένο νομοσχέδιο του Υπουργείου Υγείας σε αυτήν τη Βουλή, σχεδόν έναν χρόνο. Στις εξαγγελίες έχουμε μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση, την ιατρική, τον κανονισμό των ιδιωτικών κλινικών. Όλα αυτά αναμένονται. Έχουμε καταργήσει το ΚΕΕΛΠΝΟ και έχουμε απολύσει όλους τους εργαζόμενους του. Έχουμε δημιουργήσει εθνικό ίδρυμα νεοπλασιών. Αυτά όλα τα έχουμε δημιουργήσει στις εξαγγελίες. Στην πραγματικότητα από τον περασμένο Απρίλιο δεν έχει κατατεθεί κανένα νομοσχέδιο. Όλη η φαρμακευτική πολιτική της Κυβέρνησης έχει γίνει τα τελευταία δύο χρόνια με νυχτερινές τροπολογίες, λάθρα σε άσχετα νομοσχέδια. Νομοσχέδιο με μεταρρυθμίσεις ή αλλαγές, από αυτές που προαναγγέλλονται, δεν έχουμε δει και νομίζω ότι δεν θα προλάβουμε, γιατί μέχρι τις εκλογές πολύ λίγα πράγματα, δυστυχώς ή ευτυχώς, θα μπορέσουμε να δούμε.

Έτσι, λοιπόν, η υγεία και το κοινωνικό κράτος γίνονται η θυσία και στη λιτότητα και στην επιδοματική πολιτική, που είναι διαφορετικό πράγμα από το κοινωνικό κράτος και τους θεσμούς, που αφορούν τη δημιουργία του κοινωνικού δικτύου προστασίας. Δεν έχουμε καμμία μεταβίβαση από το υπερπλεόνασμα στην υγεία, έστω και σε συμβολικό επίπεδο. Η υγεία, ένα από τα πιο ευαίσθητα κομμάτια της δημόσιας ζωής, δεν παίρνει ούτε μια δραχμή από το περίφημο υπερπλεόνασμα, το οποίο συγκεντρώνεται καλώς ή κακώς με αυτόν τον τρόπο. Η υπερφολόγηση υπάρχει, όμως. Ούτε μια δραχμή δεν επενδύεται στην υγεία ούτε στις περίφημες μεταρρυθμίσεις των ΤΟΜΥ, οι οποίες καρκινοβατούν, καθώς εκτός από λεφτά για διορισμούς δεν είχε ούτε πρόγραμμα, ούτε σχέδιο, ούτε λεφτά για υποδομές, ούτε καμμία άλλη πρόβλεψη.

Η κυβερνητική πολιτική φοβάμαι ότι είναι σαφής για την υγεία. Η καθήλωση της χρηματοδότησης, πολύ χαμηλότερα από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ, στο 4,8%-4,9% είναι καταστροφική για ένα σύστημα υγείας που συσσωρεύει ζημιές και ελλείματα εδώ και δέκα χρόνια και δεν αποτελεί επιλογή της τρόικας. Η Κυβέρνηση κάνει σήμερα μια πολύ συγκεκριμένη επιλογή. Καθηλώνει τις δαπάνες του κοινωνικού κράτους, για να μπορέσει να παράξει τα υπερπλεονάσματα και να διαχύσει στον Προϋπολογισμό το κόστος της μη περικοπής των συντάξεων. Καλώς δεν περικόπηκαν οι συντάξεις, περικόπτεται όμως κατά 1,2 δισεκατομμύρια ο κοινωνικός Προϋπολογισμός.

Η φθίνουσα πορεία του ΕΣΥ και η ανυπαρξία πρωτοβάθμιας για το 2019 επικυρώνεται σήμερα με αριθμούς. Με αυτά τα λεφτά καμία σοβαρή παρέμβαση στο σύστημα υγείας δεν μπορεί να γίνει, καθώς έχουν καθυστερήσει και οι μεταρρυθμίσεις και οι επενδύσεις που χρειάζονται τα τελευταία χρόνια. Μιλάμε πλέον για ένα σύστημα προνοιακού χαρακτήρα, το οποίο σημαίνει πολύ κακές υπηρεσίες για πολύ φτωχούς ανθρώπους και τη μετακύλιση του κόστους της υγείας στην τσέπη των ασθενών, οι οποίοι πληρώνουν δύο φορές για την υγεία: μια φορά με ασφαλιστικές εισφορές και μια φορά με αμοιβές γιατρών. Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε, για την ανοχή».