Χαιρετισμός του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ Ευ. Βενιζέλου σε εκδήλωση του ΙΣΤΑΜΕ στο Περιστέρι με θέμα «Η κοινωνική προστασία και πρόνοια εν μέσω κρίσης. Προκλήσεις και Προοπτικές»

Φίλες και φίλοι, πανοσιολογιότατε, χαίρομαι πραγματικά γιατί το ΙΣΤΑΜΕ και το ΠΑΣΟΚ πήρε τη σημερινή πρωτοβουλία. Μια πρωτοβουλία διαλόγου με τους κοινωνικούς εταίρους, τους φορείς εκείνους που δίνουν τη μάχη στην πρώτη γραμμή, σε σχέση με την αντοχή και το μέλλον του κοινωνικού κράτους στη χώρα μας, αλλά γιατί μόνο στη χώρα μας και γενικότερα στην Ευρώπη.
Το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος ανεξάρτητα από την ειδικότερη μορφή του, ανεξάρτητα από το εάν μιλάμε για το σκανδιναβικό, το βόρειο ευρωπαϊκό, ή το νότιο ευρωπαϊκό μοντέλο, είναι μια από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις του ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού.
Στην πραγματικότητα δεν μπορεί κανείς να συλλάβει την ιδέα της Ευρώπης χωρίς τις εγγυήσεις του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους. Αυτές οι εγγυήσεις διαφοροποιούν την Ευρωπαϊκή Ένωση κυρίως από άλλες μεγάλες περιφερειακές οντότητες στην παγκόσμια οικονομία, όπως είναι οι ΗΠΑ, για παράδειγμα.
Αυτό που λέμε Ευρώπη, Ευρώπη της δημοκρατίας, Ευρώπη των δικαιωμάτων, Ευρώπη του Πολιτισμού, Ευρώπη της συνοχής, Ευρώπη της ανεκτικότητας, Ευρώπης της ιστορικής μνήμης και ιστορικής συνείδησης, δεν υπάρχει χωρίς το κοινωνικό κράτος.
Το ίδιο το ευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης όπως άνθισε στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, έχει ενσωματωμένες τις εγγυήσεις του κοινωνικού κράτους, ένα επίπεδο ζωής, ένα ασφαλιστικό σύστημα, μια πολύ συγκεκριμένη ρύθμιση της αγοράς εργασίας και των εργασιακών δικαιωμάτων, προνοιακά δίκτυα, μηχανισμούς αλληλεγγύης και αλληλοδιανομής.
Στην Ευρώπη έχει γίνει πράξη κυρίως τα τελευταία 50 χρόνια, η βασική αρχή που λέει ότι η φιλανθρωπία και τα ευγενικά αισθήματα απέναντι στους συνανθρώπους μας που βρίσκονται σε ανάγκη, είναι κάτι τελείως διαφορετικό από τις οργανωμένες κρατικές δομές που προστατεύουν τον πολίτη, τα κοινωνικά του δικαιώματα, την αξιοπρέπειά του.
Τα τελευταία όμως χρόνια ιδίως από το 2007 που η παγκόσμια κρίση πήρε ανοιχτά χαρακτηριστικά, είμαστε αναγκασμένοι να μιλάμε για μια βαθιά κρίση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους. Παράλληλα και ταυτόχρονα με την κρίση του ευρωπαϊκού μοντέλου ανάπτυξης, παραγωγής και ανταγωνιστικότητας.
Γιατί η Ευρώπη χάνει πόντους στον διεθνή ανταγωνισμό. Η Ευρώπη ως οντότητα πολιτική μικραίνει πληθυσμιακά, γερνάει και χάνει αγορές. Η κρίση συνεπώς του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους είναι μια κρίση δημοσιονομική βεβαίως, το ζούμε δημογραφική, γιατί οι γενιές αλλάζουν, η διαστρωμάτωση των γενεών αλλάζει, αναπτυξιακή.
Βρισκόμαστε στον πυρήνα του προβλήματος, της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, όπως είπα και της προοπτικής που έχει η Ευρώπη να ανασυγκροτηθεί διατηρώντας τις εγγυήσεις που την έκαναν αυτό που είναι. Ένα χώρο τελείως διαφορετικό από πλευράς πολιτισμού και προϋποθέσεων ζωής σε σχέση με άλλες περιοχές του κόσμου.
Όμως τώρα τίθενται σε αμφιβολία όλα σε όλες τις χώρες. Τα ασφαλιστικά συστήματα, οι προνοιακοί μηχανισμοί, οι εργασιακές σχέσεις, η ασφάλιση ανεργίας. Αυτό το ζήσαμε, δυστυχώς, κατ’ εξοχήν στη χώρα μας τα τελευταία 5 χρόνια. Γιατί δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, το ζούμε, είναι η καθημερινή δυσάρεστη, πολλές φορές τραγική εμπειρία η ελληνική κρίση να έχει πολύ μεγάλες επιπτώσεις και στο κοινωνικό κράτος και στην κοινωνική συνοχή.
Ανεργία, φτώχια, αύξηση της παιδικής φτώχιας, προβλήματα με ευπαθείς ομάδες, ανάγκη να δώσουμε ξανά απαντήσεις στην αγωνία των αναπήρων συμπολιτών μας, πρόβλημα με τους χαμηλοσυνταξιούχους. Άλλωστε η φτώχια συνδέεται με τα φαινόμενα αυτά, με την ανεργία, με την αναπηρία, με τις μονογονεϊκές οικογένειες.
Πολλοί νομίζουν και αυτή είναι η μεγαλύτερη παρεξήγηση από την οποία εκπορεύονται όλες οι άλλες παρεξηγήσεις πως είναι το μνημόνιο, η απόφασή μας να μπούμε σε ένα πρόγραμμα προσαρμογής που γέννησε την κρίση και η κρίση προσέλαβε χαρακτηριστικά όχι μόνο δημοσιονομικά, και χρηματοοικονομικά, αλλά φυσικά και χαρακτηριστικά κοινωνικά που είναι τα χειρότερα απ’ όλα.
Είναι πολύ δύσκολο να πείσουμε τον κόσμο ακόμη και τους πολύ στενούς μας φίλους πολιτικούς και ιδεολογικούς, ότι δεν είναι το μνημόνιο που έφερε την κρίση, αλλά είναι η κρίση που έφερε το μνημόνιο, προκειμένου να αποφύγουμε την ασύντακτη και απόλυτη καταστροφή.
Γιατί εάν δεν κάναμε την επιλογή τη δύσκολη, την υπεύθυνη, την αντιδημαγωγική, εάν δεν αναλαμβάναμε το πολιτικό κόστος, το συναισθηματικό και ηθικό κόστος των δύσκολων αποφάσεων το 2010 – 2011, μόνοι μας δυστυχώς την περίοδο εκείνη θα είχε χαθεί ο έλεγχος και τώρα δεν θα συζητούσαμε για μεγάλα ποσοστά ανεργίας, αλλά θα ψάχναμε να βρούμε κάποια μικρά, ελάχιστα ποσοστά απασχόλησης.
Δεν θα μιλούσαμε για απώλειες του 25% του ΑΕΠ λόγω σωρευτικής ύφεσης 7 ετών από το 2007 έχει αρχίσει η ύφεση και δεν το είχε καταλάβει η χώρα μας και η κοινωνία μας, αλλά θα αγωνιζόμασταν να περισώσουμε το 25% του ΑΕΠ, γιατί θα είχαμε χάσει το 75% λόγω της κρίσης.
Και η εξαθλίωση θα ήταν απόλυτη, όπως συνέβη σε άλλες χώρες, ακόμη και εάν μέναμε στο ευρώ, θα μέναμε στο ευρώ έχοντας υποστεί τη διάλυση του κοινωνικού ιστού και του παραγωγικού μηχανισμού της χώρας. Την διάλυση των τραπεζών, των επιχειρήσεων, την εξανέμιση των καταθέσεων, την εκμηδένιση των αξιών των ακινήτων. Θα πηγαίναμε πραγματικά δεκαετίες, πολλές δεκαετίες πίσω.
Χάσαμε τον έλεγχο, δυστυχώς και αναμφίβολα υπάρχουν ευθύνες πολιτικές, ιστορικές, τεράστιες, αλλά αυτό συνέβη, γιατί όταν μια χώρα βρίσκεται κάποια στιγμή να έχει ένα δημόσιο χρέος ανεξέλεγκτο που δεν μπορεί να το χρηματοδοτήσει από τις αγορές και έχει ένα πρωτογενές έλλειμμα μιας χρονιάς και μόνο, το 2009, που ξεπερνά τα 26 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή το 12,5% του ΑΕΠ, τότε δεν υπάρχει σωτηρία, δεν υπάρχει έλεος. Η επιλογή είναι ή αφήνεις να επέλθει η καταστροφή και απλώς πολιτικά δείχνεις με το δάχτυλο τον προηγούμενο, λέγοντας αυτός φταίει πιάστε τον, αλλά η χώρα έχει καταστραφεί. Ή βουτάς στα βαθιά νερά και παίρνεις αποφάσεις, οι οποίες έχουν κόστος αλλά σώζουν το μεγαλύτερο μέρος του κεκτημένου της χώρας.
Αν όλο αυτό το πούμε με μια φράση, θα λέγαμε ότι δεν είναι το μνημόνιο που έφερε την κρίση, αλλά η κρίση που έφερε το μνημόνιο και οι δραματικές επιπτώσεις που βιώνει η ελληνική κοινωνία, η οικογένεια, η επιχείρηση, είναι παρά το μέγεθός τους και τη σκληρότητά τους, οι μικρότερες δυνατές σε σχέση με αυτό που θα μπορούσε να έχει περάσει η χώρα και που το ζούμε σε άλλες περιοχές του κόσμου, σε άλλες χώρες, περήφανες, σημαντικές, με πλούτο εθνικό, όπως είναι η Αργεντινή.
Αυτό θα συνέβαινε εάν είχε επικρατήσει η άλλη λύση της δημαγωγίας και της ανευθυνότητας. Ακούω πολύ συχνά το επιχείρημα που λέει μα, δεν είναι σωστό, δεν είναι αποδεκτό και δεν είναι και συνταγματικό να περικόπτεις μισθούς και συντάξεις. Είμαι έτοιμος να το συζητήσω και δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να μειώνεις εισοδήματα, ή να βλέπεις να καταργούνται θέσεις εργασίας ή να απειλούνται θέσεις εργασίας.
Αλλά, αναρωτήθηκε ποτέ κανείς αν είναι σωστή και δίκαιη και συνταγματική η ασύντακτη χρεοκοπία και η αδυναμία καταβολής μισθών και συντάξεων; Πού θα έλεγε το παράπονό του ο κάθε Έλληνας που νιώθει ότι αδικείται; Σε ποιο Δικαστήριο θα προσέφευγε ο καθένας που βλέπει να μειώνονται τα εισοδήματα ή οι προσδοκίες του; Τι θα έλεγε; Γιατί ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος.
Πιο διαλυμένο, χρεοκοπημένο, ασύντακτο και εξευτελισμένο κράτος, θα σου έδινε λύση στις αγωνίες σου και στα αιτήματά σου. Από ποια Τράπεζα θα ζητούσες τις καταθέσεις σου, από ποια Τράπεζα θα ζητούσες χρηματοδότηση για επενδύσεις, πώς θα έβρισκες κεφάλαιο κίνησης, με ποιες εγγυητικές επιστολές θα έκανες τις εισαγωγές σου ή τις εξαγωγές σου;
Βρεθήκαμε όμως αντιμέτωποι με καταστάσεις τραγικές και δύσκολες, με νέες μορφές φτώχιας ή προσωρινής αδυναμίας χρηματοδότησης, ενός προϋφιστάμενου, καλού επιπέδου ζωής. Γιατί υπάρχουν και οικογένειες που έχουν περιουσίες οι οποίες όμως δεν αποδίδουν εισόδημα, οι οποίες είχαν μάθει σ’ ένα καλό επίπεδο ζωής μετά από χρόνια δουλειάς, οι οποίες βρέθηκαν ξαφνικά ξεκρέμαστες. Και δε μιλάμε μόνο για εργαζομένους που έγιναν άνεργοι, αλλά για επιχειρηματίες που έμειναν στο μηδέν.
Έπρεπε λοιπόν ν’ αντιμετωπίσουμε όλα αυτά τα προβλήματα και χάρις στη βοήθεια της Εκκλησίας η οποία απεδείχθη σημαντικότατη, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που βρίσκεται πάντα στην πρώτη γραμμή του πυρός, πολλών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων αλλά και των κρατικών δομών, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι σημαντικότερες Υπηρεσίες εξακολουθούν να είναι κρατικές, οι Υπηρεσίες Υγείας, το Εθνικό Σύστημα Υγείας, η Πρωτοβάθμια Φροντίδα παρά τα προβλήματα, τ’ Ασφαλιστικά Ταμεία, ο ΟΑΕΔ.
Καταφέραμε ν’ αντιμετωπίσουμε στο μέτρο του δυνατού τα προβλήματα αυτά. Δυστυχώς όλες μας οι προσπάθειες δεν είναι γνωστές. Ακόμη και δικαιούχοι πολύ σημαντικών ρυθμίσεων δεν το ξέρουν ότι είναι δικαιούχοι των ρυθμίσεων αυτών. Οι Βουλευτές μας, και αυτής και της προηγούμενης Βουλής, έχουν δώσει μάχες επί μαχών στη Βουλή προκειμένου να διασωθεί και να επεκταθεί το δίκτυο προστασίας.
Και φυσικά έχουμε τώρα την πολύ μεγάλη ευκαιρία να έχουμε τον αρμόδιο Υφυπουργό, το Βασίλη Κεγκέρογλου και την αρμόδια Γενική Γραμματεία, την Έφη Μπέκου, σε κρίσιμες θέσεις για τα προνοιακά ζητήματα.
Συσσίτια, μέριμνα για τους αστέγους, μέριμνα για τους μετανάστες υπό συνθήκες οικονομικής κρίσης. Όλα αυτά μαζί με τα μέτρα του ΟΑΕΔ για τους ανέργους, μαζί με την καθιέρωση της πλήρους ιατροφαρμακευτικής κάλυψης για όλους ανεξαρτήτως του αν είναι ασφαλισμένοι ή ανασφάλιστοι, είναι πράγματα που τα θεωρώ πολύ σημαντικά αλλά φυσικά ο κάθε άνθρωπος έχει την αγωνία του, έχει τα προβλήματά του, έχει τις προτεραιότητές του.
Δύσκολο είναι να κατανοήσει πώς οργανώνεις αυτό που λέγεται εθνική οικονομία και αντιμετώπιση μιας εθνικής οικονομικής κρίσης στο επίπεδο του γενικού συμφέροντος.
Σήμερα όμως, που είμαστε πραγματικά ένα βήμα πριν την έξοδο από την κρίση, που κοντεύουμε να ολοκληρώσουμε την προσπάθεια και ν’ αλλάξουμε κεφάλαιο, εις πείσμα όλων εκείνων που αναπαράγουν τη γκρίνια, τη μιζέρια, την απαισιοδοξία και που στην πραγματικότητα δε θέλουν ν’ αλλάξει κατάσταση η χώρα, γιατί τροφοδοτούνται πολιτικά από την κρίση και την εξαθλίωση, εις πείσμα λοιπόν όλων αυτών, τώρα που είμαστε έτοιμοι να βγούμε από την κρίση, το μνημόνιο και την τρόικα, είμαστε σε θέση να παρουσιάσουμε πολύ πιο ολοκληρωμένες προνοιακές δομές που διασώζουν την έννοια του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα, κατά έναν τρόπο που διασώζουν την έννοια του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα, κατά έναν τρόπο που νομίζω θα το μελετήσουν και άλλες χώρες ευρωπαϊκές, είτε πέρασαν από την εμπειρία της ανοιχτής κρίσης όπως η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, είτε πέρασαν ξυστά όπως η Ισπανία, η Ιταλία αλλά και άλλες χώρες που βλέπουν ότι υπάρχει μεγάλο πρόβλημα στις αντοχές τις δημοσιονομικές του κοινωνικού κράτους και του προνοιακού του συστήματος.
Παρουσιάσαμε πριν από λίγες μέρες με το Βασίλη Κεγκέρογλου, το εγγυημένο εισόδημα ως ένα δοκιμαστικό σχέδιο σε 13 Περιφέρειες, 13 Δήμους, που θέλουμε το ταχύτερο δυνατό να επεκταθεί σε όλη τη χώρα, και στους 230 Δήμους και που δίνει μια ολοκληρωμένη συνεκτική απάντηση γενικότερα στο προνοιακό πρόβλημα, στο πρόβλημα της απόλυτης φτώχιας.
Προσπαθήσαμε μέσα από το Εθνικό Σχέδιο Ανάπτυξης, το ΕΣΠΑ, μέσα από τους πόρους του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου –και θέλω να μνημονεύσω εδώ τη συμβολή και του αρμόδιου Υφυπουργού του, του Οδυσσέα Κωνσταντινόπουλου και του Γιώργου Ντόλιου στο Υπουργείο Εσωτερικών και του Βασίλη Κεγκέρογλου, προσπαθήσαμε να διατηρήσουμε όλα τα πετυχημένα προγράμματα με κορυφαίο παράδειγμα τη «Βοήθεια στο σπίτι».
Ξέρετε πάρα πολύ καλά ότι στον τομέα της υγείας που είναι ένας τομέας μεγάλων δημόσιων δαπανών, είναι αντιφατική και δύσκολη η προσπάθεια να ισορροπήσεις ανάμεσα στην ανάγκη για μείωση μη αναγκαίων, δαπανών, ιδίως φαρμακευτικών και άλλων και την αγωνία του κάθε ανθρώπου που έχει ανάγκη από το νοσοκομείο ή το γιατρό της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.
Αλλά βλέπετε, μιλάμε αθροιστικά σ’ επίπεδο δημοσιονομικό για πάρα πολλά δισεκατομμύρια και για μια εκτίναξη της δαπάνης κατά ένα ποσοστό που υπερβαίνει το 100% από το 2004 έως το 2009, άρα έπρεπε να συμμαζέψουμε και να εκλογικεύσουμε την κατάσταση αυτή.
Ξέρω τις ταλαιπωρίες, ξέρω ποια είναι η πραγματικότητα και του συστήματος υγείας και του προνοιακού συστήματος, όμως οι θυσίες των Ελλήνων πολιτών είναι αυτές που μας έδωσαν το πρωτογενές πλεόνασμα. Εμείς είχαμε προβλέψει την αξιοποίηση του πλεονάσματος του πλεονάσματος, του παραπάνω πλεονάσματος μέσα από το κοινωνικό πλεόνασμα και μέσα από την έναρξη μιας διαδικασίας αποκατάστασης αδικιών που τώρα πια θα πάρει άλλες διαστάσεις, πολύ πιο μεγάλες με τα δεδομένα τα δημοσιονομικά του 2014 και του 2015. Γιατί έχουμε πετύχει τους στόχους μας αυτούς.
Όμως, ας πούμε την αλήθεια. Το προνοιακό πρόβλημα, το πρόβλημα της απόλυτης φτώχιας, θα το λύσουμε με το που θ’ αλλάξει ο κύκλος της πραγματικής οικονομίας. Με τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, με τις επενδύσεις, με τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης, με τη μείωση, την αποκλιμάκωση της ανεργίας, καθώς έχουμε πει και δεν το λέμε εμείς, το λένε οι Τράπεζες και οι Διευθύνσεις Μελετών τους, έχουμε τη δυνατότητα τα επόμενα 5 χρόνια να δημιουργήσουμε 720.000 θέσεις εργασίας που τις έχουμε μετρήσει μία-μία σε κάθε τομέα από την αγροτική παραγωγή μέχρι τις υποδομές και από την ενέργεια μέχρι τον τουρισμό.
Έτσι θα λύσουμε στην πραγματικότητα το πρόβλημα της αντοχής του ασφαλιστικού συστήματος με το που μπαίνουν νέοι εργαζόμενοι και άρα νέες εισφορές αλλάζουν τα δεδομένα τα οικονομικά του ασφαλιστικού συστήματος, μειώνεται η ανάγκη για προνοιακές πολιτικές γιατί οι άνθρωποι έχουν εισόδημα από την εργασία τους, παύουν να φοβούνται οι συνταξιούχοι για το αν θα πάρουν τη σύνταξή τους.
Και βέβαια όλα τα ενδιάμεσα μέτρα που παίρνουμε, οι ρυθμίσεις των δόσεων στ’ Ασφαλιστικά Ταμεία, οι ρυθμίσεις σε σχέση με τις φορολογικές υποχρεώσεις, η λύση για τα κόκκινα δάνεια τα επιχειρηματικά των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων αλλά έρχεται και η λύση για τα στεγαστικά και τα καταναλωτικά κόκκινα δάνεια, η αλλαγή στην ίδια τη νοοτροπία του τραπεζικού συστήματος γιατί μιλάμε για τις Τράπεζες, όχι για τους τραπεζίτες, οι παλιοί τραπεζίτες έχουν προ πολλού χάσει την αξία των μετοχών τους, μιλάμε για κρατικές Τράπεζες αυτή τη στιγμή στην πλειοψηφία τους, άρα μιλάμε για ένα κοινωνικό αναπτυξιακό θεσμό που με τα stress tests έχει τη δυνατότητα τώρα επειδή νιώθει ασφάλεια να στραφεί στη χρηματοδότηση και τη στήριξη της πραγματική οικονομίας, των επιχειρήσεων, της απασχόλησης.
Αυτό είναι που θα δώσει και τη μεγάλη απάντηση. Φυσικά ως τότε υπάρχουν χιλιάδες προβλήματα. Κάθε μέρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια λερναία ύδρα, με τον Γιάννη Βαρδακαστάνη που σε παγκόσμιο επίπεδο εκπροσωπεί το αναπηρικό κίνημα, είχα την ευκαιρία να το ζήσω και στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στο ρόλο του αυτό, πολλές φορές έχουμε συζητήσει για προβλήματα στενοκεφαλιάς, γραφειοκρατίας, αντίστασης της δημόσιας διοίκησης, έλλειψη ευελιξίας, ή έλλειψης πόρων.
Πολλές φορές πράγματα απλά δεν γίνονται και πολλές φορές το κράτος έχει μεγαλύτερες αδυναμίες από ό,τι η εκκλησία, η Τοπική Αυτοδιοίκηση, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις. Όμως φίλες και φίλοι, τώρα πραγματικά μπορούμε να σχεδιάσουμε το μέλλον και να δώσουμε μια απάντηση στους πολίτες, στους συμπολίτες μας που έχουν ανάγκη από τη στήριξη του κράτους και της κοινωνίας, η οποία απάντηση δεν είναι μια απάντηση συγκυριακή, προσωρινή, αλλά μια απάντηση πιο ολοκληρωμένη και γι’ αυτό πιο αισιόδοξη, γιατί με το πού θα αλλάξει σελίδα η χώρα, θα αλλάξει το διεθνές κλίμα, πιστεύουμε ότι θα καλύψουμε το χαμένο έδαφος και πολύ γρήγορα θα βρούμε το επίπεδο που χάσαμε, το επίπεδο του 2009 – 2010.
Ναι, πράγματι γυρίσαμε μερικά χρόνια πίσω. Δεν ήταν άσχημα και τα χρόνια εκείνα, ή το 2005, ή το 2004, αλλά βεβαίως είναι τραγικό και ανιστόρητο να λες σε μια χώρα, σε ένα λαό, σε μια κοινωνία, θα γυρίσεις προς τα πίσω, εκεί που τόσα χρόνια πήγαινες προς τα μπρος. Αυτό δεν το δέχεται κανείς, το θεωρεί παράλογο και άδικο.
Όμως έχει πολύ μεγάλη σημασία να μαθαίνουμε από τα λάθη μας, τα λάθη του πολιτικού συστήματος, τα λάθη τα δικά μας, αλλά και τα λάθη τα κοινωνικά, τα εθνικά, τα ομαδικά, γιατί όλα τα λάθη, όπως έχω πει πολλές φορές, έχουν ψηφιστεί στην Ελλάδα με μεγάλες πλειοψηφίες όλα τα ψέματα έχουν ψηφιστεί και αυτό θα μπορούσε να το συγχωρήσει και να το ανεχτεί κανείς μέχρι το 2009, αλλά τώρα που έχουμε ζήσει την πραγματικότητα, όποιος νομίζει ότι θα ξαναβρεί ένα χαμένο παράδεισο μέσα από την επάνοδο στο ψέμα, τη δημαγωγία και τις πελατειακές σχέσεις, κάνει απλώς λάθος και χάνει το χρόνο του. Θα απογοητευτεί και θα απογοητευτεί πάρα πολύ γρήγορα.
Το δίλημμα είναι πάντα πάρα πολύ απλό. Ή θα πεις την αλήθεια και θα στηριχθείς στη δουλειά και το μυαλό των Ελλήνων, ή θα αναπαράγεις εύκολα και στερεότυπα ψέματα. Δεν υπάρχουν θαύματα και κανείς δεν μπορεί να πει πια ότι δεν ήξερα, δεν άκουσα, παρασύρθηκα.
Υπάρχουν πολιτικοί που ακολουθούν την πεπατημένη. Την παλιά λογική. Καταγγέλλουν τη μεταπολίτευση, αλλά θέλουν να επαναλάβουν τις χειρότερες και πιο άρρωστες εκδοχές της μεταπολίτευσης.
Και υπάρχουν κάποιοι πολίτες που δίνουν προσοχή και βάση σε αυτά που ακούνε. Υπάρχει η ευθύνη του πολίτη πλέον και υπάρχει ευθύνη του πολίτη που έχει περάσει δύσκολες εμπειρίες, έχει ζήσει καταστάσεις οι οποίες τον έχουν φέρει με την πλάτη στον τοίχο, άρα πρέπει να είναι εξαιρετικά προσεκτικός και εξαιρετικά απαιτητικός.
Ζήσαμε τις προηγούμενες μέρες την αντίδραση των αγορών, ενώ υπάρχει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που θέλουμε να γίνει ολοκληρωμένη συμφωνία με τους εταίρους μας για την έξοδο από την κρίση, το μνημόνιο και την τρόικα.
Μας λένε πολλοί, μήπως η κυβέρνηση βιάστηκε; Μήπως έπρεπε να είμαστε πιο επιφυλακτικοί; Μήπως πρέπει να σκεφτούμε ότι χωρίς το ΔΝΤ μπορεί να είμαστε χειρότερα; Μήπως χρειαζόμαστε και την τρόικα; Μήπως δεν πειράζει να έχουμε και μνημόνιο;
Αυτό είναι το πρόβλημα; Ή το πρόβλημα είναι να σκεφτούμε πόσο επικίνδυνο είναι να διατυμπανίζεις ψεύτικες υποσχέσεις στη ΔΕΘ και να μην διδάσκεσαι από αυτά που έχει ζήσει η χώρα, αλλά και όλη η Ευρώπη;
Βλέπουμε πώς χειρίζονται το θέμα μεγάλες και πανίσχυρες χώρες. Η δεύτερη και η τρίτη οικονομία στην Ευρωζώνη, η Γαλλία και η Ιταλία. Πώς διαπραγματεύονται, πώς κινούνται προσεκτικά, πώς συμβιβάζονται με ένα σύστημα που είναι σκληρό. Διαπνέεται από μια νεοφιλελεύθερη αντίληψη, γιατί αυτή ψηφίζουν οι λαοί στις χώρες αυτές, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες καλώς ή κακώς.
Άρα λοιπόν ναι όλοι πρέπει να διδασκόμαστε από την εμπειρία μας, όπως διδάχτηκε και η Κύπρος όταν κάποια στιγμή πίστεψε ότι υπάρχει ένα σχέδιο βήτα που απεδείχθη πολύ χειρότερο από το σχέδιο άλφα.
Όλα αυτά πρέπει να μας κάνουν να στρέψουμε την προσοχή μας στο μέλλον, η σταθερότητα και η ολοκληρωμένη εφαρμογή του σχεδίου είναι αυτή που θα δώσει απάντηση και στο οικονομικό και στο αναπτυξιακό και στο παραγωγικό και στο κοινωνικό πρόβλημα της χώρας. Δηλαδή μας επιτρέπει να πάμε σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο και σε ένα νέο μοντέλο κοινωνικού κράτους στη χώρα μας, που να είναι αξιοπρεπές και λειτουργικό.
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Αφήστε μια απάντηση