ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΞΕΚΑΛΑΚΗ

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΤΗΣ Κ.Π.Ε. ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ

ΣΤΟ 36ο ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ Γ.Σ.Ε.Ε.

Αξιότιμε Πρόεδρε της ΓΣΕΕ,

Κυρίες, Κύριοι

Αγαπητοί συνάδελφοι σύνεδροι,

Αποτελεί ιδιαίτερη τιμή για μένα, ως εργαζόμενο και ασχολούμενο με τα κοινά, μέσα από το χώρο του επιστημονικού συνδικαλισμού, η δυνατότητα που μου δίνεται να απευθύνω χαιρετισμό από το βήμα του 36ου συνεδρίου της ΓΣΕΕ, εκπροσωπώντας το ΠΑΣΟΚ και την Πρόεδρό του Φώφη Γεννηματά, της οποίας σας μεταφέρω τους θερμούς της χαιρετισμούς.

Τις ημέρες αυτές τα βλέμματα όλων μας είναι στραμμένα στη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλες και στην εξεύρεση πανευρωπαϊκής λύσης, που θα διασφαλίσει το κεκτημένο της ενωμένης Ευρώπης και θα περιφρουρήσει τα εθνικά και κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Το συνέδριο όμως αυτό δεν γίνεται μόνο εν μέσω της περιδίνησης του προσφυγικού και μεταναστευτικού προβλήματος.

Γίνεται σε μια περίοδο όπου η Ελληνική Κοινωνία, ο κόσμος της δουλειάς προσπαθούν να συνέλθουν από το «τσουνάμι» των επιπρόσθετων βαρών που φορτώνει στις πλάτες τους η εθνικολαϊκιστική κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛ.

Δεν είναι μόνο το σοκ που προκλήθηκε από το γεγονός ότι ο κύριος Τσίπρας έταξε τα πάντα στους πάντες για να μπορέσει να ανέλθει στην εξουσία και δεν υλοποιεί ούτε κατ’ ελάχιστο τις δεσμεύσεις του.

Δεν είναι μόνο η χαριστική βολή που δίνεται στον κόσμο της εργασίας από τα capital controls, την ανεπαρκή και με χρονική υστέρηση απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αδυναμία διαμόρφωσης των ικανών και αναγκαίων συνθηκών που θα βελτιώσουν το οικονομικό και επενδυτικό περιβάλλον, προϋποθέσεις αναγκαίες για να επανέλθει η Χώρα σε τροχιά ανάπτυξης, για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας.

Είναι η οργή που προκαλείται από τη γενικότερη στάση του Πρωθυπουργού, ο οποίος στα 42 του χρόνια, όντας ένας άνθρωπος της γενιάς μας, βάζει, με τις πολιτικές που ασκεί, ταφόπλακα στα όνειρα και τις φιλοδοξίες του πιο παραγωγικού δυναμικού που έχει σήμερα η πατρίδα μας και οδηγεί σε απόγνωση τη νέα γενιά που σήμερα προσπαθεί αγωνιωδώς να εισέλθει στον επαγγελματικό στίβο.

Γιατί στη λογική της εξίσωσης των πάντων προς τα κάτω, μας κατατάσσει όλους στην κατηγορία των αναλώσιμων και των απασχολήσιμων.

Ξέρετε συνάδελφοι, το να δουλεύεις 10 και 12 ώρες τη μέρα για 500 ευρώ το μήνα ή για μήνες απλήρωτος είναι απασχόληση.

Το να κάνεις μια ή και περισσότερες δουλειές το μήνα, αλλά να παίρνεις 50 ευρώ είναι κι αυτό απασχόληση.

Το να δουλεύεις σκληρά, αλλά στο τέλος του μήνα να μη σου μένει φράγκο, γιατί στην καλύτερη με τις απολαβές σου έχεις να καλύψεις ασφάλιση, εφορία, ενοίκιο, κ.α., κι αυτό απασχόληση είναι.

Όλα αυτά και πολλά άλλα είναι απασχόληση.

Όμως τίποτα απ’ αυτά δεν την καθιστά βιώσιμη.

Κι εμείς δε δουλεύουμε από χόμπι, δουλεύουμε για να ζήσουμε.

Δεν είμαστε αριθμοί για να μας προσθέτουν ή να μας αφαιρούν από το ποσοστό των ανέργων, κατατάσσοντάς μας στην κατηγορία των απασχολήσιμων .

Είμαστε άνθρωποι με ανάγκες, όνειρα, δίψα για ζωή και προσφορά στην κοινωνία και στη Χώρα.

Δε θέλουμε απλά να απασχοληθούμε. Θέλουμε να εργασθούμε και να εισπράξουμε από την εργασία μας αυτό που μας αντιστοιχεί από την υπεραξία που εμείς προσδίδουμε σ’ αυτή.

Αυτή λοιπόν είναι μια πρώτη μεγάλη πρόκληση για το συνδικαλιστικό κίνημα.

Σε αντίθεση με τα όσα διεκδικούσε προηγούμενες δεκαετίες και οδηγούσαν σε περαιτέρω αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων, σήμερα, οφείλει να τοποθετηθεί με ρεαλισμό και σοβαρότητα ως προς τη διασφάλιση των υφιστάμενων και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας που θα οδηγούν κατ’ ελάχιστο στην αξιοπρεπή διαβίωση των εργαζομένων.

Γιατί αυτή είναι και η μόνη απάντηση για την ύπαρξη ενός βιώσιμου ασφαλιστικού συστήματος.

Κάθε επιλογή που αγνοεί αυτή την παράμετρο, κάθε επιλογή που δε συνυπολογίζει ότι χρόνο με το χρόνο μειώνεται δραματικά το ισοζύγιο εργαζομένων – συνταξιούχων και ανενεργού πληθυσμού, κάθε επιλογή που δεν αντιλαμβάνεται ότι διαρρηγνύεται το μέτωπο της αλληλεγγύης των γενεών όταν, πέραν των θέσεων εργασίας, υπάρχει χάσμα ανάμεσα στο μέσο μισθό των εργαζομένων και στις συνταξιοδοτικές απολαβές,καθίσταται εκ προοιμίου θνησιγενής.

Δεύτερο ζητούμενο είναι η συνδικαλιστική κάλυψη του συνόλου των εργαζομένων που δραστηριοποιούνται, υπό οιαδήποτε μορφή, στον ιδιωτικό τομέα.

Από στοιχεία που τέθηκαν εν γνώσι μας, φαίνεται ότι μέσα από τις τάξεις του οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος στον ιδιωτικό τομέα εκπροσωπείται μόνο το 15% με 20% των εργαζομένων στις ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Από αυτό και μόνο το στοιχείο καθίσταται σαφές ότι υπάρχει ένα τεράστιο έλλειμμα εκπροσώπησης των ιδιωτικών υπαλλήλων στο συνδικαλιστικό στερέωμα με ότι αυτό συνεπάγεται τόσο για τους ίδιους, όσο και γι’ αυτή καθ’ αυτή την πλουραλιστική διάσταση του κινήματος.

Τα αίτια αυτής της κατάστασης μπορούν να αναζητηθούν:

Α. Στη μικρή κλίμακα των επιχειρήσεων, οι οποίες στην πλειοψηφία τους απασχολούν μέχρι 20 εργαζόμενους, γεγονός που εκ του νόμου δεν επιτρέπει την ύπαρξη οργανωμένης έκφρασης (επιχειρησιακού σωματείου) στους χώρους δουλειάς.

Παρότι υπάρχουν τα κλαδικά σωματεία, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι εργαζόμενοι δεν συσπειρώνονται και δεν δυναμώνουν την κλαδική συλλογική τους έκφραση.

Έτσι η διασπορά των εργαζομένων σε μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων δυσκολεύει την συνεννόηση μεταξύ τους και αδυνατίζει τη συλλογική δράση.

Β. Στην επιφυλακτική στάση που κρατούν οι εργαζόμενοι ως προς τη συμμετοχή τους σε σωματεία ή συνδικάτα, λόγω της αρνητικής αντιμετώπισης μιας τέτοιας επιλογής εκ μέρους κάποιων εκ των εργοδοτών.

Γ. Στις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα σε εργοδότες και εργαζόμενους και που σε πολλές περιπτώσεις οδηγούν τους δεύτερους σε λανθάνουσα προσέγγιση της ηθικής δέσμευσης που έχουν έναντι των εργοδοτών τους.

Είτε είναι αυτά τα αίτια, είτε κάποια άλλα, η ουσία είναι πως κανείς δεν μπορεί και δεν πρέπει να μένει μόνος και απροστάτευτος σε περιόδους οικονομικής – κοινωνικής αστάθειας και κρίσης.

Τρίτο αιτούμενο είναι η διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και η αποτροπή κάθε πράξης που θα γεννήσει ή θα ενισχύσει τον κοινωνικό αυτοματισμό που επιδιώκει να θεμελιώσει η σημερινή Κυβέρνηση, για να ακυρώσει τις κοινωνικές αντιδράσεις που απορρέουν από τις ασκούμενες πολιτικές της.

Παρατηρούσα στις τελευταίες συγκεντρώσεις τα μπλοκ των συνδικαλιστικών και επιστημονικών φορέων να βρίσκονται σε μια σχετική δυσαρμονία.

Ενέργειες ισχνών μειοψηφιών προσπάθησαν να απαξιώσουν τις διαδικασίες και να αποσυσπειρώσουν το Κίνημα.

Η ΓΣΕΕ, ως η μεγαλύτερη και αρχαιότερη συνδικαλιστική οργάνωση στη Χώρα μας, οφείλει να αναδείξει την αναγκαιότητα της ενότητας στον αγώνα των εργαζομένων και της ισότητας στο δικαίωμά τους για τη διασφάλιση των εργασιακών δικαιωμάτων, ανεξαρτήτως της επαγγελματικής τους απασχόλησης, όταν αυτά δεν υπονομεύουν τη συλλογική προσπάθεια.

Στην προσπάθεια για τη διαμόρφωση και σύναψη μιας νέας κοινωνικής συμφωνίας δεν περισσεύει κανείς.

Στην πρώτη γραμμή του αγώνα τίθενται τόσο οι συνδικαλιστικές, όσο και οι πολιτικές – κομματικές συλλογικότητες.

Σ’ αυτή την προσπάθεια προσέρχεται να συμβάλει σήμερα και το ΠΑΣΟΚ.

Προσέρχεται με διαπιστευτήρια της προσφοράς του, τον εκδημοκρατισμό και τη στήριξη του συνδικαλιστικού κινήματος μέσα από το νόμο 1264/82 και την ραγδαία βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των μικρών και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων.

Προσέρχεται με εχέγγυο το στελεχιακό του δυναμικό, που στη μεγάλη του πλειοψηφία υπέστη τα ίδια δεινά και εξακολουθεί να έχει τις ίδιες αγωνίες με το σύνολο της Ελληνικής κοινωνίας, που ταλαιπωρείται ακόμα από την «περιπέτεια» των μνημονίων.

Δεν εθελοτυφλώ.

Αντιλαμβάνομαι ότι ελάχιστοι θυμούνται που βρισκόταν το 1981 και που βρέθηκαν το 2004.

Είναι λογικό και ανθρώπινο όλοι μας να σκεφτόμαστε το που βρισκόμασταν το 2010 και που βρισκόμαστε σήμερα.

Δεν θα ανατρέξω στο πως φτάσαμε ως εδώ.

Δε θα θυμηθώ την εγκληματική διακυβέρνηση Καραμανλή, που μέσα από τα δομημένα ομόλογα και τις αλόγιστες σπατάλες τροχοδρόμησε τη Χώρα στο μονόδρομο των μνημονίων, τα Ζάππεια, τις πλατείες των «αγανακτισμένων» και τα προγράμματα της Θεσσαλονίκης.

Θα σταθώ μόνο στα δικά μας λάθη. Με πρώτο και μεγαλύτερο το πώς πορευτήκαμε κατά την πρώτη περίοδο εισόδου της Χώρας στα μνημόνια.

Τότε που αποφασίσαμε να κυβερνήσουμε και να πορευθούμε ερήμην των παραδοσιακών μας συμμάχων και να διαμορφώσουμε τις πολιτικές μας χωρίς να λάβουμε υπόψη τις θέσεις των κοινωνικών εταίρων, διαρρηγνύοντας έτσι τη σχέση με τα βασικά μας «υποστυλώματα», που συνέβαλαν κατά το παρελθόν στην εδραίωσή μας ως πρωταγωνίστρια δύναμη στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό.

Γιατί το μνημόνιο θέτει στόχους που υποχρεούμαστε να υπερβούμε, αλλά κανείς δεν μας δεσμεύει για την διαδρομή – τις πολιτικές προτάσεις που θα διαμορφώσουμε για να τους επιτύχουμε.

Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά του πρόσφατου παρελθόντος με την αντίληψη που διέπει σήμερα τον πολιτικό μας φορέα.

Σήμερα, οι σχεδιαζόμενες πολιτικές, τα πολιτικά μας προτάγματα, οι κοινωνικές μας συμμαχίες διέπονται πάλι από τις αρχές και τις αξίες της 3ης του Σεπτέμβρη.

Σήμερα, ο πολιτικός μας λόγος διαμορφώνεται και αρθρώνεται από όλους όσους καθίστανται αποδέκτες αυτών των πολιτικών.

Διαμορφώνεται από εμάς, για όλους εμάς.

Σήμερα, από το βήμα του 36ου συνεδρίου σας, σας καλώ να κάνουμε μαζί μια νέα αρχή.

Το χάσμα των προηγούμενων χρόνων μέρα με τη μέρα γεφυρώνεται με την παρουσία σε καίρια πόστα του ΠΑΣΟΚ ανθρώπων που πρωταγωνιστούν στα κινήματα των επιστημόνων, στα συνδικάτα, στο συνεταιριστικό κίνημα.

Γεφυρώνεται με την απόσυρση των στελεχών γυάλας και την εμπλοκή στα κομματικά δρώμενα ενεργών πολιτών, προερχόμενων από τα δυναμικότερα στρώματα της κοινωνίας και των παραγωγικών τάξεων.

Γεφυρώνεται με τη δική σας ενεργό συμμετοχή στην παραγωγή των πολιτικών θέσεων και προτάσεων στη σύνταξη και εφαρμογή ενός νέου συμβολαίου με το Λαό.

Καλή επιτυχία στις εργασίες του συνεδρίου σας.

Ραντεβού από Δευτέρα για να διαμορφώσουμε από κοινού με τη νέα σας ηγεσία, με θεσμικό τρόπο, το νέο στρατηγικό σχέδιο για την παραγωγική ανασυγκρότηση της Χώρας, έτσι ώστε να γίνει πράξη το διεκδικητικό πλαίσιο των εργαζομένων και να καταστίσουμε τα μνημόνια μια κακή ανάμνηση.