Κυρίες και κύριοι βουλευτές, εν όψει των Χαιρετισμών που αρχίζουν την Παρασκευή -υπό το πνεύμα αυτό μίλησε και ο κ. Ζουράρις προηγουμένως- και έχοντας κι εγώ το μυαλό μου στην εικόνα της Παναγίας της Νικοποιού που βρίσκεται στον Άγιο Μάρκο στη Βενετία, θα ήθελα να κάνω μερικές συνοπτικές παρατηρήσεις έχοντας παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή τη συζήτηση μέχρι τώρα, αλλά κυρίως περιμένοντας τις τελευταίες ώρες της συζήτησης και από τη δευτερολογία του Πρωθυπουργού κάποιες απαντήσεις που δεν τις έλαβα μέχρι στιγμής.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, για πρώτη φορά τα τελευταία 40 χρόνια διεξάγεται συζήτηση στη Βουλή επί προγραμματικών δηλώσεων σε τόσα πολλά συγκρουόμενα και αντιφατικά επίπεδα.

Σε σχέση με τη γλώσσα και τα αισθήματα, το πρώτο επίπεδο είναι ο ενθουσιασμός και η υπηρηφάνεια που αγγίζει το όριο της εθνικιστικής έξαρσης.

Το άλλο επίπεδο είναι το επίπεδο της αμηχανίας και του φόβου, που βρίσκει καταφύγιο όπου μπορεί. Με εντυπωσίασε το γεγονός ότι πάρα πολύ δημοφιλές καταφύγιο είναι οι δηλώσεις του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Κυριαρχεί το απλοϊκό σχήμα «οι αριστερές Ηνωμένες Πολιτείες εναντίον της δεξιάς Ευρώπης». Αναζητούν καταφύγιο κυβερνητικά στελέχη, σε οποιαδήποτε συμπαθητική αλλά δυστυχώς αναρμόδια δήλωση στο εξωτερικό.

Σε σχέση με αυτές καθ’ αυτές τις προγραμματικές δεσμεύσεις έχουμε τρία διαφορετικά επίπεδα:

– Το πιο εντυπωσιακό διεθνώς είναι οι συνεχείς πολιτικές και επικοινωνιακές πιρουέτες του Υπουργού των Οικονομικών.

– Το δεύτερο επίπεδο είναι η έκπληξη και η εμμονή υπουργών και στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που εμφανίζονται ως θεματοφύλακες της προγραμματικής συνέπειας του ΣΥΡΙΖΑ.

– Και βεβαίως υπάρχει και ο Πρωθυπουργός που εκ του ρόλου του προσπαθεί να εμφανιστεί αμετακίνητος προς τα μέσα και συμβιβαστικός προς τα έξω.

Το κρισιμότερο όμως είναι ότι έχουμε διαφορετικά επίπεδα σε σχέση με τα γεγονότα. Έχουμε προγραμματικές δηλώσεις εδώ και καλούμαστε να δώσουμε αρνητική ή θετική ψήφο στην πρόταση εμπιστοσύνης σήμερα στη Βουλή των Ελλήνων, αλλά αύριο έχουμε πρόταση συμφωνίας ή ενδεχομένως διαφωνίας με τους εταίρους και πιστωτές στο Eurogroup και την ελληνική θέση, την τελική, την καθαρή, την επίσημη, δεν τη γνωρίζει και δεν καλείται να την εγκρίνει η Βουλή των Ελλήνων.

Συζητάμε εφ’ όλης της ύλης, αόριστα, αντιφατικά, αύριο πρέπει να ειπωθούν πράγματα συγκεκριμένα και δεσμευτικά, ουδείς τα έχει πει, όλα συντελούνται ερήμην της Βουλής.

Είπα χθες ότι μεταξύ κομματικού κόστους, λόγω ορθής υπαναχώρησης σε σχέση με προεκλογικές εξαγγελίες, και εθνικού κόστους, λόγω εσφαλμένης εμμονής σε στρατηγικά λάθη, είναι σαφώς προτιμότερο το πρώτο.

Όμως, κυρίες και κύριοι βουλευτές, η στροφή θέλει προσοχή για να μη συμβούν ατυχήματα καθ’ οδόν, όχι αναγκαστικά λόγω βούλησης -επειδή χθες μίλησα για τον παραδοσιακό βολονταρισμό της Αριστεράς- αλλά λόγω άγνοιας, για λόγους τεχνικούς κι αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό.

Υπάρχουν βεβαίως θεσμικές προδιαγραφές και εγγυήσεις ,αν θέλουμε να αποφύγουμε τα λάθη αυτά και η μία, η πιο βασική, είναι να πούμε μεταξύ μας, επισήμως, εδώ στη Βουλή, εφόσον πάμε σε αλλαγή εθνικής στρατηγικής, ποια είναι τελικά αυτή.

Αφετηρία είναι η απάντηση στο ερώτημα για το ποιά είναι πράγματι η εντολή του ελληνικού λαού, επί τη βάσει της οποίας ενεργεί και οφείλει να ενεργεί η εκάστοτε κυβέρνηση.

Κατά τη δική μου εκτίμηση, η εντολή του λαού που οφείλει να σεβαστεί η κυβέρνηση είναι διαπραγμάτευση, αλλά όχι ρήξη.

– Η εντολή του λαού είναι διαπραγμάτευση σκληρή, αλλά οργανωμένη και ουσιαστική, όχι επιπόλαιη και επικοινωνιακή.

– Η εντολή του λαού είναι βελτίωση και όχι επιδείνωση του πλαισίου μέσα στο οποίο κινείται η χώρα.

– Εντολή του λαού είναι η παραμονή στο ευρώ και όχι οριακά παιχνίδια με τεράστιο κίνδυνο.

Και προσέξτε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κυρίες και κύριοι υπουργοί, ο κίνδυνος δεν είναι το grexit, η έξοδος από το ευρώ, ο κίνδυνος είναι ενδιάμεσες, κακές και εκβιαστικές καταστάσεις, εντός ευρώ, που σε κάνουν να ταπεινώνεσαι και να παρακαλείς να βγεις από το ευρώ για να γλιτώσεις.

Έχουμε τη δοκιμαστική εμπειρία της Κύπρου, δε θέλω να μιλήσω ούτε για έλεγχο κεφαλαίων, ούτε για αναγκαστική ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών μέσω καταθέσεων, που πιστεύω ότι τίποτα από αυτά δε θα γίνει, γιατί θα υπάρξει ορθή στροφή, έστω κι αν υπάρχει η κραυγή, όπως είπα χθες,´´ επίθεση  ´´αλλά γίνεται υποχώρηση.

Έχω την αίσθηση επίσης ότι αυτά που σας αναφέρω τώρα, τα τέσσερα σημεία, είναι ο κοινός παρονομαστής της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Οι κοινός παρονομαστής αυτών που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, αλλά και αυτών που ψήφισαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Αλλά όλους τους πολίτες τους εκπροσωπεί η κυβέρνηση τώρα και αυτούς που την ψήφισαν και αυτούς που δεν την ψήφισαν και οφείλει επίσης να σεβαστεί όλους τους πολίτες και αυτούς που δεν την ψήφισαν και αυτούς που την ψήφισαν πιστεύοντας ότι η χώρα δε θα διατρέξει κίνδυνο, θα πάει προς τα μπρος κι όχι προς τα πίσω.

Έχουμε ζήσει πολλές καταστάσεις, προσωπικά έχω πολύ έντονα βιώματα τα τελευταία χρόνια από το 2009. Έχω την αίσθηση του déjà-vu, όπως θα έλεγα και ο φίλος μου ο κ. Ζουράρις. Τα έχουμε ξαναδεί όλα αυτά, νοιώθω σα να επαναλαμβάνονται σκηνές του 2009, των πρώτων μηνών του 2010.

Πάλι ακούω να γίνεται λόγος για ένα περίστροφο που τότε ήταν πάνω στο τραπέζι, τώρα είναι στον κρόταφο. Τότε το περίστροφο ήταν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που κάποιοι νόμιζαν στην Ελλάδα ότι συνιστά απειλή και εκβιασμό για την Ευρώπη, ενώ το ήθελε η Γερμανία και όλες οι σκληρές συντηρητικές κυβερνήσεις. Το ήθελε εις βάρος της Κομισιόν γιατί η Κομισιόν δεν είχε λάβει προληπτικά μέτρα σε σχέση με την κρίση.

Και τότε κάποιοι έψαχναν εξωευρωπαϊκή λύση, όπως και οι Κύπριοι αργότερα, στη Ρωσία, η οποία μας έστειλε πίσω στην Ευρώπη και στο ΔΝΤ, στην Κίνα που απεδείχθη ότι, με φιλικά αισθήματα πάντα, είχε μόνον 6 δισ. ευρώ ελληνικά ομόλογα σε σχέση με το σύνολό του χρέους. Τώρα ακούω και διαβάζω πως μπορεί και οι Ηνωμένες Πολιτείες να βοηθήσουν. Νομίζω ότι πρόκειται για τεράστιο λάθος, λάθος το οποίο διπλασιάζεται επειδή πρόκειται για σκηνές που έχουμε ζήσει.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σας στηρίζουμε απερίφραστα και ειλικρινά στη διεθνή διαπραγμάτευση. Το λέμε αυτό καθαρά σε όλες τις επαφές μας με το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα και τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά κόμματα, είτε αυτά μετέχουν σε κυβερνήσεις, είτε είναι αντιπολιτευόμενα.

Δεν ενθουσιαζόμαστε με την ευκολία που ενθουσιάζεται η κυβέρνηση όταν κάνει επαφές με κυβερνήσεις, ακόμη και σοσιαλδημοκρατικές, γιατί ξέρουμε ποια είναι η ορολογία των διπλωματικών επαφών, ποιο είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο των πολιτικών. Και ξέρουμε ότι ανεξάρτητα από τις καλές προθέσεις υπάρχουν όρια αντικειμενικά από το συσχετισμό των δυνάμεων και την κατάσταση της οικονομίας σε κάθε χώρα. Και βέβαια δεν υπάρχει μια Ευρωπαϊκή Αριστερά εκτός Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος που να μπορεί να βοηθήσει, γιατί δεν μετέχει σε καμία κυβέρνηση.

Σας στηρίζουμε. Ως αντιπολίτευση σας στηρίζουμε από τη Βουλή. Προτείναμε να συγκροτηθεί Εθνική Ομάδα Διαπραγμάτευσης. Όμως αυτή η εθνική συστράτευση έχει προϋποθέσεις. Και η ελάχιστη προϋπόθεση είναι η ενημέρωση, ο αλληλοσεβασμός και η συνεννόηση, αν όχι η συμφωνία. Δεν διεκδικούμε συμφωνία με τις θέσεις μας.

Αλλά μια στοιχειώδη συνεννόηση ως προς τα πραγματικά δεδομένα. Και αυτό δεν έχει γίνει. Και δεν έχει γίνει ενώ η χώρα διέρχεται μια φάση εξαιρετικά επισφαλή και κρίσιμη, μια φάση τα αποτελέσματα της οποίας υπερβαίνουν τα όρια της εντολής και της νομιμοποίησης οποιασδήποτε κυβέρνησης. Ακόμη και μιας κυβέρνησης νεοεκλεγμένης, ριζοσπαστικής, αν και ετερόκλητης, όχι μόνο λόγω των ΑΝΕΛ, αλλά και λόγω μεγάλων εσωτερικών διαφωνιών, όπως φάνηκε στη συζήτηση.

Ας δούμε τη σύνοψη των κυβερνητικών θέσεων.

Δεν επανέρχομαι στο θέμα του χρέους, γιατί εκτιμώ ότι η στροφή στο θέμα αυτό έχει ήδη συντελεστεί. Ακόμη και αν ανθίστανται ρητορικά κάποια στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Θεωρώ ότι εγκαταλείφθηκαν οριστικά οι δηλώσεις περί μονομερών ενεργειών. Έγινε εξ αντικειμένου αποδεκτό το πλαίσιο του 2012 που το πετύχαμε με κόπους και βάσανα και για το οποίο βριστήκαμε, συκοφαντηθήκαμε, λοιδορηθήκαμε. Αυτό που η κυβέρνηση διεκδικεί είναι παραμετρικές αλλαγές, που ,όπως πάντα έλεγα, συνιστούν κούρεμα σε όρους καθαρά παρούσης αξίας. Και αυτό το λέει τώρα και η κυβέρνηση. Άκουσα μάλιστα να λέγεται από το Υπουργείο Οικονομικών ότι η λύση είναι πολύ απλή: θα υπάρξει ανταλλαγή ομολόγων και μάλιστα από το Σεπτέμβριο και αυτό είναι η λύση. Η δική μας η πρόταση για παραμετρικές αλλαγές είναι πολύ πιο ολοκληρωμένη και πολύ πιο ριζοσπαστική.

Δεύτερο σημείο. Δεν έλαβα απάντηση, ή μάλλον θεωρώ ότι έλαβα δια της σιωπής απάντηση, στο ζήτημα του τρέχοντος ακόμη προγράμματος του ΔΝΤ. Τι γίνεται με αυτό; Προφανώς η κυβέρνηση το αποδέχεται. Θα ζητήσει όμως τη μετατροπή του σε προληπτικό, όπως είχαμε σχεδιάσει, για να παίρνουμε, είτε από εκεί, είτε από την αγορά, ανάλογα με τα επιτόκια;

Με θλίψη είδα οργανωμένη διαρροή από το Υπουργείο Οικονομικών, ότι ως χώρα ζητάμε χρόνο μέχρι τον Ιούνιο, -άλλες διαρροές ή τοποθετήσεις μιλάνε για Αύγουστο ή Σεπτέμβριο- και οι έξω ας το πούνε παράταση, εμείς μέσα θα το πούμε πρόγραμμα-γέφυρα.

Κοιτάξτε, δεν αντέχει ο τόπος τόσο κυνισμό, ούτε τέτοιες υπεκφυγές. Θεωρώ δε, προσβλητικό για τη νοημοσύνη της κοινής γνώμης το γεγονός πως λέει η κυβέρνηση ότι η προηγούμενη κυβέρνηση ζήτησε παράταση του προγράμματος μόνο για δυο μήνες για να δυσκολέψει τη νέα κυβέρνηση, ενώ όφειλε, λέει η κυβέρνηση, να ζητήσουμε οι προηγούμενοι παράταση για έξι μήνες, ή και για ένα χρόνο και για δυο και για τρία χρόνια, ώστε να μην υπάρχουν διλήμματα και δυσκολίες.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, είναι δημόσια γνωστό ότι η γερμανική κυβέρνηση ήθελε η Ελλάδα να μπει σε νέο πρόγραμμα, σε νέο μνημόνιο με μικρό δάνειο, περίπου 10 δισεκατομμυρίων. Η δεύτερη προτίμησή της ήταν μια μεγάλη παράταση έξι μηνών . Η  Ελλάδα στο μνημόνιο, χωρίς νέο δάνειο, εξαρτημένη, υπό έλεγχο, με την τρόικα.

Εμείς ζητήσαμε τη μικρότερη δυνατή τεχνική παράταση για το πρόγραμμα έληξε 31 Δεκεμβρίου 2014. Δεν υπάρχει τώρα νέο δάνειο. Υπάρχουν καθυστερημένες δόσεις. Τώρα, εάν κάποιοι νομίζουν ότι έπρεπε να μείνουμε, γιατί δεν πρέπει τώρα να κάνουν  βήμα προς τα μπρος, εντάξει, διαφωνούμε ριζικά.

Η χώρα δεν χρειάζεται λοιπόν περαιτέρω παραμονή στην κατάσταση αυτή. Είτε την πεις παράταση, είτε πρόγραμμα-γέφυρα. Η χώρα δεν χρειάζεται παραμονή σε εκκρεμότητα, εκτός αγορών, πολύ περισσότερο χωρίς να παίρνει τις υπολειπόμενες δόσεις του ευνοϊκού δανείου, αλλά με επικίνδυνη υπερεξάρτηση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μέσω του ELA, των ελληνικών τραπεζών και δανεισμού μέσω της υπερέκδοσης εντόκων γραμματίων. Αυτό είναι επικίνδυνο για το δημόσιο, για τις τράπεζες, για την οικονομία συνολικά. Πώς θα γίνει η απομόχλευση; Πού θα βρεθεί ρευστότητα για τις επιχειρήσεις, τις επενδύσεις και την απασχόληση;

Κλείνω λέγοντας ότι στόχος ήταν και πρέπει να παραμείνει:

– Η ολοκλήρωση του προγράμματος και η ταχύτερη έξοδος από το μνημόνιο. Η μετάβαση στην προληπτική πιστωτική γραμμή. Δεν υπάρχει άλλο καθεστώς.

– Η κατάργηση της τρόικας που γίνεται αυτόματα με την προληπτική πιστωτική γραμμή.

– Η μετατροπή του προγράμματος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σε προληπτικό.

Αυτό ανοίγει το δρόμο για παρέμβαση στο χρέος, όπως προβλέπεται από το 2012, για νέα μελέτη βιωσιμότητας ,άρα για νέο μακροοικονομικό πλαίσιο, όπως το είχαμε σχεδιάσει. Για μείωση των επιδιωκομένων πρωτογενών ελλειμμάτων -ορθός στόχος, πάντα ήταν αυτός ο στόχος- σε εφικτά επίπεδα για ανάπτυξη και απασχόληση και μέτρα κοινωνικής συνοχής.

Δεν υπάρχει άλλο πλαίσιο καλύτερο και ασφαλέστερο. Η γέφυρα είναι των στεναγμών, στενή, επισφαλής και μινιατούρα, σαν το τρενάκι του κ. Καμμένου. Βεβαίως εάν ζητάμε χρόνο γιατί δεν ξέρουμε τι άλλο να κάνουμε, εντάξει μένει ο χρόνος, αλλά ο χρόνος χωρίς περιεχόμενο.

Βεβαίως θα υπάρξουν όροι με πολιτική διαπραγμάτευση πάντα. Η τρόικα λειτουργεί τεχνικά. Όμως εδώ άκουσα το άλλο καταπληκτικό του κ. Βαρουφάκη: αποδεχόμαστε το 70% του μνημονίου. Ποιού; Του συντελεσμένου ή των θεμάτων που εκκρεμούν; Εάν πρόκειται για τα θέματα που εκκρεμούν, οι κόκκινες γραμμές οι δικές μας είναι πολύ παραπάνω από το 30%. Οι κόκκινες οι γραμμές οι δικές μας είναι το 70%. Άρα, διαφυλάξτε τις κόκκινες γραμμές τις δικές μας, αλλιώς θα είχαμε κλείσει τη διαπραγμάτευση. Φέρτε κάτι περισσότερο και όχι κάτι λιγότερο.

Απευθύνομαι στον κ. Τσίπρα προσωπικά ως Πρωθυπουργό, ως έναν άνθρωπο που σε νέα ηλικία ανέλαβε το πηδάλιο της χώρας. Όλα αυτά σημαίνουν ότι έφτασε η ώρα της αλήθειας και η ώρα της ευθύνης. Και τώρα δεν υπάρχουν υπεκφυγές, τώρα υπάρχουν δύσκολες αποφάσεις. Προσέξτε: δύσκολες, όχι μοιραίες.

Σας ευχαριστώ.