Ομιλία Χαράς Κεφαλίδου κατά τη συζήτηση για τη Συμφωνία των Πρεσπών στην Ολομέλεια της Βουλής

 

 

«Η Συμφωνία των Πρεσπών που συζητάμε σήμερα είναι στην καλύτερη περίπτωση έντονα αμφιλεγόμενη. Στην ουσία είναι μια άθλια δήθεν λύση σε ένα ευαίσθητο εθνικά πρόβλημα. Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων τη θεωρεί από ασύμφορη έως προδοτική για τα εθνικά συμφέροντα, αλλά ο Πρωθυπουργός την αποκαλεί «ιστορικό βήμα» για τις δύο χώρες και την κύρωσή της «πατριωτικό καθήκον». Μη παραλείποντας φυσικά να τη χαρακτηρίσει, και να χαρακτηρίσει και όλους όσους τη στηρίζουν με κάθε ευκαιρία, «ακροδεξιούς» και την ίδια ώρα ξεχνά ότι το 70% των πολιτών, όπως τουλάχιστον καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις, τάσσεται κατά της Συμφωνίας.

Είναι όλοι αυτοί ακροδεξιοί, υπερεθνικιστές, φασίστες;

Το να πάρουμε στα σοβαρά τα λεγόμενα ενός Πρωθυπουργού που δεν έλυσε ποτέ κανένα πρόβλημα χωρίς να δημιουργήσει στη θέση του άλλα δέκα, θα ήταν άτοπο. Το να αναρωτιόμαστε πώς μπορεί να αγνοεί προκλητικά τη λαϊκή θέληση εκείνος που έθεσε στους πολίτες ένα δημοψήφισμα στα αγγλικά και μετά έκανε το «Όχι» «Ναι» αποδεχόμενος ένα νέο Μνημόνιο με πολύ χειρότερους όρους, θα ήταν περιττό.

Η διάτρητη Συμφωνία των Πρεσπών δεν είναι παρά ακόμα ένας φανφαρόνικος αντιπερισπασμός που πασχίζει να αμβλύνει τους τελευταίους σπασμούς μιας τραγικής κυβέρνησης, μιας κυβέρνησης που στα λόγια γράφει ιστορία και στην πράξη κάνει μόνο αναίσχυντες κωλοτούμπες.

Η υπόθεση των Πρεσπών είναι προβληματική από όπου κι αν την πιάσεις. Όσο ιστορικά και πατριωτικά κι αν μας την παρουσιάζουν, ένα είναι βέβαιο: αν περάσει, η Ελλάδα αποποιείται την ιστορική κληρονομιά της Μακεδονίας. Όσο για τα Σκόπια, κατοχυρώνουν το μονοπώλιο της ταυτότητας και της γλώσσας με τη βούλα της ελληνικής Κυβέρνησης και μπαίνουν στο ΝΑΤΟ υπερηφάνως.

Συνομολογεί να πάει η χώρα με δεμένα χέρια σε μια σειρά ατέρμονων διαπραγματεύσεων με τους γείτονες σχετικά με το τι δικαιούται να ονομάζεται «μακεδονικό» και τι όχι. Να ξέρετε ότι κάθε τέτοια διαπραγμάτευση θα καταλήγει πάντοτε σε βάρος των ελληνικών συμφερόντων, γιατί φρόντισε η Κυβέρνηση να φορτώσει με βαρίδια αυτή τη Συμφωνία.

Μπορεί οι Σκοπιανοί να έσπευσαν ασμένως να αλλάξουν μέχρι και το Σύνταγμά τους για να περάσει η Συμφωνία, πράγμα που πρώτη φορά συμβαίνει στην ιστορία. Αλλά η προπαγάνδα δεν καλύπτεται από το Σύνταγμα. Μετά τη Συμφωνία θα έχει πανίσχυρα ερείσματα και για να συνεχίζεται αλλά και για να υποσκάπτει διαρκώς, όχι μόνο τα ιστορικά μας κεκτημένα, αλλά και την τωρινή μας δραστηριότητα μέσω των ονομασιών προέλευσης των προϊόντων, των Πανεπιστημίων κλπ.

Όσοι τα αντιλαμβάνονται όλα αυτά σαν αρχαιοπληξία ή σαν εθνικιστική υπερευαισθησία να θυμούνται ότι όλα αυτά θα τα βρίσκουμε μπροστά μας κάθε μέρα στο άμεσο μέλλον, είτε όταν έχουμε επίσημες επισκέψεις αξιωματούχων της γείτονος, είτε ακόμα και σε ψυχαγωγικά παιχνίδια γνώσεων.

Η Κυβέρνηση διαπραγματεύτηκε πίσω από κλειστές πόρτες διχαστικά, αντί να επιδιώξει δημόσιο διάλογο και συναίνεση της ελληνικής κοινωνίας και του πολιτικού κόσμου. Έτσι αυτοχειριαζόμαστε. Πηγαίνουμε στο πεπρωμένο μας έρμαια δοξασιών, προκαταλήψεων και ιδεοληψιών, αντί να πάμε πληροφορημένοι, σώφρονες και ψύχραιμοι. Μόνο έλλειψη δεν έχουμε από έμπειρους διπλωμάτες, διεθνολόγους, νομικούς, οικονομολόγους, επιστήμονες που θα μπορούσαν με τις γνώσεις τους να δώσουν μια σφαιρική εικόνα για όλες τις πτυχές του θέματος.

Αντί όμως να τους ακούσουμε, με σύνεση να φτιάξουμε ένα σχέδιο σοβαρής Συμφωνίας και να συζητήσουμε με τη γείτονα, εσείς ενδώσατε σε μια πρόχειρη και βιαστική Συμφωνία-κονσέρβα. Ήδη από την πρώτη παράγραφο, εκεί που προσδιορίζονται τα συμβαλλόμενα μέρη, διαπιστώνουμε ότι η Ελληνική Δημοκρατία συμβάλλεται με ένα ανώνυμο Β’ μέρος. Και σας ρωτώ: Ποιος από εσάς στην ιδιωτική του ζωή θα υπέγραφε ένα συμβόλαιο ή μια απλή μίσθωση χωρίς να ξέρει ποιο είναι το αντισυμβαλλόμενο μέρος; Θα το κάνατε;

Προχωρώντας στα άρθρα, βρίσκουμε πλήθος ασαφειών και φαινομενικά ακατανόητων λεκτικών ακροβασιών που βεβαιώνουν μόνο ένα: ότι ο συντάκτης πασχίζει πίσω από αβέβαιες γενικεύσεις να κρύψει συγκεκριμένες περιπτώσεις που θέλει να βολέψει. Σύντομα θα μάθουμε τι είχε στο μυαλό του ο «προοδευτικός» κ. Ζάεφ, που ήδη έχει μιλήσει στη σκοπιανή Βουλή για «Μακεδόνες του Αιγαίου», αλλά θα είναι πια πολύ αργά για να κάνουμε κάτι.

Τι να πρωτοπεί κανείς; Για «Μακεδόνες», πολίτες της «Βόρειας Μακεδονίας», για «μακεδονική γλώσσα» που ομιλείται από τους «Βορειομακεδόνες» που ονομάζονται «Μακεδόνες», για την ελεύθερη χρήση των ακρωνυμίων που δεν έχουν μπροστά το «Ν», το North, από «Βορειομακεδόνες» που ονομάζονται «Μακεδόνες»;

Συμπέρασμα: το μεγαλύτερο επίτευγμα της Κυβέρνησης με αυτή τη Συμφωνία είναι η μονοπώληση του όρου Μακεδονία από τα Σκόπια. Και όλα όσα θα συζητάμε θα είναι απόρροια αυτού και θα οδηγούν σε αναζωπύρωση του αλυτρωτισμού. Και γίνονται φυσικά σε ένα περιβάλλον με έντονη οσμή συναλλαγής, αθλιότητας, κυνισμού, πατριδοκαπηλίας, με ετερόκλητες πλειοψηφίες του ενός, με δημόσιους υπαινιγμούς για χρηματισμούς δεξιά και αριστερά και επισκέψεις αστραπή στην Αθήνα των ισχυρών του κόσμου.

Η Συμφωνία των Πρεσπών, αν δεν ήταν γεμάτη από ανιστόρητες και μειωτικές για τη χώρα μας πρόνοιες, θα ήταν καλό νούμερο και για επιθεώρηση αλλά με στοιχεία θρίλερ.

Και επειδή ούτε το ΝΑΤΟ, ούτε οι Αμερικανοί, ούτε η κ. Μέρκελ, ούτε ο κ. Γιουνκέρ συνηθίζουν να πρωταγωνιστούν σε κωμωδίες, μάλλον είναι αυτό που δεν θέλουμε να πιστέψουμε: μια εθνική τραγωδία εν τω γεννάσθαι. Ένας μοχλός εθνικού διχασμού που προβάλλεται ξεδιάντροπα ως ιστορικό βήμα και πατριωτικό καθήκον.

Ταυτόχρονα, προδιαγράφεται μακιαβελικά ως καταλύτης αναδιάταξης του πολιτικού συστήματος προς τις πιο ανελεύθερες και καταπιεστικές κατευθύνσεις που γνώρισε ο σύγχρονος κόσμος.

Τελικά, αντί να ενεργήσουμε σύμφωνα με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά μας, δείχνουμε να εμπιστευόμαστε άλλοι τις ορμόνες και τον θυμό μας και άλλοι τον Πρωθυπουργό των 360 μοιρών και των ανύπαρκτων θαλασσίων συνόρων. Αυτός ο Πρωθυπουργός και αυτή η Κυβέρνηση σε 20 χρόνια θα έχουν περάσει στα ψιλά της Ιστορίας. Αυτό που γίνεται όμως σήμερα θα σημαδεύει τη χώρα από τώρα και στο διηνεκές. Είναι πολύ βαρύ το παρελθόν που δημιουργείτε.

Η σημερινή Συμφωνία δεν είναι Μνημόνιο να περάσει, ούτε Υπερταμείο των 99 χρόνων. Θα την πληρώνει για πάντα η χώρα, θα τη βρίσκουν μπροστά τους οι απανταχού Έλληνες του μέλλοντος.

Για αυτό, κυρίες και κύριοι της Κυβέρνησης, λέμε ένα περίτρανο «ΟΧΙ» σε αυτή την επιβλαβή για τη χώρα μας Συμφωνία».