ΟΜΙΛΙΑ

ΚΩΣΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΥ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ

ΣΤΗΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΙΚΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

 

 

Σχετικά με τη στάση του ΠΑΣΟΚ στην υπόθεση Ρωμανού: «Όταν κάποιος απευθύνεται στο ΠΑΣΟΚ με τη συγκεκριμένη δράση του στα Ανθρώπινα Δικαιώματα και στα δικαιώματα των κρατουμένων, θα έπρεπε να κάνει και μία συγκεκριμένη πρόταση»

«Άκουσα προηγουμένως τον Κοινοβουλευτικό Εκπρόσωπο της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης να αναφέρεται στο ΠΑΣΟΚ και να λέει ότι κρύβεται πίσω από φραστικές διατυπώσεις στην υπόθεση του Ρωμανού. Διαβλέπω ότι σήμερα, για κάποιους λόγους, που εμείς δεν μπορούμε να εξηγήσουμε, «ρίχνετε λάδι στη φωτιά», με έναν τρόπο ο οποίος δεν είναι της παρούσης και, ενδεχομένως, δεν εξυπηρετεί την ομαλότητα στη Δημοκρατία μας. Είμαι σίγουρος ότι εδώ μέσα δεν υπάρχει κανείς που να μην επιθυμεί την επίλυση των ζητημάτων με βάση τους νόμους και τις αρχές της Δημοκρατίας μας.

Όταν, όμως, επικρίνετε μία άλλη κοινοβουλευτική δύναμη ότι κρύβεται πίσω από φραστικές διατυπώσεις, θα έπρεπε να διατυπώνετε και μία συγκεκριμένη πρόταση. Γιατί, πραγματικά, το δικαίωμα στην εκπαίδευση για όλους τους κρατουμένους στα ελληνικά καταστήματα κράτησης είναι αναφαίρετο κι εμείς, πριν από πολύ λίγους μήνες, δώσαμε έναν σκληρό κοινοβουλευτικό αγώνα εδώ μέσα, προκειμένου, αυτό το δικαίωμα να το έχουν ακόμα και οι κρατούμενοι στις φυλακές υψίστης ασφαλείας.

Επομένως, όταν κάποιος απευθύνεται στο ΠΑΣΟΚ, με τη δεδομένη προϊστορία του, τη συγκεκριμένη δράση του στα Ανθρώπινα Δικαιώματα και στα δικαιώματα των κρατουμένων, θα έπρεπε να κάνει και μία συγκεκριμένη πρόταση. Εμείς, από τη δική μας πλευρά, χωρίς να προσπαθούμε να καλλιεργήσουμε πολιτικές εντυπώσεις, είπαμε, από την αρχή, με απόλυτο και καθαρό τρόπο, ότι δεν υπάρχει δυνατότητα παρέμβασης στα δικαστικά όργανα που αποφασίζουν ποιος παίρνει την άδεια και ποιος δεν την παίρνει.

Όμως, τονίσαμε στα συναρμόδια Υπουργεία ότι πρέπει -και θα έπρεπε ήδη- να έχει έρθει νομοθετική ρύθμιση, με την οποία, ακόμα και εκείνοι που δεν επιτρέπεται να λάβουν άδεια εκπαιδευτική, να μπορούν να ασκούν κατά τρόπο απόλυτο το δικαίωμά τους στην εκπαίδευση και τη μόρφωση. Διότι πιστεύουμε ότι ο σωφρονισμός περνάει μέσα από την εκπαίδευση και όσο περισσότεροι κρατούμενοι περνούν μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα τόσο περισσότερο επιτυγχάνουμε το σωφρονισμό αυτών.

Κακώς ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ταυτίζεται με αυτή την  πολύ καθαρή άποψη, η οποία είναι συμβατή με τη νομοθεσία και συμβάλλει, όχι στην εκτόνωση της κατάστασης, αλλά, στην περαιτέρω προάσπιση του δικαιώματος εκπαίδευσης των κρατουμένων με έναν τρόπο συγκεκριμένο και χωρίς να αφήνει κανενός είδους υπονοούμενο ότι κάποιος πρέπει να επιχειρήσει οποιαδήποτε παρέμβαση σε οποιοδήποτε δικαστικό όργανο.

Τα «μαγικά ραβδιά» και οι δύσκολες αποφάσεις του ΠΑΣΟΚ: Η εποχή της εύκολης πολιτικής απόφασης έχει παρέλθει οριστικά

Συζητάμε σήμερα έναν προϋπολογισμό που έρχεται σε συνέχεια δύο προηγούμενων πολύ δύσκολων, για τον κάθε Έλληνα και την κάθε Ελληνίδα, προϋπολογισμών. Ήταν πολύ δύσκολοι γιατί είχαν αυξημένους τους φόρους που πληρώνει ο Έλληνας πολίτης και η ελληνική επιχείρηση, ενώ, ταυτόχρονα, δεν περιείχαν παροχές.

Ήταν δύσκολοι προϋπολογισμοί, γιατί η εποχή της ευκολίας έχει παρέλθει. Η εποχή της εύκολης πολιτικής απόφασης -και όσοι δεν το έχουν καταλάβει καλό είναι να το καταλάβουν άμεσα- έχει παρέλθει οριστικά. Η χώρα μας, καθώς και όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, παίρνουν δύσκολες αποφάσεις, με αυξημένα τα έσοδά τους και μειωμένες κατά το δυνατόν τις δαπάνες τους. Γι’ αυτόν τον λόγο έχουμε τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Γι’ αυτό τον λόγο, επιτυγχάνουμε πρωτοφανή μείωση των διαρθρωτικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, από το 2009 και μετά.

Θέλω να θυμίσω ότι μέχρι το 2009 κάποιοι έχτιζαν καριέρες πάνω στα δημόσια οικονομικά. Το 2009 είχαμε 19,1% του ΑΕΠ διαρθρωτικό δημοσιονομικό έλλειμμα και σήμερα έχουμε πλεόνασμα. Αυτό, όμως, δεν επιτεύχθηκε με έναν τρόπο μαγικό. Δεν ήρθε ένα μαγικό ραβδί. Ήρθαν δύσκολες αποφάσεις, τις οποίες συγκεκριμένοι Βουλευτές, συγκεκριμένη Κοινοβουλευτική Ομάδα τις έλαβε, στην αρχή μόνη της  εξ’ ολοκλήρου και σήμερα αναλαμβάνοντας, με τη συμμετοχή της, το μεγαλύτερο βάρος από ό,τι έχει αναλάβει ιστορικά οποιοδήποτε άλλο κόμμα στη Μεταπολίτευση. Είναι το ΠΑΣΟΚ, το οποίο πήρε όλες τις δύσκολες, αλλά πατριωτικές αποφάσεις, οι οποίες οδήγησαν τη χώρα στο να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά της, οδήγησαν την Αντιπολίτευση να επικαλείται αυτά τα πρωτογενή πλεονάσματα, οδήγησαν όλες τις δυνάμεις, ακόμα και εκείνες οι οποίες έχτισαν τις πλειοψηφίες τους καταψηφίζοντας τα μνημόνια, να συμμεριστούν τη συγκεκριμένη άποψη και, σήμερα, να είμαστε εδώ, επιχειρώντας την εθνική συνεννόηση.

Το ζήτημα δεν είναι αν το ένα ή το άλλο το επιβάλλει η τρόικα, το μνημόνιο ή η δανειακή σύμβαση. Είναι ζήτημα διαγενεακής δικαιοσύνης αυτές οι μεταρρυθμίσεις, αυτή η εξυγίανση στα δημόσια οικονομικά μας, αυτά τα πλεονάσματα –ότι, δηλαδή, δεν ξοδεύουμε περισσότερα από αυτά που έχουμε ως εισόδημα. Αυτή τη στιγμή το κράτος και οι πολίτες δεν ζουν εις βάρος των παιδιών τους και είναι κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά τα τελευταία σαράντα χρόνια. Και αυτή η διαγενεακή δικαιοσύνη έχει συγκεκριμένη υπογραφή, έχει όνομα και επώνυμο. Σε αυτή την υπογραφή δεν υπάρχει, δυστυχώς, καμία συμβολή από το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ούτε καν σε εκείνα που θα έπρεπε να υπάρχει αυτονόητη συναίνεση.

Σχετικά με τις αντιφάσεις στις οικονομικές εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ: Απευθύνεστε στον Έλληνα πολίτη με έναν τρόπο που τον υποτιμά

Συζητάμε έναν προϋπολογισμό όπου, επί της ουσίας, δεν ασκείται καμία κριτική. Ασκείται κριτική για όλα τα άλλα, για εικόνες και ιδεοληψίες τις οποίες σκέφτεται ο καθένας στο σπίτι του και τις φέρνει εδώ.  Όμως, δεν ασκείται κριτική στην ουσία του προϋπολογισμού, πώς και πού θα μειωθούν οι δαπάνες, πώς και πού θα αυξηθούν τα έσοδα.

Απευθύνεστε στον Έλληνα πολίτη με έναν τρόπο που τον υποτιμά. Τον υποτιμά, όταν λέτε ότι «θα μειώσουμε τους φόρους οριζοντίως» και, ταυτόχρονα, «θα αυξήσουμε τους μισθούς, τις συντάξεις, τις λειτουργικές δαπάνες των Υπουργείων». Αυτό είναι υποτιμητικό για αυτόν που σήμερα το βράδυ παρακολουθεί από το σπίτι του με αγωνία τι συμβαίνει στη Βουλή των Ελλήνων και περιμένει από τους Βουλευτές να σταθούν στο ύψος της κρισιμότητας της στιγμής. Γιατί αυτή η ελληνική κοινωνία έχει επιδείξει μοναδική ωριμότητα – περισσότερο από οποιαδήποτε ευρωπαϊκή κοινωνία στη σύγχρονη ιστορία της Ευρώπης – και αυτή τη μοναδική ωριμότητά της περιμένει να την εισπράξει από το πολιτικό σύστημα της χώρας.

Δεν είναι δυνατόν, λοιπόν, να μιλάμε για οικονομικά τύπου ΣΥΡΙΖΑ ή ΣΥΡΙnomics, δηλαδή οικονομικά που ενώ υπόσχονται παντού μειώσεις -στο ΦΠΑ, στο φόρο εισοδήματος, στον ΕΝΦΙΑ- την ίδια ώρα λένε ότι θα αυξήσουμε μισθούς και συντάξεις, θα δώσουμε πίσω δώρα και, ταυτόχρονα, ασκούν κριτική για όλες τις λειτουργικές δαπάνες που μειώνονται στα Υπουργεία. Αυτά και τα δύο μαζί και ως αποτέλεσμα αυτών ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί δεν μπορούν να υπάρξουν. Και αυτό ο πολίτης πρέπει να το αντιληφθεί εγκαίρως.

Σχετικά με την κριτική που ασκήθηκε στην πρωτοβουλία Βουλευτών για εθνική συνεννόηση: Η εθνική συνεννόηση δεν σημαίνει ισοπέδωση, δεν σημαίνει συμφωνία σε όλα, δεν σημαίνει συγχωροχάρτι. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Σημαίνει, όμως, ότι μπορούμε να επιδεικνύουμε την ωριμότητα που απαιτεί η ιστορική στιγμή.

Άκουσα μια σκαιότατη επίθεση απέναντι σε οκτώ Βουλευτές, οι οποίοι ανέλαβαν μια γνήσια πρωτοβουλία εθνικής συνεννόησης. Θα έπρεπε όσοι μιλούν για αποστάτες να το ξανασκεφτούν, διότι καθίστανται αυτομάτως ανιστόρητοι. Η αποστασία έγινε απέναντι σε δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση. Δεν έγινε απέναντι σε μια κυβέρνηση που θέλει να γίνει, με συγκεκριμένο πλαίσιο, που δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή στη χώρα ή στην Ευρώπη. Θα έπρεπε να το ξανασκεφτούν όσοι, για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού Έθνους, ως αυτοαποκαλούμενο αριστερό κόμμα κάνουν δεκτούς στις τάξεις τους Βουλευτές που έχουν εκλεγεί με άλλα κόμματα. Δεν έχει ξαναγίνει αυτό στο παρελθόν σε κόμμα που αυτοαποκαλείται ή αυτοτοποθετείται στην Αριστερά.

Δεν είναι αποστάτης εκείνος ο οποίος λέει, «ελάτε να συνεννοηθούμε» πάνω στα δεδομένα που υπάρχουν σήμερα, για να ομοφωνήσουμε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την πιο κρίσιμη στιγμή. Γιατί αυτή η εθνική διαπραγμάτευση που έχουμε μπροστά μας δεν αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ ή τη Νέα Δημοκρατία ή το ΠΑΣΟΚ. Μας αφορά όλους. Δεν αφορά τις επόμενες εκλογές. Αφορά το μέλλον των επόμενων γενεών της χώρας.

Και μια ενδεχόμενη αποτυχία αυτού που νομίζει ότι μπορεί να τα καταφέρει μόνος του καλύτερα απ’ ότι όλοι μαζί δεν θα αφορά τον ίδιο. Θα αφορά όλους εμάς ως Έλληνες πολίτες. Γιατί το παράλογο του «εγώ μπορώ να τα καταφέρω καλύτερα απ’ ότι εσείς» σε μια Ευρώπη που δεν έχει καμία κυβέρνηση με τις ίδιες ιδέες ή τις ίδιες αρχές με το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, θα μετατραπεί σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση την επομένη των εκλογών. Και εκεί τότε θα πρέπει ξανά να συζητάμε για εθνική συνεννόηση.

Όμως, πώς θα συζητήσεις για εθνική συνεννόηση μετά τις πιο διχαστικές εκλογές που θα έχουν γίνει σε ετούτο τον τόπο;

Και αν δεν έχουμε μάθει τίποτα από την ελληνική ιστορία των προηγούμενων δεκαετιών, δεν μπορούμε να μάθουμε τίποτα από την πρόσφατη κρίση την οποία περνά ο τόπος, η οποία επηρεάζει το πολιτικό σύστημα της χώρας;

Δεν διαπιστώνετε οι ίδιοι την κρίση εμπιστοσύνης με τους πολίτες; Απέναντι σε αυτή την κρίση δεν είναι η απόλυτη ανάγκη αυτή τη στιγμή η ειλικρίνεια, η διάθεση για συνομιλία με οποιονδήποτε δεν συμφωνεί σε όλα μαζί σας ή δεν συμφωνεί στο 100% ή ακόμα και στα λιγότερα, στα λιγοστά;

Η εθνική συνεννόηση δεν σημαίνει ισοπέδωση, δεν σημαίνει συμφωνία σε όλα, δεν σημαίνει συγχωροχάρτι.

Δεν είμαστε όλοι ίδιοι.

Σημαίνει, όμως, ότι μπορούμε να επιδεικνύουμε την ωριμότητα που απαιτεί η ιστορική στιγμή. Και αυτό αφορά τη διαπραγμάτευση του χρέους, αφορά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αφορά επιτέλους τη συνταγματική αναθεώρηση, η οποία δεν επιτρέπεται να πάει πίσω μια πενταετία. Δεν επιτρέπεται να μην τελειώσουμε με τις υποχρεώσεις μας απέναντι στην προστασία της ίδιας της Δημοκρατίας.

Αυτή η συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να έχει τα στοιχειώδη. Σε αυτά μπορούμε να συζητήσουμε και να συμφωνήσουμε όλες οι πολιτικές δυνάμεις. Πρέπει να μην έχει μαξιμαλισμούς ή συνταγματικούς λαϊκισμούς και, ταυτόχρονα, να μπορούμε, σε αυτές τις διατάξεις που είναι κρίσιμες για την επιβίωση της ίδιας της Δημοκρατίας, να συμφωνήσουμε, να μη χάσουμε τον χρόνο, γιατί αυτός ο χρόνος θα γυρίσει εις βάρος μας.

Επίσης, η εθνική συνεννόηση πρέπει να αφορά το κλείσιμο του προγράμματος, ένα πολύ δύσκολο κλείσιμο. Χρειάζεται όλοι να είμαστε συμμέτοχοι στις δύσκολες διαπραγματεύσεις.

 

Δεν αφορά την επιτυχία του ενός ή του άλλου πρωθυπουργού ή του υποψήφιου πρωθυπουργού. Αφορά το μέλλον αυτής της χώρας, αυτής της κοινωνίας, αυτών των πολιτών που έχουν δοκιμαστεί τα τελευταία χρόνια.

Τα λέω αυτά γιατί προέρχομαι από αυτή την Κοινοβουλευτική Ομάδα, που σήμερα έχει λίγα έδρανα, αλλά έχει αποδείξει τα τελευταία χρόνια ότι μπορεί να κάνει πράξη όσα ανέφερα.

Για εμάς, που δεν ήμασταν όλοι Βουλευτές τα δέκα, δεκαπέντε, είκοσι τελευταία χρόνια, οι δύσκολες αποφάσεις των τελευταίων ετών, είναι το εχέγγυο αξιοπιστίας που έχουμε απέναντι στον ελληνικό λαό για να αρθρώνουμε αυτόν τον πολιτικό λόγο.

Γιατί, πραγματικά, το ΠΑΣΟΚ έχει αποδείξει, στα δύσκολα, ότι αυτό που λέει το εννοεί.