Ομιλία Κώστα Σκανδαλίδη

Γενικού Εισηγητή στην Ολομέλεια της Βουλής για τη Συμφωνία των Πρεσπών.

 

 

  1. Ο Κοινοβουλευτικός μας εκπρόσωπος στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας παρουσίασε με συστηματική και ιστορικά, νομικά και πολιτικά άψογη επιχειρηματολογία το γιατί όσα μεσολάβησαν από τον Ιούνιο του 2018 μέχρι σήμερα επιβεβαιώνουν την αρχική μας θέση. Θα έλεγα ότι όχι απλώς την επιβεβαιώνουν αντίθετα την ενισχύουν

 

Παρά τις ρηματικές διακοινώσεις που επιστρατεύτηκαν να ερμηνεύσουν, όχι βέβαια στο Σύνταγμα των Σκοπίων αλλά στην τρέχουσα πολιτική. Τα κρίσιμα ζητήματα, στην πραγματικότητα επιβεβαιώνουν την παράδοση της ταυτότητας και της γλώσσας.

 

Επισημαίνω και εγώ με τη σειρά μου ότι σήμερα θα έπρεπε να είχαμε μεταφρασμένο και επικυρωμένο το Συνταγματικό κείμενο της ΠΓΔΜ και παράλληλα το Πρωτόκολλο Προσχώρησης  στο ΝΑΤΟ για να κυρωθούν ταυτόχρονα. Το θεωρώ όχι μόνο κοινοβουλευτικά απαράδεκτο αλλά και εθνικά επιζήμιο.  Θέλω να σταθώ σε τρία βασικά ζητήματα:

  1. γιατί καταψηφίζουμε τη συμφωνία
  2. μια αναγκαία ιστορική υπόμνηση
  • πως η συμφωνία συνδέεται με τη σημερινή συγκυρία

 

  1. Τα τρία θεμελιακά ζητήματα που εξ αρχής θέσαμε
  • την ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό
  • την ισχύ του ονόματος ERGA OMNES για όλες τις χρήσεις
  • την αλλαγή του Συντάγματος με ακύρωση όλων των αλυτρωτικών αναφορών.

Ικανοποιούνται μόνο ως προς το όνομα. Στα άλλα υπάρχουν απαράδεκτες παραχωρήσεις που ουσιαστικά υπονομεύουν το όνομα.

Το Εrga Omnes υπονομεύεται:

Πρώτο με τη χρήση του όρου «Nationality» αντί του citizenship για να προσδιορίσει την ιθαγένεια. Ένας όρος γενικά αυτοπροσδιορισμού αφού κατά ακριβή μετάφραση ουσιαστικά σημαίνει εθνικότητα. Αυτό δίνει την πολιτική δυνατότητα στο γειτονικό κράτος να τον χρησιμοποιεί κατά το δοκούν. Επιχείρησε η Κυβέρνηση των Σκοπίων  με τη ρηματική διακοίνωση να αποσαφηνίσει τον όρο. Αναγκάστηκε να το απαιτήσει η Ελληνική Κυβέρνηση μετά τις απαράδεκτες δηλώσεις κατ’ εξακολούθηση τόσο του Πρωθυπουργού όσο και των αξιωματούχων της Κυβέρνησης των Σκοπίων που έσπευσαν προτού καν κυρωθεί η συμφωνία να καταργήσουν στην πράξη το Erga Omnes. Μιλούν για εθνικότητα συγχέοντας τη νομική με την πολιτική χρήση του όρου. Ασφαλώς και ο λιγότερο υποψιασμένος πολίτης αντιλαμβάνεται ότι η πολιτική χρήση του όρου «εθνικότητα» θα εκτοπίσει όλες τις άλλες εκδοχές.

Δεύτερο, η αναφορά στη ρηματική διακοίνωση περί νοτιοσλαβικής μακεδονικής γλώσσας είναι παραπλανητική.  Χαρακτηριστικές είναι οι δυο διαμετρικά αντίθετες δηλώσεις του Υπ. Εξωτερικών Ντιμιτροφ μετά την υπογραφή της συμφωνίας. Στη μια δηλώνει: «Ως πολίτης γνωρίζω ότι η γλώσσα μου είναι μια από τις νοτιοσλαβικές γλώσσες όπως και ο πολιτισμός μας, η παράδοση μας….» Και στην αντίπερα όχθη απαντώντας σε ερώτηση έλληνα ευρωβουλευτή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ισχυρίζεται. «Όταν η συμφωνία τεθεί σε ισχύ, η χώρα μου θα λέγεται Δημοκρατία Βόρειας  Μακεδονίας και θα είμαστε μακεδόνες που μιλάμε τη μακεδονική γλώσσα» Τυχαία η αντίφαση; Μόνο για αφελείς.

Τρίτο, η αναφορά στο Σύνταγμα του όρου «μακεδονικός λαός» που στην ουσία συνιστά την βάση του αλυτρωτισμού. Η παράδοση  της ταυτοτικής του ύπαρξης ουσιαστικά παραπέμπει στην μακεδονική μειονότητα, στη μακεδονική γλώσσα στα δήθεν μειονοτικά σχολεία κ.ο.κ. Εδώ βρίσκεται το νέο διεκδικητικό πλαίσιο αφού ήδη άρχισαν αναφορές για «μακεδονική μειονότητα».

 

  1. Είναι μια συμφωνία με αβέβαιο παρόν και ναρκοθετημένο μέλλον.

Κι όμως. Οι συνθήκες δεν θα μπορούσαν να είναι καλύτερες. Η FYROM επείγεται να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ πάσει θυσία για να νιώσει ασφάλεια όπως και οι άλλες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης επιδίωξαν η επιδιώκουν. Οι γεωστρατηγικές αντιπαραθέσεις στην περιοχή διαμορφώνουν ευνοϊκούς πολιτικούς συσχετισμούς. Η ευρωπαϊκή προσέγγιση που έπεται αυτής της ένταξης στο ΝΑΤΟ της γειτονικής χώρας είναι βασικός και αμετακίνητος  στόχος της. Οι συγκυρίες όχι μόνο επέτρεπαν αλλά επέβαλαν μια ολοκληρωμένη, οριστική και βιώσιμη λύση. Με ευθύνη της Κυβέρνησης οι ευκαιρίες συρρικνώθηκαν, δεν αξιοποιήθηκαν με αξιόπιστη διαπραγματευτική δυναμική και χάθηκαν.

 

Τα Σκόπια κέρδισαν το  μείζον, την ένταξη στο ΝΑΤΟ. Και έχασαν το έλασσον, ένα γεωγραφικό προσδιορισμό στο όνομα που στην πορεία θα εξαλειφθεί.

 

  1. Σύμφωνα με τις καίριες και αρνητικές διατυπώσεις της Συμφωνίας εμείς τοποθετηθήκαμε από στάση εθνικής ευθύνης. Δεν μπορούμε να δώσουμε λευκή επιταγή. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε άκριτα και αλόγιστα.

 

Είναι για μας καθαρό. Η αναφορά στην ιθαγένεια ως Μακεδονική, η αναφορά στη γλώσσα ως Μακεδονική, όπως και τα τετελεσμένα για την πρόκληση και ένταξη στο ΝΑΤΟ, ανεξάρτητα από τις υποσημειώσεις, τις ρηματικές διακοινώσεις, τις ερμηνείες και τους αστερίσκους, διατηρούν το πνεύμα και το δυναμισμό του «μακεδονισμού». Και είναι αυτό που αποτελεί το βασικό όχημα για τους μελλοντικούς αλυτρωτισμούς κατά της χώρας μας.

 

Γι’ αυτούς του λόγους δεν συμφωνήσαμε και με αίσθημα εθνικής ευθύνης καταψηφίζουμε τη Συμφωνία των Πρεσπών.

 

 

  1. Όταν ένα τόσο σημαντικό ζήτημα τίθεται επί τάπητος είναι καλό να φρεσκάρουμε την ιστορική μνήμη και τη διαδρομή του. Βέβαια δεν αναφέρομαι στο απώτερο παρελθόν και τις θέσεις των πολιτικών δυνάμεων στο μεσοπόλεμο ή μετά τον εμφύλιο. Δεν θέλω να ξύσουμε παλιές πληγές.

Αναφέρομαι στην περίοδο μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την εμφάνιση του κράτους των Σκοπίων

 

  1. Οι ηγεσίες της ΝΔ κυρίως μετά το 1990 και μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, έχουν καθοριστικές ιστορικές ευθύνες για το ζήτημα των Σκοπίων. Είναι παράδοξο και αποτελεί πρόκληση η σημερινή ηγεσία της να μην αναλαμβάνει καμιά ευθύνη για την κρίση, τα αδιέξοδα και τον εγκλωβισμό της Ελλάδας

Σήμερα στη ΝΔ άλλοι ομνύουν στη δήλωση και στο δάκρυ του Κων. Καραμανλή για τη Μακεδονία. Άλλοι ομνύουν στην αστόχαστη δήλωση του Κων. Μητσοτάκη για το «ποιός θα θυμάται το όνομα Μακεδονία μετά από 10 χρόνια». Άλλοι ομνύουν στον υπερπατριωτισμό του Αντ. Σαμαρά. Άλλοι ομνύουν στο ρεαλισμό του Κώστα Καραμανλή και της Ντόρας Μπακογιάννη. Άλλοι ομνύουν στην Κεντρώα μεταρρυθμιστική στάση του Κυρ. Μητσοτάκη που ίσα που πρόλαβε να συμφωνήσει και αμέσως μετά άλλαξε ριζικά τη στάση του

 

Το πρόβλημα γεννήθηκε και γιγαντώθηκε επί δεξιάς διακυβέρνησης. Ας ανατρέξετε στο βιβλίο του Θοδ. Σκυλακάκη με τίτλο «στο όνομα της Μακεδονίας» ή διαβάστε ορισμένες περικοπές από το βιβλίο του Γεωργ. Ράλλη «εις ωτα μη ακουόντων» και στην κριτική του για την απουσία της χώρας στη κρίσιμη θεσμική επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που θα αποφάσιζε για τα Σκόπια (είναι η επιτροπή Mπατεντερ τον Δεκέμβριο του 1991 και η άρνηση να σταλεί ο τότε  πρόεδρος του ΣτΕ Βας. Μποτόπουλος. Εσωκομματικά παιχνίδια με τα εθνικά θέματα.

Σήμερα όλοι μαζί ενωμένοι συναγωνίζονται σε εθνικές κορώνες ενώ κατά βάση περιμένουν ως μάνα εξ ουρανού τη ψήφιση της Συμφωνίας για να μη τη βρουν στο δρόμο τους την επόμενη των εκλογών. Τι σχέση έχει η δική μας κριτική και στάση απέναντι στη Συμφωνία με την πρακτική της ΝΔ;

 

  1. Ο Ανδρέας Παπανδρέου παρέλαβε από τη ΝΔ ένα απόλυτο αδιέξοδο. Και οδήγησε τα πράγματα ως την ενδιάμεση συμφωνία

Τρεις παρατηρήσεις:

Πρώτο το εμπάργκο κρίθηκε αναγκαίο όταν οι γείτονες μας πεισματικά είχαν αρνηθεί να καθίσουν καν στο τραπέζι για διαπραγματεύσεις αν η Ελλάδα δεν τους αναγνώριζε ως Μακεδονία

Δεύτερο, η άρση του εμπάργκο συνδέεται με την έναρξη των διαπραγματεύσεων που επέτρεψαν στη χώρα να αναπτύξει εμπορικές και οικονομικές σχέσεις αμοιβαία επωφελείς και βεβαίως σχέσεις εξάρτησης του γειτονικού κράτος από την Ελλάδα

Τρίτο, Η ενδιάμεση συμφωνία προσδιόριζε  τα ουσιαστικά βήματα και τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες θα μπορούσαν να υλοποιηθούν. Ανάμεσα σ’ αυτές και κάποιες από τα θετικά σημεία της Συμφωνίας των Πρεσπών. Η συνομολόγηση, το πρώτο βήμα εφαρμογής ήταν η προσωρινή ονομασία FYROM και η εισδοχή των Σκοπίων στον ΟΗΕ. Σας παραπέμπω στην ιστορική ομιλία του Ανδρέα Παπανδρέου για την ενδιάμεση συμφωνία στη Βουλή στις 6 Νοεμβρίου του 1995.

 

Στη συνέχεια φθάσαμε στο Βουκουρέστι το 2007. Εκεί  δεν τέθηκαν όλα τα αναγκαία σημεία της ενδιάμεσης συμφωνίας. Ωστόσο συμφωνήθηκε μια στοιχειώδης εθνική γραμμή.

 

 

  1. Είναι ειλικρινά κρίμα που χάθηκε η ευκαιρία ένα μείζον εθνικό θέμα να βρει την οριστική του λύση. Να αντιμετωπίζεται τελικά βλαπτικά για τον τόπο. Κι αυτό αποτελεί αποκλειστική σας ευθύνη κύριοι της Κυβέρνησης. Αντιμετωπίσατε μια εθνική ευκαιρία κρίσιμη για τη στρατηγική της χώρας ως ευκαιρία πολιτικής επιβολής και κομματικής αξιοποίησης.

Αγνοήσατε την βήμα με βήμα διαμόρφωση της εθνικής  γραμμής που θα εμφάνιζε ενωμένο τον ελληνισμό και θα ενίσχυε αποφασιστικά τη διαπραγματευτική μας δύναμη. Κινηθήκατε  με άγνοια των πραγματικών δεδομένων όπως έδειξε η ατυχής στιγμή του «Ήλιντεν». Δεν αξιοποιήσατε  τα συνταγματικά κατοχυρωμένα όργανα που θα έδιναν κύρος στην πολιτική μας.

Εν κατακλείδι: Η Δεξιά γιγάντωσε το θέμα. Το ΠΑΣΟΚ το έφερε μέχρι την ενδιάμεση συμφωνία. Η Κυβέρνηση το χειρίστηκε αγνοώντας ότι το παιχνίδι με τα εθνικά θέματα δεν παίζεται με όρους προεκλογικού μάκρετινγκ.

Φτάσαμε έτσι σε μια συμφωνία που δεν απελευθερώνει τη χώρα από το πρόβλημα αλλά παραδίδει τη νατοϊκή ένταξη. Πράξη υποχώρησης χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.

 

  1. Το χειρότερο απ’ όλα είναι η κυνική σας ομολογία ότι με βάση τη Συμφωνία επιχειρείτε να αναδιατάξετε το πολιτικό σκηνικό. Να ανατρέψετε τη διάταξη των πολιτικών δυνάμεων. Και όπως ομολογούν στελέχη σας να λεηλατήσετε τον ενδιάμεσο χώρο.

 

Γιατί το στόρυ του Πρωθυπουργού ήταν έκδηλο. «Υπάρχουν δυο αντίπαλα μέτωπα. Της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς από την μια μεριά  και της Αριστεράς ή εσχάτως της Προόδου από την άλλη». Ήδη κόμματα χωρίς έρμα, χωρίς διαδρομή, παρά τις αγαθές τους διακηρύξεις και προθέσεις συνθλίβονται στη μυλόπετρα της πόλωσης, της διαμόρφωσης της ευκαιριακής πλειοψηφίας της συναλλαγής και της ποδηγέτησης. Το απροσχημάτιστο παιχνίδι με τη Δημοκρατία και τους θεσμούς της είναι παιχνίδι με τη φωτιά. Ένα παιχνίδι που δεν παίζεται με όρους μαθητικού συνδικαλισμού.

 

Όσο κι αν προσπαθείτε να μας ταυτίσετε με τη Δεξιά, όσο κι αν επιχειρείτε να εξαφανίσετε από τον πολιτικό χάρτη μια παράταξη με τη ρίζα, το βάθος, τη διαδρομή και το έργο της δικής μας ματαιοπονείτε. Όσες φορές ιστορικά αυτή η παράταξη δεν ήταν στις επάλξεις των αγώνων να καθορίζει τις εξελίξεις με το βαθύ πατριωτικό της αίσθημα, αταλάντευτη πίστη της στην ενότητα του ελληνισμού και τη διαρκή αίσθηση της Εθνικής της Ευθύνης μόνο διχασμοί και δεινά εύρισκαν τον τόπο.  Δεν υπήρξαμε, δεν υπάρχουμε, δεν θα υπάρξουμε αναλώσιμοι. Έχουμε τη δύναμη να σταθούμε όρθιοι και να νικήσουμε. Με  την αυτόνομη γραμμή μας, με την πίστη μας στον ενωμένο ελληνισμό, με το προοδευτικό μας πρόγραμμα και την αποδεδειγμένα μοναδική μεταρρυθμιστική μας δύναμη θα αντιπαλέψουμε τον αδιέξοδο δίπολο του λαϊκισμού και της συντήρησης. Και σας διαβεβαιώνω θα μας βρίσκετε πάντοτε μπροστά σας.