Ομιλία Θ. Π. Παπαθεοδώρου κατά τη συζήτηση για τη Συμφωνία των Πρεσπών στην Ολομέλεια της Βουλής

 

Σε αυτή την ιστορική για το Κοινοβούλιο συνεδρίαση σημασία έχει να ξέρουμε ποιος ψηφίζει τι. Έχει πολλή μεγάλη σημασία για έναν απλό λόγο. Η Κυβέρνηση πάνω σε αυτή τη Συμφωνία θέλει να φτιάξει προοδευτικό μέτωπο, και μέσα από αυτή τη Συμφωνία επιθυμεί να κάνει αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού. Αυτός που πάει να χάσει, όμως, εξ ορισμού δεν μπορεί να κάνει αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού. Αυτό το οποίο κάνει η Κυβέρνηση σήμερα είναι να φέρνει μία συμφωνία και να αναζητά ψήφους από «πρόθυμους» βουλευτές, οι οποίοι ενδεχομένως είναι και πρόθυμοι για μελλοντική πολιτική αξιοποίηση λίγων εβδομάδων ή λίγων μηνών στα υπουργικά έδρανα. Τίποτε άλλο δεν παίρνει από αυτή τη συμφωνία. Εμείς από την αρχή μιλούσαμε για σύνθετη ονομασία, με χρήση «έναντι όλων» και θέλαμε μια συμφωνία η οποία να είναι βιώσιμη. Αυτό που φέρνει η Κυβέρνηση σήμερα είναι μια κακή συμφωνία, τη στιγμή που, όχι μόνο δεν διαπραγματεύτηκε, αλλά, κατά τα φαινόμενα, πήρε την πρόταση που τέθηκε στο τραπέζι, δηλαδή πήρε «μισό» όνομα και έδωσε όλα τα υπόλοιπα.

Αυτή η συμφωνία δεν είναι απλά προβληματική για να μη ψηφιστεί σήμερα από τη Βουλή, αλλά θα είναι προβληματική για τα αποτελέσματα που θα παράγει στο διηνεκές εις βάρος των εθνικών συμφερόντων.

Αν θέλαμε να εστιάσουμε στο εθνικό συμφέρον, και στη θέση της Ελλάδας στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών και διεθνών οργανισμών, βλέπουμε ότι η Συμφωνία παρουσιάζει τέσσερα σοβαρά προβλήματα:

1.Η Ρηματική Διακοίνωση αλλάζει τον οδικό χάρτη που προβλέπεται στη Συμφωνία, αλλοιώνοντας έτσι το περιεχόμενό της, πριν αυτή κυρωθεί από την Ελλάδα. Έτσι, η Συμφωνία στο άρθρο 2 παρ. 4, β1 προβλέπει ότι η ΠΓΔΜ θα προχωρούσε σε αλλαγές στο Σύνταγμά της, στην  αλλαγή της συνταγματικής ονομασίας από “Δημοκρατία της Μακεδονίας” σε “Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας” και  αναφορές στο Σύνταγμα που παρέπεμπαν σε αλυτρωτισμό ή σε μειονοτικές διεκδικήσεις θα αφαιρούνταν ή θα τροποποιούνταν. Αντίθετα, η Ρηματική Διακοίνωση αλλάζει τον οδικό χάρτη και προβλέπει ότι μετά την Κύρωση της Συμφωνίας από την Ελλάδα και την Κύρωση του Πρωτοκόλλου ένταξης της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, τότε θα ισχύσουν οι συνταγματικές αλλαγές. Το κείμενο αυτών των αλλαγών δεν έφτασε ποτέ στην Ελληνική Βουλή ώστε να γνωρίζει το σώμα αν πληρούνται οι προϋποθέσεις. Πρόκειται για άλλη μία υποχώρηση του κ. Τσίπρα από την προστασία των εθνικών συμφερόντων.

2.Στο άρθρο 1 παρ. 3 το erga omnes προσδιορίζεται και περιορίζεται στα προβλεπόμενα από τη Συμφωνία, με αποτέλεσμα να κάμπτεται η γενική του ισχύς, ιδιαίτερα ως προς την απόδοση των όρων «Μακεδονία και Μακεδών». Ως προς αυτούς τους όρους το άρθρο 7 της Συμφωνίας προβλέπει ότι τα μέρη διατηρούν τη δική τους ελεύθερη αντίληψη, άρα και ερμηνεία το καθένα, για το ιστορικό πλαίσιο και την ιστορική κληρονομιά τους. Αυτή η διατύπωση δημιουργεί μείζον ζήτημα όταν ταυτόχρονα το άρθρο 1 παρ. 3 β αναγνωρίζει  με τη χρήση του όρου nationality (ιθαγένεια – εθνικότητα) τη «μακεδονική» ιθαγένεια στους πολίτες της «Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας». Παράλληλα, το αλυτρωτικό στοιχείο παγιώνεται μέσω της Συμφωνίας όταν η διεθνής πλέον αναγνώριση «μακεδονικής» εθνικότητας/ιθαγένειας, «μακεδονικής» γλώσσας, ιδιαίτερης αντίληψης για την ιστορία και τον πολιτισμό των «Μακεδόνων» στους πολίτες του Κράτους που θα ονομάζεται «Βόρεια Μακεδονία» διαμορφώνουν τις συνθήκες συγκρότησης «Μακεδονικής» εθνότητας. Η ρηματική διακοίνωση επαυξάνει τις ασαφείς αναφορές περί εθνικότητας και ιθαγένειας. Ο όρος nationality, που θα αναγράφεται στα διαβατήρια μπορεί να μεταφραστεί και ως εθνικότητα και ως ιθαγένεια. Εάν δεν υπήρχε η σκόπιμη ασάφεια από την πλευρά των Σκοπίων θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί ο όρος citizenship που σημαίνει ξεκάθαρα ιθαγένεια. Γι’ αυτό και στη Ρηματική Διακοίνωση αναφέρεται ο όρος «μακεδονικός λαός» που είναι μία καθαρά εθνοτική αναφορά. Σε αυτό το σημείο έγκειται η κάμψη του erga omnes. Απαράδεκτο, ανιστόρητο, εθνικά επιζήμιο, γιατί απλά δεν υπάρχει «μακεδονική εθνότητα»! Αυτό δεν αρνούνταν συστηματικά όλες οι προηγούμενες Κυβερνήσεις από το 1993 γιατί το θεωρούσαν ως συστατικό στοιχείο του αλυτρωτισμού; Η σημερινή Κυβέρνηση γιατί το αποδέχεται;

3.Ο αλυτρωτισμός συντηρείται επίσης στο άρθρο 7 όπου προβλέπεται ότι η ιδιαίτερη αντίληψη του κάθε μέρους για τους όρους «Μακεδών» και «Μακεδονία» αφορά μεταξύ άλλων και την ερμηνεία της «επικράτειας»  της «Βόρειας Μακεδονίας», δηλαδή του γεωγραφικού χώρου στον οποίο  το Κράτος ασκεί την κυριαρχία του. Άρα και εκεί αναγνωρίζεται, συμφωνημένα πλέον και απόλυτα ο όρος « Μακεδονική Επικράτεια». Είναι απλά τεράστιο λάθος να παραχωρήσουμε αυτή την αλυτρωτική διεκδίκηση που ανάγεται στη θεωρία της εθνογένεσης του Ίλιντεν!

4.Ποιος είναι ο λόγος που δεσμεύεται η Ελλάδα να απεμπολήσει το βασικό της διαπραγματευτικό μέσο σε ΝΑΤΟ και Ε.Ε., επιτρέποντας, από την υπογραφή της Συμφωνίας, την πρόσβαση της FYROM σε αυτούς τους διεθνείς οργανισμούς πριν τα Σκόπια ολοκληρώσουν τη Συνταγματική αναθεώρηση και συμμορφωθούν με τους όρους της Συμφωνίας; Γιατί η Κυβέρνηση δέχεται την ανατροπή του οδικού χάρτη και την αλλοίωση της Συμφωνίας απελευθερώνοντας στην ουσία τις διεθνείς προοπτικές της FYROM χωρίς κανένα αντάλλαγμα; Θυμίζω ότι ο αείμνηστος Ανδρέας Παπανδρέου έλεγε ότι προϋπόθεση λύσης είναι «να δοθούν πρωτίστως από τα πλευρά των Σκοπίων έμπρακτα και αξιόπιστα δείγματα για τη δική τους επιθυμία να πάψει η αβεβαιότητα σε σχέση με την αναγνώρισή τους». Σήμερα η Ελλάδα εμφανίζεται επισπεύδουσα.

Αυτή η Συμφωνία δεν συνιστά αποδεκτή λύση και πρέπει να καταψηφιστεί. Επιβλαβείς εκπτώσεις, τετελεσμένα και ανιστόρητες υπαναχωρήσεις σε εθνικά θέματα είναι ανεπίτρεπτές και δεν πρόκειται να τις αποδεχθεί ο Ελληνικός λαός. Γι’ αυτό  καταψηφίζουμε τη συμφωνία που έφερε η Κυβέρνηση. Περισσότερο από τους μικροκομματικούς υπολογισμούς, την απερίσκεπτη ενδοτικότητα και τους τυχοδιωκτικούς  πειραματισμούς της Κυβέρνησης προέχουν το εθνικό συμφέρον και η πατριωτική ευθύνη.