Ομιλία Εύης Χριστοφιλοπούλου κατά τη συζήτηση για τη Συμφωνία των Πρεσπών στην Ολομέλεια της Βουλής

 

Ύψιστη μορφή πατριωτισμού, για τις δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου, είναι η υπεράσπιση του Συντάγματος.

Το Ελληνικό Σύνταγμα δεν επιτρέπει μαζικές παραιτήσεις βουλευτών με σκοπό την πτώση της κυβέρνησης. Όσοι διακινούν τέτοια ψεύδη, τα οποία είναι υπονομευτικά για τη δημοκρατία μας, το κάνουν εκ του πονηρού.

 

Τα εθνικά θέματα υπερβαίνουν, κατά πολύ, τον βραχύ πολιτικό χρόνο του εκλογικού κύκλου.

Το μείζον είναι η επίτευξη συναινέσεων στο εσωτερικό της χώρας που ενδυναμώνουν την διαπραγματευτική της ισχύ στο εξωτερικό.

 

Αντί να αδράξει την ευκαιρία ο κ. Τσίπρας, θέλησε να χρησιμοποιήσει το Μακεδονικό ως «καταλύτη» για την αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων, όπως είπε από αυτό εδώ το βήμα στις 16 Ιανουαρίου.

 

Χρησιμοποίησε δηλαδή και χρησιμοποιεί ένα μείζον εθνικό θέμα με τεράστιες προεκτάσεις στο άμεσο και απώτερο μέλλον, για την εξυπηρέτηση των στενών εκλογικών του συμφερόντων.

 

Το αποτέλεσμα;

Να χαθεί το παράθυρο ευκαιρίας για εθνικά επωφελή επίλυση του χρονίζοντος ζητήματος των Σκοπίων, παράθυρο ευκαιρίας που σημιουργήθηκε από την πτώση των εθνικιστών του Γκρουέφσκι και την άνοδο στην εξουσία της μετριοπαθέστερης κυβέρνησης Ζάεφ.

 

Παρά τις επίμονες εκκλήσεις μας να υπάρξουν οι αναγκαίες κινήσεις για την επίτευξη της μέγιστης δυνατής συναίνεσης στο εσωτερικό, ούτε Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής συνεκλήθη αλλά ούτε Συμβούλιο πολιτικών Αρχηγών!

 

Πως θα άνοιγε εξάλλου τα χαρτιά της μία κυβέρνηση της οποίας οι Υπουργοί Εξωτερικών και Άμυνας κινούνταν στον άξονα εθνικισμού/ λαϊκισμού από τη μία και ενδοτισμού από την άλλη;

Έφτασαν δε στο σημείο να εκτοξεύουν κατηγορίες ο ένας στον άλλο κατά το χειρότερο τρόπο, ακόμα και μέσα στο υπουργικό Συμβούλιο!

Και δεν έφτανε αυτό! Τώρα κατηγορεί ο ένας τον άλλο ότι προσπαθεί να του διαλύσει την Κ.Ο. και ότι επιχειρεί παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη!

 

Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι εθνικά επιζήμια. Δημιουργεί μάλιστα περισσότερα προβλήματα απ’ όσα καλείται να λύσει. Αναγνωρίζει μακεδονική εθνικότητα και γλώσσα και δεν εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα.

 

  1. Το ελληνικό κείμενο της συμφωνίας, και η ρηματική διακοίνωση της γείτονος, κάνει λόγο για «μακεδονική ιθαγένεια». Στο αγγλικό όμως κείμενο γίνεται λόγος για Macedonian «nationality», δηλαδή εθνικότητα, και όχι «citizenship», δηλαδή η ιθαγένεια/υπηκοότητα. Η διάκριση των δύο εννοιών είναι ξεκάθαρη.. Η υιοθέτηση του όρου nationality στην διεθνή συμφωνία, ασχέτως αν η ελληνική πλευρά, με επίκληση και της ρηματικής διακοίνωσης, επιδιώκει να περιορίσει την εμβέλεια της στην ιθαγένεια, αναμφισβήτητα θάλπει τον «μακεδονισμό», με τα ιδιαίτερα εθνικιστικά και αλυτρωτικά χαρακτηριστικά που απέκτησε από τον 19ο αιώνα.

 

  1. Αποτελεί διεθνές παράδοξο η ιθαγένεια να μην ακολουθεί γλωσσικά την επίσημη ονομασία του κράτους. Στην περίπτωση της «Βόρειας Μακεδονίας» ο υπήκοος της χώρας θα έπρεπε να καλείται «Βορειομακεδόνας» και όχι «Μακεδόνας». Η απόκλιση αυτή από την διεθνή κανονικότητα, που επιβεβαιώνεται από τις διόλου τυχαίες γλωσσικές επιλογές της ρηματικής διακοίνωσης, είναι τουλάχιστον δυσεξήγητη κι ανοιχτή σε πολλαπλές αναγνώσεις, που υπηρετούν εν δυνάμει άλλες σκοπιμότητες των Σκοπίων.

 

  1. Η εθνικότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την γλωσσική ταυτότητα. Η αναγνώριση, λοιπόν, «μακεδονικής» γλώσσας αποτελεί παράγοντα που αυτοτελώς σφυρηλατεί το νεοαναγνωριζόμενο «μακεδονικό» έθνος. Δημιουργούνται, έτσι, οι προϋποθέσεις ενίσχυσης του εθνικισμού και του αλυτρωτισμού στην πράξη κατά τρόπο ώστε οι όποιες σχετικές νομικές εγγυήσεις περιέχονται στην συμφωνία να κινδυνεύουν να υπονομευτούν εν τοις πράγμασιν.

 

  1. Όσον άφορα δε την erga omnes χρήση του ονόματος, πολύ αμφιβάλλουμε για το αν θα ισχύσει και ειδικά εάν θα χρησιμοποιείται από τα Σκόπια. Δημιουργείται λοιπόν το εξής ετεροβαρές σχήμα: από τη μία η Ελλάδα αναγνωρίζει την «μακεδονική» εθνικότητα και γλώσσα κατά τρόπο τετελεσμένο, απροϋπόθετο και αμετάκλητο, ενώ από την άλλη η εσωτερική χρήση της σύνθετης ονομασίας για τα Σκόπια μετατίθεται στο απώτερο και αβέβαιο μέλλον.

 

  1. Η Ελλάδα αποδεχόμενη εκ των προτέρων και άνευ άλλου τινός την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση αποδυναμώνει από σήμερα την διαπραγματευτική της θέση στο μέλλον, χωρίς να λαμβάνει προς τούτο κάποιο προφανές αντάλλαγμα.

 

Κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι η χειρότερη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης κατάφερε μια εθνικά επωφελή συμφωνία για το Σκοπιανό!

 

Εμείς στο ΚΙΝ.ΑΛ., στην προοδευτική δημοκρατική παράταξη λέμε:

  • Ένα μεγάλο όχι σε μια εθνικά επιζήμια διαπραγμάτευση, που είχε το αποτέλεσμα απολύτως αναντίστοιχο, με τους ευνοϊκούς για τη χώρα συσχετισμούς.
  • Ένα μεγάλο όχι σε μια Συμφωνία που παραδίδει εθνικότητα και γλώσσα, και θάλπει στην πράξη τον αλυτρωτισμό των Σκοπίων.
  • Ένα μεγάλο όχι στον ακρωτηριασμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, μετά τα τετελεσμένα που δημιουργούνται.