Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στη Βουλή για τις Γερμανικές επανορθώσεις και αποζημιώσειςΚυρίες και κύριοι βουλευτές, η σημερινή συνεδρίαση είναι μια συνεδρίαση αφιερωμένη στην ιστορική αλήθεια, στην ιστορική δικαιοσύνη. Είχαμε την ευκαιρία να τα πούμε αυτά με πανηγυρικό και σαφή τρόπο στη Βουλή τον Απρίλιο του 2013, όταν έγινε η πρώτη μεγάλη κοινοβουλευτική συζήτηση στην Ολομέλεια.

Είναι  μια ευκαιρία πράγματι να αναδείξουμε την ιστορική αλήθεια της ιδιαίτερης συμβολής της Ελλάδας στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον αγώνα κατά του ναζισμού και του φασισμού. Να αναδείξουμε μια κοινή εθνική κληρονομιά που είναι η μνήμη της ελληνικής Εθνικής Αντίστασης. Να αναγνωρίσουμε και να τιμήσουμε τις δυσανάλογα μεγάλες θυσίες του ελληνικού λαού σε ανθρώπινες ζωές, σε υπηρεσίες, σε υποδομές, σε προοπτικές ανάπτυξης. Αλλά και να θυμηθούμε, μιλώντας εδώ στη Βουλή των Ελλήνων, ότι μετά τον πόλεμο και την κατοχή, ακολούθησε ο εμφύλιος, ακολούθησε η μακρά περίοδος του μετεμφυλιακού κράτους που μας αποπροσανατόλισε εθνικά, πολιτικά, κοινωνικά, αναπτυξιακά.

Και το γεγονός ότι ακολούθησε ο εμφύλιος και η μακρά περίοδος του παρασυντάγματος και της μετεμφυλιακής αλλοίωσης, έχει άμεσες επιπτώσεις και στον τρόπο με τον οποίο διεκδικήθηκαν οι πολεμικές επανορθώσεις και το κατοχικό δάνειο, ή μάλλον δεν διεκδικήθηκαν. Αυτό αφορά ακόμη και τους αρχαιολογικούς θησαυρούς.

Χαίρομαι, λοιπόν, γιατί η Βουλή σήμερα προβαίνει σε μια πράξη εθνικής ενότητας και συναίνεσης. Γιατί ακόμη και σήμερα η ελληνική κοινωνία βιώνει μια απόπειρα να διατηρηθεί σε ισχύ ένας τεχνητός διχασμός που διαπερνά το λαό, την κοινωνία, το έθνος. Και αναφέρομαι στον τεχνητό διχασμό σε δήθεν μνημονιακούς και δήθεν αντιμνημονιακούς, στην απεγνωσμένη προσπάθεια να διατηρηθεί μια πολιτική αφήγηση, η οποία διαψεύδεται στην πράξη και διαψεύδεται με τρόπο οδυνηρό.

Άρα έχει πράγματι πολύ μεγάλη σημασία μια ειλικρινής άσκηση εθνικής αυτογνωσίας, βασισμένης πραγματικά στην αναζήτηση της αλήθειας. Γιατί αυτό είναι που μας οδηγεί σε σφάλματα και ταπεινώσεις: η γοητεία του ψέματος είναι αυτή που έχει ταλαιπωρήσει το έθνος ιστορικά.

Και βέβαια έχει πολύ μεγάλη σημασία μιλώντας για το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ως εκ τούτου για τις μνήμες του μεσοπολέμου και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, να θυμηθούμε τις βάσεις της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που είναι η θεσμική ισοτιμία των κρατών μελών, που είναι η ύπαρξη κανόνων σε πανευρωπαϊκό και σε διεθνές επίπεδο, γιατί η ύπαρξη κανόνων προστατεύει τον μικρότερο, δεν προστατεύει τον μεγαλύτερο. Η νομιμότητα η ευρωπαϊκή και η διεθνής, είναι αυτή που θωρακίζει αυτόν που έχει ανάγκη συνήθως.

Γι’ αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία επίσης να πούμε μια λέξη που πρέπει να ακουστεί στη Βουλή των Ελλήνων. Στη μήτρα και του Α’ και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, βρίσκεται ο εθνικισμός με διάφορες μορφές. Ο εθνικισμός και της δεξιάς, αλλά και της αριστεράς.

Ο εθνικισμός ο οποίος μπορεί να είναι τυφλός, αλλά μπορεί να είναι και δήθεν φωτεινός. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να σκεφτούμε ότι ο εθνικισμός δεν εκδηλώνεται μόνο στα μεγάλα έθνη, στα μεγάλα και ισχυρά κράτη, αλλά και σε μεσαία και μικρά κράτη, σε λαούς και κοινωνίες που κάνουν λάθος όταν υιοθετούν εκδοχές του εθνικισμού.

Έχει επίσης πολύ μεγάλη σημασία να πούμε ρητά και κατηγορηματικά ,μιλώντας στη Βουλή, αλλά μιλώντας και διεθνώς, ως πράξη διεθνούς δικαίου, ότι το ζήτημα των ελληνικών αξιώσεων από τις γερμανικές επανορθώσεις και το κατοχικό δάνειο, έχει τεθεί κατ’ επανάληψη και με πολιτικό και με νομικό τρόπο προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μετά την υπογραφή της συνθήκης για την ενοποίηση της Γερμανίας, όταν το ζήτημα κατέστη νομικά κρίσιμο και επίκαιρο. Με τη ρηματική διακοίνωση που επέδωσε η Ελλάδα επί Υπουργίας Κάρολου Παπούλια το 1994, σε προσωπική επίσημη επαφή του τότε Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλου προς το Γερμανό ομόλογό του Ράου το 2000.

Αλλά και με πολλούς ακόμη πιο έντονους και σαφείς νομικούς τρόπους, κορυφαίος από τους οποίους ήταν η απόφαση της τότε κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ που υιοθετήθηκε από την κυβέρνηση συνεργασίας του Λουκά Παπαδήμου, να παρέμβει η Ελλάδα υπέρ της Ιταλίας στη δίκη ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, τον Ιούλιο  του 2011, δηλαδή στην πιο κρίσιμη φάση της ελληνικής οικονομικής κρίσης, στην πιο δύσκολη φάση των διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ. Άρα σε πολύ μεγάλο βαθμό με την ίδια τη Γερμανία.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές ,ήμουνα Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός των Οικονομικών όταν η κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας αποφάσισε να παρέμβει η Ελλάδα υπέρ των ιταλικών και κατά των γερμανικών απόψεων στη Χάγη τον Ιούλιο του 2011 σε μια διαδικασία που ολοκληρώθηκε το Φεβρουάριο του 2012. Λίγες μόλις μέρες μετά τη μεγάλη συμφωνία για το δεύτερο πρόγραμμα, για το κούρεμα του ελληνικού χρέους, για την αναδιάρθρωσή του, για να διαμορφωθεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο πορεύεται μέχρι σήμερα η Ελλάδα και θα είχε βγει από το μνημόνιο και την κρίση αν δεν είχε γίνει η μεγάλη παλινωδία προς το πουθενά .

Και παρενέβη η Ελλάδα το 2011 στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης σε αντίθεση προς τις αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων.  Γιατί πρέπει να πούμε προς τη Βουλή των Ελλήνων, αλλά και προς τον ελληνικό λαό, ότι τα ελληνικά ανώτατα δικαστήρια και εν τέλει το κορυφαίο όλων ,το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 είναι αυτό που νομολόγησε ότι ισχύει η κρατική ασυλία για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και δεν μπορούν να εκτελεστούν οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις.

Αλλά παρά την ύπαρξη των αποφάσεων αυτών στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, αποφάσεων αμετάκλητων, η κυβέρνηση ,για λόγους πολιτικούς και ιστορικούς, αποφάσισε να παρέμβει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Και όχι μόνο αυτό, αλλά χαιρέτισε και στήριξε μια εξαιρετικά ευαίσθητη πράξη της Ισραηλιτικής Κοινότητας της Θεσσαλονίκης, που προσέφυγε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διεκδικώντας αποζημίωση για τα λύτρα που αναγκάστηκε να καταβάλει η ισραηλιτική κοινότητα στον περιβόητο Μέτεν για να αποφευχθεί ο εξανδραποδισμός της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης.

Δυστυχώς όμως στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως και στη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, η έννοια της κρατικής ασυλίας εξακολουθεί να είναι χωρίς καμία ρωγμή αυτή που ακολουθεί η διεθνής νομολογία.

Έχει λοιπόν πολύ μεγάλη σημασία η Ελληνική Δημοκρατία να προετοιμαστεί και πολιτικά και νομικά. Να έχει στα χέρια της ισχυρά επιχειρήματα, όχι μόνο για την πολιτική, αλλά και για τη δικονομική στρατηγική. Εάν θέλουμε να μιλάμε συγκεκριμένα, υπεύθυνα, πρακτικά και να λέμε μια αλήθεια στον ελληνικό λαό. Όχι μια αφήγηση η οποία ακούγεται ευχάριστα, αλλά δεν οδηγεί σε αποτέλεσμα.

Υπάρχουν κανόνες διαπραγμάτευσης, μέθοδοι διαπραγμάτευσης και διδάγματα από τη διαπραγμάτευση. Έχουμε προ πολλού πόρισμα της ομάδας εργασίας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία της προηγούμενης κυβέρνησης και το οποίο ζήτησα ως Υπουργός των Εξωτερικών να μετασχηματιστεί σε επίσημη γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το νομικό χειρισμό της υπόθεσης.

Αυτό προϋπέθετε υπολογισμό των αξιώσεων του ελληνικού δημοσίου και αυτός ο υπολογισμός έγινε από την ομάδα εργασίας του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με τη βοήθεια της Τράπεζας της Ελλάδος και των υπηρεσιών του Υπουργείου Εξωτερικών και υπεβλήθη στον Υπουργό Οικονομικών στις 19 Ιανουαρίου, σε εμένα ως Υπουργό Εξωτερικών στις 20 Ιανουαρίου του 2015 και διαβιβάστηκε αυθημερόν στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, προκειμένου πια να ολοκληρώσει την αναμενόμενη επίσημη γνωμοδότησή του για την πορεία της υπόθεσης.

Ετέθη το ζήτημα αυτό σε όλα τα επίπεδα. Το έθεσε πρώτος, όπως είπα, ο Κάρολος Παπούλιας ως Υπουργός Εξωτερικών, αλλά είχα την τιμή και την ευθύνη να το θέσω ως Υπουργός Εξωτερικών της Ελληνικής Δημοκρατίας σε όλους τους Υπουργούς Εξωτερικών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με τους οποίους συναντήθηκα. Στον κ. Γκουίντο Βέστερβελερ, στον κ. Φρανκ Βάλτερ Σταϊνμάγερ, στον Υπουργό Οικονομικών τον κ. Wolfgang Schäuble, στην Καγκελάριο Μέρκελ από κοινού με τον Πρωθυπουργό και στον Πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας τον κ. Γιοάχιμ Γκάουκ κατά την επίσημη επίσκεψή του στην Αθήνα.

Και για όλες αυτές τις διπλωματικές ενέργειες έχουν εκδοθεί σχετικές ανακοινώσεις του Υπουργείου Εξωτερικών που συνιστούν κρίσιμα πολιτικά και νομικά έγγραφα.

Λίγο δε πριν τις εκλογές, όταν για πολλοστή φορά ο εκπρόσωπος του γερμανικού Υπουργείου Οικονομικών δήλωσε δημόσια ότι δεν υπάρχει θέμα γιατί αυτό έχει προ πολλού διευθετηθεί, υπήρξε δήλωσή μου που διατήρησε το θέμα ανοιχτό και η δήλωση αυτή επεδόθη με ρηματική διακοίνωση στο γερμανικό υπουργείο των Εξωτερικών.

Αλλά δεν έγινε αυτό για τις ανάγκες της εσωτερικής επικοινωνίας, δεν έγινε αυτό με υπερβολικές και αλόγιστες δηλώσεις. Έγινε στο πλαίσιο ενός εθνικού σχεδιασμού που έχει στόχους και οι στόχοι εξυπηρετούνται όταν έχεις προετοιμάσει και τον πολιτικό, αλλά και το νομικό χειρισμό του θέματος, διότι πολιτικά το θέμα τίθεται και απορρίπτεται προς το παρόν. Άρα πρέπει να είσαι έτοιμος να κάνεις το επόμενο βήμα σε ένα άλλο επίπεδο και να επιλέξεις το πεδίο στο οποίο θα κινηθείς.

Και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση αυτό να το συνδέσεις με την ανοιχτή διαπραγμάτευση για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση, για την έξοδο της Ελλάδας από το μνημόνιο, για την επάνοδο στην ευρωπαϊκή ομαλότητα ενός κράτους μέλους της ευρωζώνης που είναι πραγματικά ισότιμο, όχι επειδή το νομίζει ή επειδή το λέει, αλλά επειδή μπορεί να το επιβάλει στην πράξη με βάση τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας.

Έχει λοιπόν πάρα πολύ μεγάλη σημασία να δούμε το ζήτημα αυτό, όπως θα έπρεπε να δούμε και όλα τα άλλα ζητήματα εθνικής στρατηγικής και διαπραγμάτευσης . Γιατί αν αντιμετωπίσουμε το ζήτημα αυτό, το μεγάλο θέμα της ιστορικής δικαιοσύνης και αλήθειας των γερμανικών επανορθώσεων, όπως αντιμετωπίζουμε το τρέχον μείζον θέμα της εθνικής στρατηγικής για την έξοδο από την κρίση, απλώς θα οδηγηθούμε σε ένα αδιέξοδο.

Και δεν νομίζω ότι έχει αντοχές ο ελληνικός λαός να ακούει αναπόδεικτους μύθους, ή να βιώνει πολλαπλά αδιέξοδα.

Και με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα πραγματικά να συγχαρώ την Πρόεδρο της Βουλής για την πρωτοβουλία της, η οποία θα μπορούσε να είναι συναινετική. Θα μπορούσε η πρόταση να έχει υποβληθεί και από τον Πρωθυπουργό και από την Πρόεδρο της Βουλής και από τους αρχηγούς όλων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων. Αλλά δεν έχει σημασία. Η πρωτοβουλία είναι καλοδεχούμενη, αυτονόητη, γιατί η Επιτροπή υπήρχε στην προηγούμενη περίοδο και πρέπει να ανασυσταθεί και να συνεχίσει το έργο της.

Και η Βουλή συμφωνώ ότι πρέπει να κάνει μια αναλυτική, ακόμη και πολυτελή συζήτηση για τα θέματα αυτά. Αλλά πού είναι τα μεγάλα θέματα της εθνικής στρατηγικής του σήμερα και του αύριο; Πότε η Βουλή θα συζητήσει για αυτά που πονούν τον ελληνικό λαό; Γι’ αυτά που κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση κάθε μέρα ,όλη μέρα; Πότε θα συζητήσουμε για την παράταση ,ποιος την υπέγραψε την παράταση του προγράμματος, του μνημονίου, της κύριας σύμβασης χρηματοοικονομικής διευκόλυνσης;

Πότε θα μιλήσει η Βουλή για αυτά για τα οποία μιλάει όλο το σύστημα ενημέρωσης της Ευρώπης και το Διεθνές; Πότε θα μιλήσουμε γι’ αυτά που καθορίζουν τη μοίρα του ελληνικού λαού και καθιστούν τη χώρα ικανή και ανθεκτική να διεκδικήσει και τα ιστορικά της δικαιώματα;

Δεν ήρθε για έγκριση στη Βουλή ένα μείζον κείμενο που δεσμεύει τη χώρα σε πολύ σημαντικά ζητήματα. Έχει υπογραφεί κατά παράβαση του Συντάγματος. Δεν έχει έρθει ούτε υπό τον τύπο μιας συζήτησης προ ημερησίας διατάξεως. Ούτε καν με τη μορφή των σύντομων ανακοινώσεων του Πρωθυπουργού προς τη Βουλή.

Οι μέρες περνούν, οι εβδομάδες περνούν. Το Κοινοβούλιο διεκδικεί το ρόλο του σε ιστορικά, εθνικά ζητήματα και καλά κάνει, αλλά δεν πρωτεύει ο ρόλος του ο θεσμικός, ο δημοκρατικός στα τρέχοντα ζητήματα της μοίρας του τόπου και του μέλλοντός του;

Ή θα ξεχάσουμε το μέλλον αφοσιωμένοι σε μια συζήτηση ενεργό, αλλά ιστορική; Είναι δυνατόν ο κατάλογος των προτεραιοτήτων της Βουλής στο επίπεδο της Ολομέλειας να είναι αυτός; Δεν έπρεπε η Βουλή να μιλάει για τις πραγματικές προτεραιότητες της κοινωνίας, της οικονομίας και του έθνους;

Σε αυτά πρέπει να δοθεί μια εξήγηση, όχι από την Πρόεδρο της Βουλής που δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κυβέρνηση, αλλά από τον παριστάμενο Πρωθυπουργό, ο οποίος δεν μπορεί να μείνει σιωπηλός στα μεγάλα αυτά θέματα. Ευχαριστώ.