Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, έχουμε ευχηθεί από το πρώτο βράδυ των εκλογών διά των δηλώσεων του Προέδρου μας, του Βαγγέλη του Βενιζέλου, κάθε επιτυχία στην καινούργια Κυβέρνηση. Και το ευχόμαστε ολόψυχα, γιατί θεωρούμε ότι μια επιτυχία της νέας ελληνικής Κυβέρνησης θα είναι επιτυχία του λαού και δικαίωση των θυσιών του.

Μακριά από εμάς κάθε σκέψη καταστροφική, που πάνω σε αυτήν θα μπορούσαμε να στηρίξουμε τη δική μας δικαίωση. Τη δική μας δικαίωση θέλουμε να την στηρίξουμε στην επιτυχία και θα αιτιολογήσουμε γιατί αυτή η επιτυχία έχει να κάνει με τις θυσίες και τους κόπους που υπεβλήθει ο ελληνικός λαός και το πολιτικό κόστος που υπέστημεν εμείς για να δρομολογήσουμε αυτές τις διαδικασίες.

Η οφειλόμενη κριτική και τοποθέτησή μου πάνω στις Προγραμματικές Δηλώσεις της Κυβέρνησης θα γίνει σε τέσσερα βασικά σημεία.

Το πρώτο σημείο αφορά το φόβο μπροστά στη συμφωνία. Έχουμε μία Κυβέρνηση η οποία προέρχεται από μια προεκλογική ρητορική υποσχέσεων, ψευδολογιών, που την κρατά δέσμια σε μια αναγκαία διαδικασία προσαρμογών εν όψει της επιβαλλομένης συμφωνίας.

Το είδαμε αυτό στην τοποθέτηση του κυρίου Πρωθυπουργού. Η συναισθηματική φόρτιση δεν μπορούσε να κρύψει το άγχος της επιβαλλόμενης συμφωνίας, γιατί μια πολιτική σύγκρουσης θα είναι καταστροφική. Άρα, η συμφωνία είναι επιβαλλόμενη. Όποια συμφωνία επιτευχθεί μέσα από τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης έχουμε δηλώσει ότι θα την στηρίξουμε. Θέλουμε όμως να δούμε το περιεχόμενό της.

Έρχομαι τώρα στο δεύτερο σημείο. Ποιο είναι το περιεχόμενο τη πρότασης; Εμείς, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ξέρουμε μόνο το περιτύλιγμα. Πώς έχει βαφτιστεί το περιτύλιγμα; Έχει βαφτιστεί ως γέφυρα. Τι είναι αυτή η γέφυρα; Είναι ένα νέο μνημόνιο; Είναι παράταση του υπάρχοντος μνημονίου; Είναι λίγο από τα δύο ή και τα δύο μαζί; Ας το βαφτίσει η Κυβέρνηση όπως θέλει.

Εκείνο που εμείς οφείλουμε να επισημάνουμε είναι η μεγάλη αντίφαση: Από τη μια μεριά μας κατήγγειλε η Κυβέρνηση, γιατί δεν πήραμε την εξάμηνη παράταση που μας προσέφεραν οι δανειστές -και αυτό είναι αλήθεια-, ενώ όταν φέραμε εδώ να ψηφίσουμε τη δίμηνη παράταση, το τι ακούσαμε δεν λέγεται, γιατί παρατείνουμε για δύο μήνες το μνημόνιο και κρατάμε τη χώρα δεσμευμένη.

Θέλω να θυμίσω για την ιστορία ότι εμείς είχαμε παρουσιάσει έγκαιρα από τον Σεπτέμβρη -το είπαμε στον προϋπολογισμό, το είπαμε και πριν τις πολιτικές εξελίξεις- τα πέντε βήματα εξόδου από το μνημόνιο και τις δανειακές συμβάσεις, που ήταν το κλείσιμο της συμφωνίας, η πιστωτική γραμμή στήριξης, η σχέση μας με το ΔΝΤ και η συζήτηση για την ελάφρυνση του χρέους με τις οποιεσδήποτε εκδοχές του, τις παραμετρικές αλλαγές – κάτι που προβλέπεται από τη συμφωνία κορυφής στο Συμβούλιο του 2012.

Εσείς τώρα λέτε ότι μπαίνουμε σε μία περίοδο, η οποία δεν περιέχει μειώσεις μισθών και συντάξεων. Λέτε ότι μας τελείωσε το mail του Χαρδούβελη και είμαστε στην άλλη μέρα. Και λέω εγώ ότι κυνηγάτε ανεμόμυλους και σκιαμαχείτε, διότι το mail του Χαρδούβελη τελείωσε, επειδή εμείς δεν συμφωνήσαμε στις παράλογες απαιτήσεις των δανειστών μας, που μας ζήταγαν παραπέρα μειώσεις μισθών και συντάξεων. Είπαμε ότι αυτό δεν το έχει ανάγκη ο τόπος, δεν μπορούν να το υποφέρουν οι μισθωτοί εργαζόμενοι και συνταξιούχοι. Κι έτσι δεν πήγαμε στη συμφωνία.

Γιατί οι δανειστές μας -θυμίζω- ζητούσαν παραπάνω από όσα έπρεπε, θεωρώντας ότι δεν θα έχουν μία σταθερή Κυβέρνηση να διαπραγματευτούν τον Ιούνιο. Και αυτό πρόκυπτε, αγαπητοί συνάδελφοι του ΣΥΡΙΖΑ, επειδή εσείς παραφράσατε τη συνταγματική εντολή της συναίνεσης και επιδιώξατε την πτώση της Κυβέρνησης μέσω της διαδικασίας της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Δεν λέτε λοιπόν σε αυτή την πρόταση, της οποίας μας έχετε παρουσιάσει το περιτύλιγμα, αν θα έχουμε χρήμα από τους δανειστές μας, αν δηλαδή θα επιδιώξουμε να πάρουμε τις δόσεις που είναι φθηνότερες, ή θα πάρουμε χρήμα από την αγορά, που είναι ακριβότερο.

Και ποιος θα το πληρώσει αυτό το κόστος; Οι τράπεζες θα το πληρώσουν; Η οικονομία θα το πληρώσει; Ο προϋπολογισμός θα το πληρώσει; Δεν λέτε τι επιπτώσεις θα έχει η οποιαδήποτε επιλογή στο τραπεζικό σύστημα, στην αγορά και στην πραγματική οικονομία.

Δεν μας λέτε αν αυτή η εξάμηνη παράταση που ζητάτε θα είναι ένα εξάμηνο ομηρίας της ελληνικής κοινωνίας, της οικονομίας και της Κυβέρνηση ή θα είναι η αφετηρία ενός νέου μνημονίου, ενός μνημονίου ΙΙΙ.

Και βεβαίως μας παρουσιάσατε, από την αρχική επιλογή των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, μία πρόταση για πλεόνασμα 1,5%, ίσο δηλαδή με τους στόχους που είχε και πέτυχε ο προϋπολογισμός του 2014. Δεκτή αυτή η επιλογή. Είναι μία επιλογή που πάντα θέλαμε, που δεν μας επέτρεψαν οι συσχετισμοί της διαπραγμάτευσης να επιτύχουμε, διότι ήταν αρνητικοί οι συσχετισμοί. Θεωρώ όμως ότι είναι μία σωστή επιλογή η μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος, διότι ελευθερώνει πόρους, οι οποίοι μπορεί να πάνε στην πραγματική οικονομία ή να πάνε στην κοινωνική συνοχή.

Ερχόμαστε όμως στο τρίτο σημείο, που είναι ο λογαριασμός. Βγαίνει ο λογαριασμός, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι του ΣΥΡΙΖΑ, του 1,5% πρωτογενούς πλεονάσματος;

Λέω λοιπόν -και το ξέρετε, πιστεύω, πολύ καλά- ότι λόγω των εξελίξεων έχουμε μία μείωση εσόδων το Δεκέμβριο και μία σημαντική μείωση εσόδων το Γενάρη: το μεν Δεκέμβρη έναντι του 2013 κατά περίπου 1 δισεκατομμύριο και το Γενάρη έναντι των στόχων του Προϋπολογισμού περίπου 1 δισεκατομμύριο επίσης. Είναι συνολικά περίπου 2 δισεκατομμύρια. Αυτή τη μείωση των εσόδων πώς θα την αντιμετωπίσετε, όταν μας λέτε ότι θα έχουμε αυξήσεις δαπανών από διάφορες πολιτικές που προτείνετε, έστω αυτό το κουτσουρεμένο «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» -γιατί δεν είναι ολοκληρωμένο- όταν μας λέτε ότι θα πάτε σε κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, τον οποίο θα αντικαταστήσετε με ένα φόρο περιουσίας, που όμως δεν τον έχετε οριοθετήσει, για να δούμε τι θα εισπράξετε, και όταν μας λέτε ότι θα πάτε σε αφορολόγητο των 12.000;

Άρα, το ερώτημα είναι: Θα επιβαρύνετε τις κλίμακες της μεσαίας τάξης για να εισπράξετε τα ίδια ποσά από φόρο εισοδήματος; Διότι ο λογαριασμός, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι απλός και λέει ότι έχει πρόβλεψη εσόδων 55,6 δισεκατομμυρίων και εξόδων 55,7 δισεκατομμυρίων. Αυτός είναι ο λογαριασμός.

Φέρτε μας, λοιπόν, από το οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης ένα φύλλο χαρτί με τα έσοδα, τα έξοδα και από πού θα τα εισπράξετε. Κάτι τέτοιο δεν μας το έχετε φέρει κι εμείς φοβόμαστε ότι αυτός ο λογαριασμός δεν βγαίνει, ότι θα πέσετε έξω ή ότι θα αναγκαστείτε να επιβαρύνετε κι άλλο τη μεσαία τάξη και άλλες κοινωνικές ομάδες που επιβίωσαν της κρίσης ή, σε τελική ανάλυση, να μην υλοποιήσετε τους στόχους σας.

Το τέταρτο σημείο είναι ότι δεν έχετε κανένα σχέδιο για την πραγματική οικονομία, τη ρευστότητα και την ανταγωνιστικότητα. Ακούσαμε τόσα πολλά εδώ, ακούσαμε λεπτομέρειες και κοινοτοπίες όπως, παραδείγματος χάρη, ότι θα μειώσει ο Πρωθυπουργός τους αστυνομικούς στο Μέγαρο Μαξίμου –γνωστά πράγματα- και τους οργανισμούς των Υπουργείων. Εγώ τα έχω ακούσει χιλιάδες φορές. Κάθε καινούργιος υπουργός και κάθε πρωθυπουργός τα ίδια λέει. Όμως δεν μας είπε το σχέδιο της παραγωγικής ανασυγκρότησης, δεν μας είπε για την ανταγωνιστικότητα. Κρατάει την αγορά σε αναμονή και ανασφάλεια. Δεν έχει σχέδιο για τη ρευστότητα, για την αντιμετώπιση του εμπορικού ισοζυγίου.

Ο αγροτοδιατροφικός τομέας, που είναι το συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας μας και που βελτίωσε το ισοζύγιο των εμπορικών συναλλαγών τα τελευταία χρόνια, απουσίαζε παντελώς από τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού. Επιχείρησε κάτι να πει ο κ. Λαφαζάνης και είπε ότι τα υπόλοιπα θα μας τα πει ο κ. Αποστόλου. Περιμένουμε.

Προσέξτε τώρα: πάμε στις μεταρρυθμίσεις. Ποιες είναι οι μεταρρυθμίσεις στις οποίες αναφερθήκατε; Οι μεταρρυθμίσεις που αναφερθήκατε είναι μεταρρυθμίσεις που δεν έχουν καμία πνοή, καμία προοδευτική κατεύθυνση. Πού είναι, λοιπόν, το σχέδιο της προοδευτικής διακυβέρνησης που θα ακολουθήσει στη μεταμνημονιακή Ελλάδα; Εμείς είχαμε παρουσιάσει ένα σχέδιο και περιμέναμε ότι μία καινούργια αριστερή κυβέρνηση τουλάχιστον θα έχει την έμπνευση των αλλαγών στο πολιτικό σύστημα, οι οποίες θα ενσωματώνονταν σε μία συνταγματική αλλαγή.

Έχει μιλήσει ο κ. Κατρούγκαλος, όχι σήμερα εδώ, στο δημόσιο λόγο του, ο Πρωθυπουργός όμως δεν είπε τίποτα. Τα ξεχάσατε; Πού είναι οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν στην αποκέντρωση, στη μεταφορά αρμοδιοτήτων και πόρων στην αυτοδιοίκηση; Γιατί είσαστε φοβικοί; Τι φοβόσαστε; Φοβόσαστε το συντηρητισμό των συνεταίρων σας στην Κυβέρνηση, των ΑΝΕΛ; Φοβόσαστε την θρυαλλίδα που μπορεί να σπάσει και να διαταράξει την Κυβέρνηση; Δεν μας ενδιαφέρει εμάς η Κυβέρνηση. Εμάς μας ενδιαφέρει η Ελλάδα, αγαπητές κυρίες και κύριοι συνάδελφοι. Όμως πρέπει να τολμήσετε να προχωρήσετε μπροστά.

Δεν ακούσαμε τίποτα, επίσης, για όλα αυτά που έχουν να κάνουν με το πολιτικό σύστημα, την απλή αναλογική. Ποια είναι η Αριστερά; Είδα έναν τίτλο σήμερα που λέει: «Άρωμα Αριστεράς στις προγραμματικές δηλώσεις». Βεβαίως, αναφέρθηκε στους ξενοφοβικούς, αναφέρθηκε στα σύμφωνα συμβίωσης. Θα τα ψηφίσουμε. Ήταν δικές μας πολιτικές.

Παραδώσαμε, κύριε Υπουργέ, το σχέδιο για την ιθαγένεια σε εσάς. Το παρέδωσε ο κ. Ντόλιος, μετά από πάρα πολύ σκληρή διαπραγμάτευση με τη Νέα Δημοκρατία και περιμένουμε να το φέρετε να το ψηφίσετε και να δούμε και τι θα κάνουν οι εταίροι σας. Εμείς σε αυτές τις αλλαγές θα είμαστε εδώ παρόντες με ένα θετικό πρόσημο, όπως κάναμε πάντα.

Τι μας παρουσιάσατε ως αλλαγές και μεταρρυθμίσεις; Το νέο εργαλείο του ΟΟΣΑ. Και –προσέξτε- διαβάζω σήμερα από την «ΑΥΓΗ», για να μην πείτε ότι τα έβγαλα από το κεφάλι μου: «Το toolkit θα το μεταφράσουμε ως tailor made». Αυτό σημαίνει «το κουστούμι του ράφτη». Δηλαδή θα μας ράψετε ένα κουστουμάκι. Βρήκαμε το ράφτη και μας λείπει τώρα ο κουρέας! Επαναλαμβάνω ότι είναι ο δεκάλογος της «ΑΥΓΗΣ» για τις μεταρρυθμίσεις που θα προσαρμόσει ο κ. Γκουρία του ΟΟΣΑ σε ό,τι αφορά την Ελλάδα.

Λέω, λοιπόν, ότι με βάση αυτό το πλαίσιο έχω την εκτίμηση ότι δεν αντιμετωπίζετε τα ουσιαστικά προβλήματα, αυτά που έχει ανάγκη ο τόπος, μιας μεγάλης ανατροπής, που θα ήταν αποτέλεσμα μιας αριστερής κυβέρνησης.

Συμπερασματικά, λοιπόν, η κριτική μας γι’ αυτά που ακούσαμε και από αυτά που δεν ακούσαμε είναι η εξής: Σε ό,τι αφορά τα μεγάλα θέματα ακούσαμε γενικόλογες κοινοτοπίες και επαναλήψεις. Πάρα πολύ κουράζουν αυτά. Σε ό,τι αφορά τα δευτερεύοντα είδαμε αναλυτική αντιμετώπιση, όπως πόσα αυτοκίνητα θα πάρουμε από τους Βουλευτές, πόσους αστυνομικούς από τους Υπουργούς και όλα αυτά, τα οποία τα έχουμε ακούσει χίλιες φορές και έχουν κουράσει τον κόσμο. Σε ό,τι αφορά το ολοκληρωμένο σχέδιο της διαπραγμάτευσης, είδαμε το περιτύλιγμα. Το περιεχόμενο δεν το έχουμε δει ακόμα.

Λέω, λοιπόν, ότι σε ό,τι αφορά το μεταρρυθμιστικό σχέδιο είναι χωρίς πνοή και προοδευτική κατεύθυνση.

Επαναλαμβάνω, όμως, ότι εμείς ευχόμαστε να πετύχει η Κυβέρνηση. Θα τη στηρίξουμε, παρότι δεν μας το ζητήσατε, παρότι δεν αποδεχθήκατε την πρότασή μας για εθνική επιτροπή διαπραγμάτευσης, που την επαναλαμβάνουμε από το 2012.

Φυσικό είναι, με βάση αυτά που είπα, ότι δεν θα ψηφίσουμε τις Προγραμματικές Δηλώσεις. Θα ψηφίσουμε, όμως, τη συμφωνία όταν τη φέρετε εδώ. Θα ψηφίζουμε τις προοδευτικές αλλαγές όταν θα τις φέρνετε.

Δεν είμαστε ίδιοι, κύριοι συνάδελφοι.

Σου θυμίζω, αγαπητέ κύριε Λαφαζάνη, ότι θα σας κυνηγάει το ότι δεν ψηφίσατε το άνοιγμα των λογαριασμών. Μιλάτε για την πιο μεγάλη αλλαγή που θα παρουσιάσετε στους εταίρους μας, την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς. Ξεχνάτε να πείτε ότι η πιο μεγάλη αλλαγή ήταν το άνοιγμα των λογαριασμών, κάτι που έγινε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, έγινε από την Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και δεν το ψηφίσατε.

Εμείς, λοιπόν, θα ψηφίζουμε αλλαγές σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Θα ψηφίζουμε, γιατί είμαστε δύναμη ευθύνης και πληρώσαμε το κόστος, γιατί είμαστε δύναμη ευθύνης.

Ευχόμαστε –επαναλαμβάνω- χάρη στους κόπους και τις θυσίες του ελληνικού λαού, για τις οποίες εμείς συμβάλαμε με το πρόγραμμά μας, ώστε να υπάρξουν αποτελέσματα, να πάνε καλά τα πράγματα, να φέρετε κάτι καλύτερο. Δεν θα σας επιτρέψουμε, όμως, να οικειοποιηθείτε αυτές τις θυσίες και αυτούς του κόπους του ελληνικού λαού, τις δικές μας προσπάθειες, τις δικές μας ιδέες και τις πολιτικές που βρήκατε έτοιμες και ιδίως το γεγονός ότι αυτήν τη στιγμή μπορείτε και διαπραγματευόσαστε επειδή η Ελλάδα είναι όρθια. Διότι αν δεν ήταν όρθια, αλλιώς θα ήταν τα πράγματα. Σκεφθείτε τι συνέβαινε το 2009, όταν η Ελλάδα είχε έλλειμμα 36 δισεκατομμύρια ενώ τώρα έχει πρωτογενές πλεόνασμα, με βάση το οποίο μπορούμε να συζητάμε και να διαπραγματευόμαστε.