Ομιλία Γιάννη Κουτσούκου, Εισηγητή της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, στην Επιτροπή Οικονομικών για τον  Προϋπολογισμό του 2017:

 

Συζητάμε τον Προϋπολογισμό του 2017 σε μια περίοδο γενικευμένης ανασφάλειας και αβεβαιοτήτων για την πορεία της χώρας, τη ζωή των πολιτών, τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή.

Όλα τα μέτωπα είναι ανοιχτά και οι προβλέψεις ανησυχητικές έως δυσοίωνες.

Η οικονομία ματώνει από το συνδυασμό της ύφεσης και την φορολογική αφαίμαξη.

Η κοινωνία στενάζει κάτω από το βάρος  των κοινωνικών προβλημάτων, την ανεργία, τις περικοπές συντάξεων και κοινωνικών παροχών.

Στην ευρύτερη περιοχή βρίσκονται σε εξέλιξη πολιτικές συγκρούσεις, δημιουργούνται μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα, παλιοί και νέοι εθνικισμοί και ηγεμονισμοί αναβιώνουν, καθώς επίσης, ενισχύονται οι τάσεις λαϊκισμού και εθνικού απομονωτισμού που οδήγησαν στο παρελθόν σε περιπέτειες την Ευρώπη και τον κόσμο.

Δυστυχώς, στη χώρα μας απουσιάζει εκείνη η σταθερά που θα έδινε ελπίδα για το ξεπέρασμα της κρίσης στους απογοητευμένους πολίτες και θα έστελνε παντού του μήνυμα της εθνικής γραμμής για την αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων της χώρας.

Ότι κατέκτησε ο λαός μας με τους δικούς του κόπους και θυσίες για τη βελτίωση των δημοσιονομικών και μακροοικονομικών μεγεθών σε μια δύσκολη 5 χρονη πορεία 2010-2014, ανετράπη από μια τυχοδιωκτική πολιτική ψεμάτων και αυταπατών, και μαζί ανετράπη η προοπτική της εξόδου της χώρας από τα μνημόνια.

Ο δεύτερος Προϋπολογισμός της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, όπως και ο πρώτος (του 2016), ενσωματώνει το κόστος που σώρευσε σε βάρος του Λαού αυτή η Κυβερνητική πολιτική.

Το 3ο αχρείαστο και επαχθέστερο Μνημόνιο, ως αποτέλεσμα μιας διαπραγματευτικής τακτικής που έφερε τη χώρα στο χείλος του γκρεμού, έγινε με όρους υποταγής και είχε ως αποτέλεσμα νέα δυσβάσταχτα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, ύψους 12,5 δισ. και πρωτοφανή ταπείνωση της χώρας που εκχώρησε στους δανειστές τον έλεγχο της Δημόσιας Περιουσίας για 100 χρόνια.

Το αποτέλεσμα αυτής της περιπέτειας στην οποία η Κυβέρνηση των Τσίπρα – Καμμένου περιέπλεξε τη χώρα, εκτιμάται από διαφόρους οικονομολόγους, εκπροσώπους των θεσμών και ερευνητικά ιδρύματα από 45-86 δισ. €, ανάλογα με τη μέθοδο που θα ακολουθήσει κανείς.

Η ζημιά στην Ελληνική οικονομία  είναι βεβαιωμένη και μετριέται με  την απώλεια του ΑΕΠ για την διετία 2015-2016 κατά 20 δισ., εκροή καταθέσεων κατά 40 δισ., το κόστος ανακεφαλαιοποίησης των Τραπεζών (απώλεια 25 δισ. της ανακεφαλαιοποίησης του 2015), επιδείνωση του οικονομικού κλίματος, απώλεια επενδύσεων και πρόσθετα το κόστος των μέτρων 12,5 δισ. του νέου μνημονίου ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ για να επιστρέψουμε μετά από δύο χρόνια εκεί που ήμασταν στο τέλος του 2014.

Η ζημιά όμως, αφορά και το πάντα επίκαιρο και κρίσιμο ζήτημα του χρέους, καθώς η γενική οπισθοχώρηση της Ελληνικής οικονομίας και η αντίστροφη της δυναμικής που έδιναν τα οικονομικά δεδομένα στο τέλος του 2014, όπως την εκτιμούσαν οι Διεθνείς Οργανισμοί, είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, και την επιδείνωση των όρων εξυπηρέτησης του χρέους και των όρων βιωσιμότητάς του, καθώς σύμφωνα με τη μελέτη του ΔΝΤ (24-5-2016) για την προοπτική της εξυπηρέτησης ως ποσοστό του ΑΕΠ το κόστος εκτινάχθηκε από 15% στο 60%.

Η φοροκεντρική πολιτική και η συνέχιση της λιτότητας (σύμφωνα και με τη έκθεση του Γ.Π.τ.Β.), έχει οδηγήσει στην εξάντληση της φοροδοτικής ικανότητας των Ελλήνων πολιτών όπως αποτυπώνεται στην αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο,  τα οποία εκτινάχθηκαν στα 93 δισ. από 75 δισ.  το 201, καθώς και στην αύξηση των οφειλών στα ασφαλιστικά ταμεία που εγγίζουν τα 20 δισ.

Χαρακτηριστική επίσης, είναι η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και των καταναλωτών κατά 4,5 δισ. για τι 2015 σύμφωνα με τη ΕΛΣΤΑΤ.

Με βάση τα παραπάνω το προβλεπόμενο υπέρογκο πρωτογενές αποτέλεσμα του 2016 μόνο για πανηγυρισμούς δεν προσφέρεται καθώς προέρχεται από τους πρόσθετους φόρους, την υπερφορολόγηση και από την τεχνητή συγκράτηση δαπανών, όπως δείχνουν τα στοιχεία για την αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες που ανέρχονται σε 6,21 δισ. (από 3,77 δισ. το Δεκέμβριο του 2014).

Είναι φανερό ότι το φάντασμα του «κόφτη» πλανάται πάνω από την Κυβέρνηση και την αναγκάζει σε μεθοδεύσεις λογιστικού χαρακτήρα και τακτοποιήσεις για να αποφύγει την εφαρμογή του, σε βάρος  όμως της πραγματικής οικονομίας που στενάζει από έλλειψη ρευστότητας.

Στην πραγματικότητα οι οφειλές του Δημοσίου προς τους Ιδιώτες είναι πολλαπλάσιες, καθώς οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων αφορούν μόνο τις εκκαθαρισμένες υποθέσεις (με έκδοση ΑΦΕΚ) ενώ στις ΔΟΥ εκκρεμούν χιλιάδες υποθέσεις με αιτήματα επιστροφής φόρων, κυρίως Φ.Π.Α.

Με βάση τα παραπάνω, η υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές αποτέλεσμα το 2016, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Προϋπολογισμού, κατά 1.032 δισ. ή 0,59% του ΑΕΠ είναι αποτέλεσμα επαχθών μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής και μάλιστα  υστερεί, καθώς αυτά τα μέτρα για το 2015 – 2016 σωρευτικά ανέρχονται στο ύψος των  7.273 δισ. (1.541,2 δισ. το 2015 και 5.732 δισ. το 2016).

Το μέγεθος της υπερφορολόγησης για να επιτευχθεί το πρωτογενές αποτέλεσμα είναι πολύ μεγαλύτερο από την φαινομενική υπέρβαση του στόχου κατά 1 δισ., καθώς πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι οι Κυβερνητικές προβλέψεις στο σκέλος των εσόδων έπεσαν έξω κατά 2,9 δισ. με την απώλεια εσόδων 1,3 δισ. από τα ANFA’s –SMPs  και 1,6 δισ. από τις αποκρατικοποιήσεις.

Για την επίτευξη του εκτιμώμενου πρωτογενούς πλεονάσματος 1,9 δισ. ή 1,09 % ΑΕΠ, πρέπει να συνυπολογιστεί και η αύξηση των πρωτογενών δαπανών κατά 916 εκατ., μεταξύ των οποίων τα 586 εκατ. της χθεσινής τροπολογίας για την επιχορήγηση του ΕΦΚΑ, προκειμένου να καλυφτεί η τρύπα της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης Κατρούγκαλου.

Κατά συνέπεια η φορολογική αφαίμαξη για την επίτευξη του αυξημένου πρωτογενούς πλεονάσματος υπερβαίνει τα 3,85 δισ. (2,9 απώλεια εσόδων + 916 εκατ. αύξηση δαπανών + 1,032 υπέρβαση στόχου)

Ενδιαφέρον πάντως παρουσιάζει  η παρατήρηση του Γ.Π.τ.Β. για την απόκλιση μεταξύ των Δημοσιονομικών μέτρων και της απόδοσης τους,(αύξηση των εσόδων και εξοικονόμηση δαπανών), καθώς τα ποσοστά απόκλισης είναι ιδιαίτερα σημαντικά(σελ 11, Έκθεση Γ.Π.τ.Β).

 

Επομένως, το πρωτογενές πλεόνασμα του 2016 δεν έχει καμία σχέση, ούτε με ανάπτυξη, ούτε με πάταξη της φοροδιαφυγής, ούτε με νοικοκύρεμα, το αντίθετο μάλιστα.

Οφείλεται καθαρά στα μέσα Δημοσιονομικής Προσαρμογής που έπληξαν όλες τις κοινωνικές ομάδες με πρόσθετους έμμεσους και άμεσους φόρους (από 47.792 το 2015 σε 50.477 το 2016 δηλ + 2.682 δις. αυξήσεις εισφορών, περικοπές συντάξεων, κλπ).

Πόσο αριστερή είναι μια τέτοια πολιτική το κρίνουν οι πολίτες και κυρίως αυτοί που παραπλανήθηκαν από τις υποσχέσεις για την 13η σύνταξη και κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, την αύξηση του κατώτερου μισθού κλπ.

Τα ίδια πολιτικά χαρακτηριστικά έχει και ο Προϋπολογισμός του 2017, καθώς το προβλεπόμενο πρωτογενές πλεόνασμα των 3,687  δισ. ή 2,0% του ΑΕΠ προέρχεται από την σωρευτική επίδραση των δημοσιονομικών μέτρων του 2015-2016-2017 της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝΕΛ, των 12,5 δισ. του 3ου Μνημονίου.

Σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού τα δημοσιονομικά μέτρα για το 2017 ανέρχονται στα 4.011,4 δισ. από τα οποία 3.051 δισ. στα έσοδα και 960,4 εκατ. στις δαπάνες (πίνακας 3.32 σελ 123-124)

 

Από τα 3,1 δισ. στα έσοδα, τα 2,5 δισ. είναι νέοι φόροι που επιβάλλονται από 1-1-2017 και σύμφωνα με το σχετικό πίνακα αναλύονται ως εξής :

 

1.                       Αναμόρφωση Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (μείωση αφορολόγητου, αύξηση συντελεστών κ.λπ) 966,0
2.                       Αναμόρφωση Συντελεστών και χρονική επέκταση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης 704,2
3.                       Αύξηση συντελεστή ΦΠΑ στο 24% 437,0
4.                       Αναμόρφωση φορολογίας οχημάτων 30,0
5.                       Φόρος εισοδήματος σε εταιρικά αυτοκίνητα 91,0
6.                       Αναμόρφωση Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) ενεργειακών προϊόντων 422,0
7.                       Αναμόρφωση φορολογίας στα επενδυτικά οχήματα 19,3
8.                       Τέλος στη συνδρομητική τηλεόραση 25,0
9.                       Τέλος συνδρομητών σταθερής τηλεφωνίας 54,2
10.                   Αύξηση συμμετοχής Δημοσίου στα μικτά κέρδη από τυχερά παίγνια 56,8
11.                   Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στο ζύθο 62,0
12.                   Αύξηση φόρου κατανάλωσης επί των τσιγάρων και του καπνού (συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών τσιγάρων) 142,0
13.                   Φόρος επί του καφέ 62,0
14.                   Φορολογικές απαλλαγές από το νέο επενδυτικό νόμο -20,4
      Σύνολο 3.051,8

 

Τα 960,4  εκατ. περικοπές δαπανών προκύπτουν από τις  νέες περικοπές για το 2017 που αθροίζονται σε 1.831,4 δισ. και αφορούν Συντάξεις και Κοινωνικά επιδόματα, αφαιρουμένων των παροχών 871 εκατ. (τα 571 εκατ. για το ΚΕΑ +300 για κοινωνικές δράσεις).

Από τις περικοπές αυτές τα 1.644,3 δις αφορούν τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και συγκεκριμένα: 575,4 εκατ. τις συντάξεις (πλην του Δημοσίου) κυρίως τις Επικουρικές κατά 348,5 εκατ., των νέων συνταξιούχων κατά 103,8 εκατ., τη  χηρεία κατά 43,1 εκατ. κλπ.

141,3 εκατ. αφορούν τις συντάξεις Δημοσίου (μεταξύ των οποίων  και της χηρείας)

927 εκατ. αφορούν Εισφορές Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικά Επιδόματα μεταξύ των οποίων 586,3 η περικοπή  του ΕΚΑΣ, η αύξηση των εισφορών αγροτών – ελ. Επαγγελματιών και μισθωτών κατά 501,5 εκατ., οι περικοπές στο Μ.Τ.ΠΥ κατά 207,5 εκατ.

Επομένως, είναι απολύτως φανερό από την ανάλυση των νέων πρόσθετων φόρων και των νέων επιπλέον περικοπών, ότι όχι μόνο δεν ευσταθεί κανένα Κυβερνητικό επιχείρημα για πολιτική αναδιανομής, κοινωνικής δικαιοσύνης και αριστερό αποτύπωμα αλλά πρόκειται για μια νέα προσπάθεια εξαπάτησης  φτωχών και αδύναμων συμπολιτών μας, αφού το μακρύ χέρι της Κυβέρνησης τους αφαιρεί από την τσέπη με φόρους και περικοπές που αφορούν τα πλατιά λαϊκά στρώματα αθροιστικά 4.883,2 δισ. για να τους δώσει πίσω λιγότερα από 900 εκατ.

Και πάρα ταύτα η Κυβέρνηση καλλιεργεί προσδοκίες για μέρισμα κοινωνικού προγράμματος σε αυτούς που κατακρεούργησε με την πολιτική της, στο πλαίσιο των κομματικών της σχεδιασμών.

Χαρακτηριστικό για την Κυβέρνητική υποκρισία περί κοινωνικά ευαίσθητης πολιτικής,  αποτελεί το γεγονός ότι τα αντισταθμιστικά της περικοπής του ΕΚΑΣ είναι μόνο 17 εκατ..

Συγκεκριμένα επί των εσόδων και δαπανών,  ο Προϋπολογισμός  προβλέπει σύνολο καθαρών εσόδων 50.374 δισ. και τακτικών δαπανών 49.536 δισ..

Στο σκέλος των εσόδων ο Προϋπολογισμός προβλέπει αύξηση των καθαρών εσόδων κατά 2.271 δισ. έναντι του Προϋπολογισμού του 2016.

Στα Έσοδα αυτά συμπεριλαμβάνονται έσοδα αποκρατικοποιήσεων 2 δις και μόνο 345 εκατ από ANFA (χάρη της περήφανης διαπραγμάτευσης).

Οι άμεσοι φόροι προβλέπονται στα 20,415 δις μειωμένοι έναντι του 2016 κατά 296 εκατ λόγω της μείωσης των εισφορών των Δ.Υ. κατά 664 εκατ, της διαφοροποίησης των δόσεων του ΕΝΦΙΑ, του συμψηφισμού της προκαταβολής φόρου των Νομικών Προσώπων. Όμως ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,161 δις και να διαμορφωθεί στα 9,172 δις.

Οι έμμεσοι φόροι θα αυξηθούν κατά 1,335 δις στα 26,443 δις (αύξηση ΦΠΑ 769 εκατ, φόρος κατανάλωσης 712 εκατ).

Στο σκέλος των Δαπανών ο Προϋπολογισμός προβλέπει μείωση των πρωτογενών δαπανών κατά 1,431 δισ. € έναντι του 2016.

Η μείωση αυτή προέρχεται, κατά κύριο λόγο, από τις δαπάνες για συντάξεις, ασφάλιση, περίθαλψη και κοινωνική προστασία.

Αυξημένο προβλέπεται το Εθνικό σκέλος του Π.Δ.Ε. κατά 250 εκατ.  η μείωση όμως του συγχρηματοδοτούμενου σκέλους επίσης κατά 250 εκατ. διαμορφώνει το ΠΔΕ στα 6,75 δις στο ίδιο δηλαδή επίπεδο με το 2016.

Είναι επίσης χαρακτηριστικό για τον άδικο χαρακτήρα των φορολογικών μέτρων ότι επιδεινώνεται η σχέση άμεσης  και έμμεσης φορολογίας, μετά τη βελτίωση από το 2012 έως το 2014 (σελ 42 Εισηγητική Έκθεση) από 1,15 το 2014 στο 1,30 το 2017.

Κατά συνέπεια ο Προϋπολογισμός του 2017 συνιστά μία συντηρητική διαχείριση με συνέχιση της λιτότητας, φορολογική αφαίμαξη και νέα αδιέξοδα. Αυτή η πολιτική δεν είναι ούτε προοδευτική, ούτε πολύ περισσότερο Αριστερή.

Το υπεραισιόδοξο σενάριο της Κυβέρνησης για το 2017 στηρίζεται στην πρόβλεψη για ανάπτυξη 2,8% το 2017.

Θυμίζω στα Κυβερνητικά στελέχη την κριτική που ασκούσε ο Σύριζα ως αντιπολίτευση για τους λόγους και τις σκοπιμότητες που οι εταίροι μας δέχονται εύκολα αυτές τις αισιόδοξες εκτιμήσεις.

Όμως, τα επιμέρους στοιχεία δεν επιτρέπουν αυτή την υπεραισιόδοξη εκτίμηση, καθώς οι προβλέψεις για Ιδιωτική Κατανάλωση με αύξηση 1,8 % Δημόσια Κατανάλωση  – 0,3% βρίσκονται πολύ χαμηλά, ενώ το κλίμα στην αγορά, τα λουκέτα και το ύψος της ανεργίας,  η χαμηλή ανταγωνιστικότητα, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και η έλλειψη ρευστότητας δεν επιτρέπουν αυτή την αισιοδοξία. Ούτε βέβαια αυτή μπορεί να επέλθει από τη μικρή αύξηση του Π.Δ.Ε..

Στο πλαίσιο αυτό η υποχρηματοδότηση παραγωγικών Υπουργείων, όπως το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, των Ο.Τ.Α. και των προβληματικών ήδη τομέων της Υγείας και της πρόνοιας θα συντείνουν με την όξυνση των προβλημάτων και των αναπαραγωγή των αδιεξόδων, το μίζερο κλίμα που θα αποδομεί και θα ανατρέπει οποιαδήποτε αισιόδοξη προοπτική για ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή.

Τις ίδιες επιφυλάξεις για το υπεραισιόδοξο αυτό σενάριο της ανάπτυξης, εκφράζει και το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής αναφερόμενο επιπρόσθετα στις υφεσιακές επιδράσεις των προκυκλικών μέτρων, του φοροκεντρικού χαρακτήρα του Προϋπολογισμού του 2017 και στις επιδράσεις της παρατεταμένης λιτότητας και του αισθήματος της κοινωνικής αδικίας.

Εξάλλου και η ίδια η Εισήγηση του Προϋπολογισμού αναγνωρίζει τις αβεβαιότητες και  τους κινδύνους. Ουσιαστικά πρέπει να «συνωμοτήσει το σύμπαν» για να επιτευχθούν οι στόχοι του Προϋπολογισμού.

Προφανώς και το υπεραισιόδοξο Κυβερνητικό σενάριο για το 2017, εκτός των οικονομικών δεδομένων και του κλίματος, έχει αντίπαλο τις Κυβερνητικές  αμφιθυμίες, την πολιτική αβεβαιότητα, τους Κυβερνητικού τακτικισμούς και την αδυναμία του ετερόκλητου κυβερνητικού σχηματισμού να προσελκύσει επενδύσεις και να αξιοποιήσει ακόμα και αυτή την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου.

Η αδυναμία της Κυβέρνησης να παρουσιάσει το νέο ΜΠΔΣ δίνει βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα στις πολιτικές παρεμβάσεις και δηλώνει την αδυναμία για επαναδιαπραγμάτευση των όρων του μνημονίου με τους οποίους δέσμευσε τη Χώρα.

Αξίζει να σκεφτεί κανείς, ότι αυτή η Κυβέρνηση όταν ανέλαβε είχαν εκλείψει τα δίδυμα ελλείμματα , οι τιμές του πετρελαίου είχαν πέσει περίπου στο 1/3 (η θετική επίδραση υπολογίζεται στο 2-3% του ΑΕΠ), αυξήθηκε το τουριστικό ρεύμα λόγω των εξελίξεων στην περιοχή και ήταν βελτιωμένα τα παραμετρικά του χρέους, όπως τώρα αναγνωρίζει και η Κυβέρνηση λόγω του PSI. Δυστυχώς η Κυβέρνηση, αφού πρώτα ως αντιπολίτευση υπονόμευσε  την πορεία της χώρας, αυτοϋπονομεύθηκε με τις γνωστές αυταπάτες και τώρα είναι δέσμια των όσων συμφώνησε και υπόγραψε ο κ. Τσίπρας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, συνδεδεμένο με την αναπτυξιακή προοπτική της Χώρας, αποτελεί το ζήτημα του χρέους, της απομείωσης του και της βιωσιμότητας του. Από το «επαχθές και επονείδιστο» που κόστισε στη χώρα σε αξιοπιστία και δημοσιονομικά, περάσαμε στο Υπερταμείο και στην πρωτοφανή δέσμευση της δημόσιας περιουσίας για 100 χρόνια,  στη δέσμευση του κ. Τσίπρα για μη περικοπή του χρέους και στην απόφαση του Μαΐου 2016, που αποτελεί  συντηρητική-συσταλτική επανάληψη των αποφάσεων του 2012, για περεταίρω βελτίωση των παραμετρικών  και των όρων βιωσιμότητας του (που δεν υλοποίησαν, ως όφειλαν,  οι εταίροι μας).

Δηλαδή, η Κυβέρνηση μόλις ανέλαβε, αντί να αξιοποιήσει την βελτίωση των όρων εξυπηρέτησης του χρέους, ως αποτέλεσμα του P.S.I. και  του O.S.I. που τώρα αναγνωρίζει επιδείνωσε τα μεγέθη και κατά συνέπεια τους όρους εξυπηρέτησης του χρέους, παρέδωσε την  επιστροφή των κερδών από την διακράτηση των ελληνικών ομολόγων (ANFAs και SMPs).

Τώρα που η Κυβέρνηση προσγειώθηκε στην πραγματικότητα, η διεκδίκηση του «καθαρού διαδρόμου» για το 2018, δηλαδή της ποσοτικοποίησης των παραμετρικών που θα υλοποιηθούν τότε (το 2018) κινδυνεύει να εγκλωβίσει τη χώρα σε νέες περιπέτειες και σε συμπληρωματικά πρόσθετα ή νέα μνημόνια και έχει το θράσος ο πρωθυπουργός να κατηγορεί άλλους για το τέταρτο μνημόνιο που θα φέρει ο ίδιος και η πολιτική του.

Συμπερασματικά το προσχέδιο του Προϋπολογισμού του 2017, με τα νέα φορολογικά βάρη και περικοπές που περιέχει, καθώς και οι γενικότερες εξελίξεις δεν μπορεί να κάνει κανέναν αισιόδοξο, παρά μόνο τα Κυβερνητικά στελέχη, για την πορεία της Οικονομίας και της χώρας.

Το ζοφερό τοπίο του «μαύρου Οκτώβρη» της απώλειας των 80.000 θέσεων εργασίας, της αναπαραγωγής των συζητήσεων για υποκατώτατο μισθό, για υπερελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, για ομαδικές απολύσεις και ΛΟΚ-ΑΟΥΤ, των πλειστηριασμών, αυτών δηλαδή που εμείς είχαμε αποτρέπει και επανέφερε στο τραπέζι η υπερήφανη διαπραγμάτευση της Κυβέρνησης, είναι η έρημος του κ. Τσίπρα, μέσα στην οποία αγωνίζονται να επιβιώσουν οι απογοητευμένοι και ταλαιπωρημένοι πολίτες, (και τα σκυλιά ουρλιάζουν).

Η Κυβέρνηση αδυνατεί να λειτουργήσει ως κινητήρια δύναμη που θα ωθούσε τις υγιείς παραγωγικές και κοινωνικές δυνάμεις να συνταχθούν σε ένα σχέδιο μακράς πνοής, εξόδου της χώρας από την κρίση και σταθερού πολιτικού περιβάλλοντος.

Αυτός ο κρίσιμος παράγοντας απουσιάζει και προφανώς δεν μπορεί να αντικατασταθεί από μια λογιστικού χαρακτήρα αντιπαράθεση μεταξύ των δύο μεγαλύτερων κομμάτων που περιορίζονται μόνο στην κατάταξη δαπανών και εσόδων, πεπερασμένων μεγεθών, καθώς δεν μπορούν να προτείνουν μια διαφορετική πορεία.

Μια πορεία ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής

Η διαμόρφωση αυτού του κρίσιμου παράγοντα, από τον οποίο εξαρτάται και η επαναδιαπραγμάτευση του μακροοικονομικού και δημοσιονομικού σχεδιασμού για τη χώρα όπως τον συνομολόγησε ο κ. Τσίπρας, προϋποθέτει να υπερβούμε την λογική που βυθίζει τη χώρα στο όνομα κομματικών στρατηγικών του «φύγε εσύ, να έρθω εγώ» με αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών για τη  μετατροπή της αδιέξοδης αυτής αντιπαράθεσης σε πολιτική εθνικής συνεννόησης και μακροχρόνιου σχεδίου εξόδου από τα μνημόνια.

 

Αυτό είναι το σχέδιο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης και σε αυτή την κατεύθυνση εργαζόμαστε συστηματικά.

Έχουμε ήδη καταθέσει τις προτάσεις μας για το σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, για την προσέλκυση επενδύσεων, τη φορολογική μεταρρύθμιση και σταθερότητα, για την ανάπτυξη με δουλειά και εργασιακά δικαιώματα, για τον κοινωνικό διάλογο και τις ΣΣΕ ως χρήσιμα εργαλεία συνεννόησης για τα «κόκκινα» στεγαστικά δάνεια για τις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη ο τόπος.

Αναγνωρίζεται και γίνεται αποδεκτή η προσπάθεια μας και οι προτάσεις μας από την κοινωνία και τους πολίτες και ελπίζουμε με την αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών να ξαναδώσουμε την ελπίδα που έχασαν.